19/09/2009

Όνειρα πλασμένα με αστρόσκονη


Θυμάστε τον καιρό που ήσασταν παιδιά;…

Περίεργες αναμνήσεις, έτσι; Όνειρα και σκέψεις, πλεγμένα με την μεταξένια κλωστή μιας αδύναμης παιδικής αντιληπτότητας… Η παιδική ηλικία είναι πάντα μια εποχή γεμάτη θαύματα, μυστικά και αποκαλύψεις… Θα μπορούσε να πει κανείς, πως δεν είναι τόσο απαραίτητη, αφού από εκείνη την εποχή, ο άνθρωπος, το παιδί, καταλαβαίνει λίγα και γνωρίζει πραγματικά ακόμα λιγότερα, ενώ και οι αναμνήσεις είναι φαντάσματα που εξαϋλώνονται και χάνονται κάθε δευτερόλεπτο που περνάει, στη ζωή – οι μεγάλοι πάντα έβρισκαν και θα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζουν κάθε κάστρο και οχυρό της παιδικής φαντασιοκοπίας, με εχθρότητα σχεδόν, σαν να παίρνουν εκδίκηση για τα δικά τους πλέον χαμένα όνειρα, όνειρα που προδόθηκαν και ξεχάστηκαν, ενώ μεγάλωναν…

Οι μεγάλοι λοιπόν, σε ένα κόσμο που δυσκολεύονταν να καταλάβουν και στον οποίο αναγκάστηκαν να μεγαλώσουν πρόωρα, ύψωσαν τα δικά τους τείχη, πανύψηλα και κυκλώπεια, όμως πρόχειρα φτιαγμένα, από ένα φόβο αυτού που έβλεπαν μπροστά τους να ορθώνεται, και μια άρνηση της αθωότητας τους… Έτσι, κατάφεραν, κουτσά στραβά, να δώσουν τερατώδεις ορισμούς που ενέπνεαν φόβο, σε όσα κατάφεραν να ημερέψουν πρόσκαιρα, αλλά όχι να καθυποτάξουν εντελώς, και μεγάλωσαν τα παιδιά τους σε ένα τέτοιο περιβάλλον φόβου, ανησυχίας, και προφύλαξης, θεωρώντας θεμελιώδες καθήκον τους το να καταστρέφουν, να γκρεμίζουν κάθε μικρό φλογερό καβαλάρη που πάνω στο άλογο του θέλει να ξεχυθεί ελεύθερα μπροστά, να συναρμολογούν με ορθολογισμό καθετί που το παιδικό μυαλό προσπαθεί να ορίσει με παιδικές μεταβλητές μαγείας και μυστηρίου, ένα καθήκον αποκαθήλωσης, απομυστηριοποίησης της ζωής… «Μην τρομάξεις! – διότι δεν είναι τρομακτικό!», «Μην αφεθείς! – διότι κανείς δεν θα σε μαζέψει!», «Μην νοιώσεις! – διότι δεν είναι αληθές…». Ορδές παιδιών γεννήθηκαν έτσι, για να μεγαλώσουν και αυτά, και να καταλήξουν ψυχροί άνθρωποι με αυτοματοποιημένες συνειδήσεις και εκλογικευμένες αντιδράσεις.

Αλλά πως μπορεί κανείς να εξηγήσει κάτι τέτοιο σε ένα παιδί;… Σε μια αθώα, παιδική ψυχή, που ονειρεύεται βασίλεια, και δράκους;…


Το κερί έκαιγε ακόμα, όταν ο μικρός Γκίντορακ βγήκε από το δωμάτιο του και περπατώντας στις μύτες των ποδιών του, προχώρησε προς την εξώπορτα της μικρής έπαυλης του πατέρα του, στην ανατολική, ήσυχη και εύπορη πλευρά της Νέφερκαθ. Είχε μια ώρα μέσα στην οποία έπρεπε να πάει στη βιβλιοθήκη της πόλης, όπου γίνονταν τα μαθήματα μαγείας του Ελέζαρ εκείνο το καλοκαίρι, ένα ιδιότυπο καλοκαιρινό σχολείο όπου μπορούσαν όλοι να ξετυλίξουν τις βασικές πτυχές της μαγείας, από στείρα ιστορία της ύπαρξης και θεωρία των ειδών της, μέχρι και τα πρώτα βήματα της πρακτικής εφαρμογής – πειραματικές ασκήσεις που απλά ενστάλαζαν μικρές σταγόνες εφαρμοσμένης μαγείας σε κάθε λογής και ηλικίας ανθρώπους, τον τρόπο με τον οποίο η μαγεία υπήρχε, καθοδηγείτο και μπορούσε να γίνει κτήμα του καθενός, και συγκεκριμένα ξόρκια όπως τα «φλογοδάχτυλα», όπου μικρές και άκακες γλωσσίτσες φωτιάς χόρευαν πάνω στα ακροδάχτυλα του επικλητή ή την «αιώρηση», όπου αντικείμενα μέχρι ενός συγκεκριμένου βάρους μπορούσαν να αιωρούνται για λίγα δευτερόλεπτα πάνω από την επιφάνεια ενός τραπεζιού – ο Γκίντορακ τα πήγαινε αρκετά καλά, αλλά όλα αυτά μετά από άκαρπες προσπάθειες πολλών ημερών, και αναρωτιόταν πόσο έξυπνος μπορεί και πρέπει να είναι ένας αληθινός μάγος, πόσα βιβλία θα έπρεπε να μελετήσει και πόσες ώρες να αφιερώσει, για να πραγματοποιήσει με επιτυχία και άλλα, ακόμα δυσκολότερα ξόρκια.

Ο Ελέζαρ ο δάσκαλος, ήταν ένα ξωτικό του οποίου η πατρίδα, το Χάλεντορ, βρισκόταν στα νότια της Νέφερκαθ, έχοντας σύνορα στα νότια με το φοβερό βασίλειο των Χούρντ, αλλά εδώ και μια εικοσαετία, αποκομμένο από τα υπόλοιπα βασίλεια των ξωτικών, είχε υποταχθεί στους βάρβαρους και μελαψούς γείτονες του. Μια στο τόσο, όταν ένοιωθε τον πόνο και τη νοσταλγία για το πάλαι ποτέ σπίτι του να τον πνίγει, τραγουδούσε το «Βροχές του Χάλεντορ», ένα μελαγχολικό τραγούδι με τη συνοδεία μιας ξεκούρδιστης κιθάρας, που για κάποιο λόγο έφερνε στον Γκίντορακ εικόνες από μια μάχη, σα να την είχε δει κάποτε, όπου ένα χρυσό λιοντάρι επέλαυνε νικηφόρο πάνω στις κατεστραμμένες πέτρες ενός φρουρίου, αλλά δεν ήξερε, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Όπως και να είχε, ο Ελέζαρ, μαζί με πολλά άλλα ξωτικά, είχε επιζήσει της καταστροφής έχοντας καταφέρει να εγκαταλείψουν την πόλη λίγο πριν την πτώση της, και έκτοτε περνούσε όλη του τη ζωή ταξιδεύοντας στον γνωστό κόσμο και χρησιμοποιώντας τις τέχνες του, το τραγούδι και τα μαγικά του, για να βγάλει το ψωμί του. Όντας γνώστης των πιο απόκρυφων μαγικών μυστικών, μιας και η φυλή των ξωτικών είχε κρατήσει την επαφή της με τη μαγεία από την αρχή του κόσμου, ενώ οι άνθρωποι από φόβο και δυσκολία ολόπλευρης κατανόησης της, την περιόρισαν, βρήκε για ένα καλοκαίρι στέγη, φαγητό και περίπου κανονική ύπαρξη στη βιβλιοθήκη της Νέφερκαθ, όπου τον κάλεσε ο αρχιβιβλιοθηκάριος Τέρενας, για να συζητήσουν για τον κόσμο, να συγγράψουν για το Χάλεντορ, να ερευνήσουν περισσότερο τον κόσμο της μαγείας, αλλά και για να μην νοιώθει απλά επισκέπτης, ο Ελέζαρ ανέλαβε να κάνει μαθήματα «βασικής μαγείας» σε όποιον μπορεί να ενδιαφερόταν.

Μόνο για άλλη μια του ασχολία ο Γκίντορακ ένοιωθε τόσο χαρούμενος και περίμενε τόσο ανυπόμονα κάθε τρίωρο, όποτε ήταν, για να παρακολουθήσει και να μάθει – και ο χώρος ήταν ο ίδιος, η βιβλιοθήκη της Νέφερκαθ, όπου ο βιβλιοθηκονόμος Μάελσταν, γνωρίζοντας τον, του έδινε καθημερινά και από ένα νέο βιβλίο με ένα ενδιαφέρον θέμα ιστορίας και μύθων, που του κέντριζε το μυαλό – η έλευση του Χωμογενούς γένους, ο λιμός της Νέφερκαθ πριν από 200 χρόνια που κανείς δεν έμαθε γιατί και πως ξεκίνησε, η έκρηξη όλων των διαχρονικών πολέμων, η πτώση του Μεγάλου Άστρου και ο συνεπακόλουθος χαμός των Γιγάντων όταν οι βασιλιάδες τους το ακολούθησαν στα βάθη της θάλασσας και στο Χαμό τους, οι πέντε θανατηφόρες μάχες του Βαρβέκ με τους Απέθαντους Συντρόφους στις άκρες του γνωστού κόσμου, οι ιστορίες για τους φιδάνθρωπους στην μακρινή και ξεχασμένη ανατολική ήπειρο που λεγόταν πως ήταν μια απέραντη ζούγκλα, ο χαμός του ιππότη Χούλσα μέσα στους βάλτους, οι Δράκοι των Εποχών, και τόσες άλλες ιστορίες μπλεγμένες με τα νήματα του μύθου, που έδεναν στο άρμα τους και ταξίδευαν το παιδικό μυαλό του… Δεν μπορούσε να έχει ενδοιασμούς σχετικά με αυτά που διάβαζε, οι εικόνες ζωγραφίζονταν και έπαιρναν ζωή μπροστά στα μάτια του μυαλού του, ζούσε στη φαντασία του κάθε σκηνή, συζήτηση, μάχη, με τέτοια ένταση και πίστη, που δεν διανοείτο την περίπτωση να μην υπάρχει ένα στέρεο υπόστρωμα αλήθειας κάτω από την αφηγηματική δομή της κάθε ιστορίας – στην ηλικία εκείνη, η αληθοφάνεια των βιβλίων και η τέρψη που αποκόμιζε το παθιασμένο για ιστορίες μυαλό του, θόλωναν την καθαρή, αντικειμενική, αποστασιοποιημένη ματιά που θα αποκτούσε στα μετέπειτα χρόνια της ζωής του, και φυσικά, δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί κάτι τέτοιο – η ηλικία ξεκαθαρίζει πολλές ασάφειες του παρελθόντος.

Όταν τελικά, έπειτα από εικοσάλεπτο τρέξιμο, έφτασε στο χώρο της βιβλιοθήκης που συνήθως γίνονταν τα μαθήματα, τον βρήκε κενό – μόνο ο βιβλιοθηκονόμος Μάελσταν στεκόταν μπροστά από ένα τραπέζι, εξετάζοντας προσεκτικά κάτι που έμοιαζε με ξίφος. Σήκωσε τα μάτια του και τον κοίταξε.

«Καλώς τον!»
«Καλημέρα Μάελσταν! Πως είσαι;»
«Μια χαρά μικρέ.».
Πάντα τον φώναζε μικρό, ακόμα και αφού μεγάλωσε. «Εσύ; Τι κάνεις εδώ;»
«Τον Ελέζαρ και τους άλλους ήρθα ν…»
«Σήμερα έχετε εξωτερική διδασκαλία Γκίντορακ, δεν θα τους βρεις εδώ…»
«Ωχ…»
Μια φορά την εβδομάδα ο Ελέζαρ είχε σύστημα να τους πηγαίνει στο μεγάλο χωράφι έξω από την νότια πύλη, όπου η πολιτοφυλακή της Νέφερκαθ συνήθιζε τα καλοκαίρια να κάνει τις ασκήσεις της και να συγκεντρώνεται. Σε αυτά τα μαθήματα ο Ελέζαρ έκανε κάθε λογής μαγικές ασκήσεις που ενέπλεκαν ζώα και που γενικά χρειάζονταν χώρο, ο οποίος δεν ήταν διαθέσιμος στη βιβλιοθήκη – μικρές μεταμορφώσεις ή πολυμορφίες ή αντικατοπτρισμούς ή ακόμα και τηλεμεταφορές, κατά τις οποίες ο καθένας αναλάμβανε να τηλεμεταφέρει μια γάτα μεταξύ δύο κλουβιών. Πολλές τηλεμεταφορές αποτύγχαναν, συμπεριλαμβανομένης και του Γκίντορακ, αλλά ο Ελέζαρ μάζευε μέσα σε δευτερόλεπτα τη γάτα που έτρεχε μακριά και ελεύθερη όταν μεταφερόταν εκτός κλουβιού, αποδεσμευμένη από τα βίτσια των μικρών και αδέξιων επίδοξων μάγων. Ο Γκίντορακ αναρωτιόταν τι θα τους έδειχνε εκείνη τη μέρα, αλλά αυτό που πρόσεξε στο τραπέζι τον τράβηξε περισσότερο.

Ο Μάελσταν είχε μπροστά του ένα μεγάλο ξίφος με μια πλατιά λεπίδα, γεμάτη με μεγάλες σχισμές και κοφτερή, με εξογκώματα στις άκρες, ενώ ρουνική γραφή υπήρχε στη λαβή του. Αυτό που τράβαγε την προσοχή καθενός που κοιτούσε αυτό το ξίφος όμως, ήταν το πολύ λαμπερό κρανίο που είχε στερεωθεί στη βάση της λεπίδας, με αποτέλεσμα η λεπίδα να βγαίνει από το ανοιχτό στόμα του – το κρανίο σίγουρα δεν ήταν ανθρώπινο, αφού τα χαρακτηριστικά του διέφεραν, τα μάτια ήταν πιο σχιστοειδή και στους κροτάφους υπήρχαν υπολείμματα από δύο μεγάλα κέρατα που κάποτε ξεκινούσαν από εκείνα τα σημεία και εκτείνονταν ψηλά, αλλά τώρα ήταν σπασμένα…

«Τιείναιαυτό!!!» είπε χωρίς ανάσα και με ανοιχτό το στόμα από έκπληξη ο Γκίντορακ, μόλις κατάλαβε τι έβλεπε.

Ο Μάελσταν χαμογέλασε και πήρε μια ψευτοσοβαρή όψη, σα να σκεφτόταν πολύ σοβαρά την πιθανότητα να μην απαντήσει. «Δεν ξέρω αν πρέπει να σου πω…»

«Έλάααααααα!!!»

«Καλά, καλά… Εξάλλου ξέρω πως η ιστορία θα σου αρέσει.»
είπε χαμογελώντας πλατιά ο Μάελσταν. «Αλλά έχεις και μάθημα ξέρεις…»

«Θα πάω σε λίγο, πες μου πρώτα για το σπαθί!»

«Ναι… Λοιπόν, το ξίφος αυτό δεν έχει όνομα ή τουλάχιστον το όνομα του δεν έχει επιζήσει ώστε να το μάθουμε. Σφυρηλατήθηκε από τον Νασρεντίν, παλαιό βασιλιά των Χουρντ, στα νότια, πριν από τουλάχιστον 500 χρόνια, ίσως και πολλά περισσότερα. Ο πατέρας του Νασρεντίν λέγεται πως είχε πολλά πάρε-δώσε με τον Αλλόκοσμο, που σου έχω πει τι είναι, η διάσταση των δαιμόνων από όπου μας κοιτούν με μίσος για το ότι είμαστε ζωντανοί, και αυτός λοιπόν σε μια από τις γνωστές και συνήθεις του συμφωνίες, κατάφερε με κάποιο τρόπο να αποκτήσει έναν εχθρό… Οι Χουρντ στη γλώσσα τους αποκαλούσαν αυτό το δαίμονα Νερ Ζ’μουτκίμντου, πνεύμα της ληθώδους αύρας, και λένε πως για αυτή την προσβολή του πατέρα του Νασρεντίν, τον κατέσφαξε, μπροστά στον εικοσάχρονο τότε γιο του – ο Νασρεντίν που είχε συνεννοηθεί με τον πατέρα του και παραφύλαγε πίσω από την κοσμική πόρτα από όπου ο δαίμονας είχε εισέλθει στη διάσταση μας, τον χτύπησε με ένα βέλος από μια βαλλίστρα, η αιχμή του οποίου ήταν αλειμμένη με κάποιου είδους παραλυτικό υγρό, και έπειτα τράβηξε το δαίμονα αργά-αργά από τη διάσταση του, αφήνοντας την πύλη να κλείσει – ανέφερε μετά, σε όσους αποφάσιζε να πει την ιστορία, πως τα μάτια του δαίμονα τον κοιτούσαν με τόσο μίσος, που δεν ξανασυνάντησε στη ζωή του…

Έσφαξε και έγδαρε το δαίμονα το ίδιο βράδυ, βάζοντας τα κόκαλα του σε ένα σεντούκι και κρεμώντας το φολιδωτό δέρμα του πάνω από το τζάκι, έπειτα έφυγε, φοβούμενος να κοιμηθεί στο σπίτι του εκείνο το βράδυ. Το επόμενο πρωί, βρήκε το δέρμα να έχει γίνει στάχτη, και τα κόκαλα να έχουν πάρει μια εκτυφλωτική, εξώκοσμη λάμψη. Από το κρανίο έσπασε τα κέρατα και σφυρηλάτησε ένα ξίφος στο οποίο το προσάρμοσε και που κράτησε για όλη του τη ζωή… Οι σχισμές που βλέπεις πάνω στη λεπίδα λέγεται πως ήταν μάτια, που απέκτησε αργότερα στο ξίφος, όταν το πνεύμα του δαίμονα άρχισε να ζει μέσα του, ενώ τα υπόλοιπα κόκαλα οι Χουρντ ισχυρίζονται πως τα έχουν ακόμα στο θησαυροφυλάκιο τους, μέσα σε ένα εβένινο σεντούκι που μυρίζει συνέχεια θειάφι… Το ξίφος που λες, μου το έφερε χτες το βράδυ για να το εξετάσω, ο νεαρός πρίγκηπας των Χουρντ, που ήρθε με τον δράκο του για μια εποχική βόλτα στη Νέφερκαθ…»

«Με… το… δράκο του…;»
έμεινε να χάσκει ο Γκίντορακ. Όσα είχε μόλις ακούσει για το ξίφος του Νασρεντίν, όσα ήξερε, δεν υπήρχαν πλέον, το μυαλό του είχε κολλήσει.

«Ναι… Ο Ελέζαρ του ζήτησε σήμερα το πρωί να σας κάνει αυτός ένα μάθημα για τους δράκους και δέχτηκε, γι’ αυτό σε ρώτησα αν δεν θέλεις να αργήσεις…»

Ο Γκίντορακ έκανε μεταβολή και έτρεξε έξω από τη βιβλιοθήκη χωρίς να καλημερίσει τον Μάελσταν. Δράκος! Στη Νέφερκαθ! Σε απόσταση αναπνοής! Μα πως γινόταν αυτό;

Η νότια πύλη ήταν περίπου εικοσιπέντε λεπτά μακριά, με τα πόδια, αλλά ο Γκίντορακ θα το έκανε μόλις δέκα, τρέχοντας, χωρίς να σκέφτεται κάτι άλλο. Βγαίνοντας από την πύλη, περνώντας ανάμεσα από αφηρημένους χωρικούς που κοιτούσαν προς την πλευρά που γίνονταν τα μαθήματα, ο Γκίντορακ βρέθηκε επιτέλους σε ένα μέρος όπου ο ουρανός ήταν ανοιχτός, και μπορούσε να προσπαθήσει να καταλάβει αυτό που έβλεπε, αυτό που νόμιζε πως έβλεπε, αυτό που υπήρχε εκεί, αυτό που θα σημάδευε την ψυχή, την καρδιά και το μυαλό του για την υπόλοιπη ζωή του…

Ένα καστανό πουλί, όχι, μεγαλύτερο από πουλί, πολύ μεγαλύτερο, με μεγάλη ουρά, τεράστια φτερά και μεγάλο μυτερό κεφάλι, πέταγε στον ουρανό ενώ πάνω του στεκόταν αγέρωχος ένας νεαρός, έχοντας σταυρώσει τα χέρια στο στήθος του, με τα μακριά μαύρα μαλλιά του να ανεμίζουν ηρωικά, παραμυθένια – ο τρόπος που ο δράκος διέσχιζε τον ουρανό, χαραζόταν παράλληλα στα μάτια του μυαλού του με τέτοια σαφήνεια, ώστε χρόνια μετά να μπορεί να ανακαλέσει την εικόνα αυτή με πολλή μεγάλη ευκολία. Όλοι παραμιλούσαν, έδειχναν ψηλά στο γαλάζιο, δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν… Η Νέφερκαθ δεν είχε δράκους, ήταν μια πολιτεία στη μέση του κόσμου, γνωστή μόνο ως σταυροδρόμι πολιτισμών και εμπορίου, και που δεν διέθετε στρατό παρά μια ολιγάριθμη πολιτοφυλακή για να εγγυάται την ασφάλεια στους δρόμους της… Και ξάφνου με την απλή επίσκεψη ενός πρίγκηπα, έστω για μερικές μέρες ή ώρες, έπαιρνε μια νέα λάμψη ασφάλειας, ουσίας, μια στρατιωτική και ηγεμονική μορφή που ίσως και να της ταίριαζε περισσότερο εκ πρώτης όψεως, γινόταν μια συντεταγμένη και στρατευμένη πολιτεία με δικό της άρχοντα, αν και κάποιοι υποψιασμένοι θα μπορούσαν να προβλέψουν, με βάσιμα στοιχεία, πως η παράταση αυτής της λάμψης, αργά ή γρήγορα θα επέσυρε τον θυμό των ελευθεροφρόνως καλλιεργημένων κατοίκων της… Αλλά δεν είχε σημασία εκείνη τη στιγμή…

Ο πρίγκηπας Φένλιχ διέταξε το δράκο του να κατέβει στο έδαφος με ένα σίγουρο, κοφτό νεύμα, και έπειτα, αφού συνήθισε το πάτημα στο έδαφος, στάθηκε δίπλα του, απαντώντας στις ερωτήσεις που του έκαναν όσοι παρακολουθούσαν το μάθημα του συνοφρυωμένου Ελέζαρ – η πόλη του ξωτικού είχε καταστραφεί από την οικογένεια του δράκου αυτού και από τον πατέρα του πρίγκηπα, και ενώ πλέον ήταν μια πολύ παλιά ιστορία, εικοσαετίας, βαθιά μέσα του η πτώση του Χάλεντορ τον πονούσε το ίδιο, ίσως και περισσότερο, αφού είχε τους κατακτητές και σφαγείς των ανθρώπων του, μπροστά του – και όμως, δεν μπορούσε να κάνει κάτι…

Ο Γκίντορακ όμως δεν πρόσεχε τίποτα, ούτε καν τον πρίγκηπα ενώ απαντούσε στις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις, πόσο μάλλον τον Ελέζαρ… Τα μάτια του τα είχε φυλακίσει ο δράκος και κοιτούσε μόνο αυτόν, κάθε του κίνηση, ανάσα, γύρισμα του κεφαλιού, τα κίτρινα αστραφτερά του μάτια που τον κοίταξαν ψυχρά μερικές φορές και ένοιωσε σαν να παραλύει… Το δίωρο που πέρασε σε εκείνο το χωράφι εκείνη την ημέρα, κατάλαβε αργότερα στις ημέρες και τα χρόνια του, πως του σημάδεψε όλη του τη ζωή, ήταν μια τεράστια χαρακιά πάνω στο τρυφερότερο σημείο της εκείνη τη χρονική στιγμή, μια γραμμή η οποία τον όρισε ξεκάθαρα και που σηματοδότησε το πριν και το μετά, ως προς την ανάπτυξη του ανθρώπου, του χαρακτήρα του, όλων των πραγμάτων που τον συνέθεταν – οι ιστορίες και οι μύθοι, αν και ακόμα λίγο ενδιαφέροντες, δεν είχαν την αξία που είχαν πιο πριν, παρέμεναν απλά λόγια που δεν θα έπαιρναν ποτέ σάρκα και μορφή μιας και δεν θα επαναλαμβάνονταν, και έτσι το μυαλό του άρχισε να στριφογυρίζει σαν δορυφόρος γύρω από την ιδέα ενός δράκου, και τίποτα δεν κατάφερε να φέρει μια πολυπόθητη φυγόκεντρη δύναμη που θα το εξέτρεπε από την πορεία του – και δεν ήταν λίγες οι φορές που καταράστηκε τον εαυτό του για αυτή του την ψυχική «ιδιομορφία»…

Η επιστροφή το ίδιο μεσημέρι στη βιβλιοθήκη, αμέσως μετά το μάθημα, συνοδεύτηκε από την παράκληση, προς τον Μάελσταν, να του δώσει μια λίστα με βιβλία για δράκους, οτιδήποτε είχε… Τις ερωτήσεις του βιβλιοθηκονόμου για το πώς του φάνηκε το μάθημα και πως ήταν ο πατέρας του, τις αγνόησε, διότι για το μάθημα δεν είχε υπαρκτές λέξεις ώστε να το περιγράψει, και τον πατέρα του δεν τον είχε δει τις τελευταίες δύο μέρες…

Γυρνώντας σπίτι μετά από λίγη ώρα, φορτωμένος με καμιά δεκαριά σκουροκάστανους, παλιούς τόμους στην πλάτη, έφτιαξε ένα απλό γεύμα για τον ίδιο, και του πατέρα του το άφησε έξω από το δωμάτιο, χτυπώντας του την πόρτα. Δεν ήξερε με τι βιβλία, ξόρκια, θέματα, είχε καταπιαστεί αυτή τη φορά. Δεν τον ενδιέφερε. Πάντα έτσι γινόταν…

Το φεγγάρι ανέβηκε και κατέβηκε τον ουρανό ενώ ένα παιδί μέσα στο δωμάτιο του διάβαζε ασταμάτητα για τα νέα πλάσματα που είχαν μπει στη ζωή του, τους δράκους, πλάσματα των οποίων την ύπαρξη γνώριζε, αλλά τη μείωνε, αφού δεν τα είχε δει ποτέ από κοντά. Οι σελίδες στοιβάζονταν στην αριστερή πλευρά των βιβλίων, η μια μετά την άλλη, ενώ νέες λέξεις που γίνονταν σελίδες στο μυαλό του, γράφονταν συνεχόμενα με κάθε λέξη που διάβαζε και σελίδα που γύριζε. Ήταν απίστευτο το πώς ένα ζωντανό πλάσμα, τόσο μαγευτικό, είχε μπορέσει να του απορροφήσει όλη την όρεξη, όλη τη δύναμη, όλη την νεανική εκρηκτικότητα της ηλικίας του, και να την μετουσιώσει σε πόθο για περισσότερη γνώση, για περισσότερη δύναμη, για κατάκτηση αυτών, και ακόμα περισσότερων πραγμάτων… Ο Γκίντορακ σιγά-σιγά έκανε σκοπό της ζωής του κάθε αποκάλυψη, κάθε παραμέρισμα του σκοτεινού και μυστήριου πέπλου που έκρυβε το μυστήριο των δράκων, και όσο μεγάλωνε αλλά παρέμενε ακόμα παιδί βαθιά μέσα του, με κάθε βιβλίο που διάβαζε, κάθε δράκο που έβλεπε, ένοιωθε το μυαλό του να τεντώνεται περισσότερο προς αυτή την πρόκληση, αυτό το στόχο, μέχρις ότου να τον κατακτήσει…

Κάπως έτσι δεν ξεκινούν λοιπόν τα παιδικά όνειρα, οι μικρές μας, τόσο σε ηλικία, όσο και σε βάση νόησης, ιδεοληψίες; Τον καιρό που η καρδιά μας είναι στα τρυφερά της νεανικά χρόνια, έτοιμη να χαραχθεί βαθιά από μια πύρινη ρομφαία η οποία θα ορίσει τον μετέπειτα δρόμο και προορισμό μας, τον καιρό που ξέγνοιαστοι, σαν παιδιά, θα τρέξουμε τριγύρω, θα γελάσουμε, θα σκοντάψουμε, θα πέσουμε, θα κλάψουμε, θα ξανασηκωθούμε, θα δυναμώσουμε, θα επεκτείνουμε τον εαυτό μας σε πλατύτερους κύκλους και σε σφαίρες αντίληψης με πολύ μεγαλύτερη διάμετρο… Οι πιο φαντασιόπληκτοι, ρομαντικοί, επίμονοι, ξεροκέφαλοι, παραμυθολάτρες από εμάς, γνωρίζουν την αλήθεια: Τα παιδικά όνειρα, είναι, και αν δεν είναι, έχουν τη δύναμη να γίνουν, αιώνια…