30/06/2009

Finis mundi...


Είναι πρωί Τρίτης, 23 Ιούνη, ο θερμοσίφωνας έχει ανάψει και γράφω αυτές τις γραμμές, που θα τις συνεχίσω και μέσα στις επόμενες ημέρες, όποτε μου έρχεται, σκεπτόμενος ένα μόνο πράγμα.

Τέλος.

Χτες περπατούσα στη σχολή προβληματισμένος, ίσως λίγο θλιμμένος, κοιτώντας γύρω μου νέα πρόσωπα. Νέα, άγνωστα, νεότερα, αλλά το ίδιο ζωντανά πρόσωπα, που έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνιση τους από πέρυσι τον Σεπτέμβρη. Φέτος οι ώρες που πέρασα μέσα στη σχολή, είναι μετρημένες, ίσως λιγότερες από 20, ενώ δεν κατάλαβα και εξεταστική, και δεν μπορώ να ξέρω πως ήταν η αναλογία, καθώς γνωστά πρόσωπα, έβλεπα μόνο στο μάθημα, και πέρα από το μάθημα, δεν είχα κάποιο λόγο να είμαι εκεί – περνούσα τις περισσότερες ώρες στη βιβλιοθήκη. Καταλάβαινα πως είχε πλέον έρθει η ώρα μου να αρχίσω να τα μαζεύω, και πως τα παλιά πρόσωπα, τα παλιότερα που θυμάμαι, άρχισαν να φεύγουν από το τρίτο εξάμηνο και μετά, οπότε και μπορεί να τους έβλεπες μια στο τόσο σε κάποιο εργαστήριο που τους είχε απομείνει ή σε κάποια εξεταστική, για κάποιο μάθημα που χρωστούσαν. Την προηγούμενη εβδομάδα για παράδειγμα, είδα τον Κώστα, Αθηναίο, γύρω στα 26 ή 27, που είχε παρατήσει τη σχολή τον καιρό που ξεκίνησε και πριν κάνα δύο χρόνια είχε αποφασίσει να την ξαναρχίσει. Είχαμε πει κάποιες κουβέντες στο προηγούμενο εξάμηνο, μου είχε πει ότι θα παρουσιαζόταν Κόρινθο για να υπηρετήσει, τον περασμένο Φλεβάρη. «Σου έχει κόψει τη ζωή στη μέση», θυμάμαι του είχα πει όταν μου το είχε αναφέρει. Είχε συμφωνήσει. Δεν του μίλησα προχτές, εξάλλου κατέβαινα από το λεωφορείο ενώ ανέβαινε, και δεν ήμασταν φίλοι, ούτε καν γνωστοί, μια απλή κουβέντα είχαμε κάνει παλιότερα.

Όμως, πρόσωπα, ονόματα, πόλεις καταγωγής – υποθέτω το ίδιο θα γίνεται και στα ΑΕΙ, αλλά για εμάς που ξέρω, κάθε έτος εισαγωγής ήταν ένα τεράστιο μωσαϊκό της Ελλάδας – κάθε πόλη που μπορεί κανείς να φανταστεί, είχε αντιπροσώπους εδώ. Σίγουρα, το μεγαλύτερο ποσοστό ήταν βόρειοι, αλλά υπήρχαν και νότιοι, ακόμα και Κρητικοί ή Κύπριοι που είχαν αποφασίσει να έρθουν… Οι Κρητικοί συνήθιζαν απ’ όσο είχα ακούσει, να λιώνουν στο ποτό και στο ξενύχτι την προηγούμενη μέρα, ώστε να μην νοιώσουν ούτε στιγμή το μεγάλο ταξίδι που επακολουθούσε για να γυρίσουν πίσω. Θυμήθηλα τώρα έναν, διπλάσιο από εμένα σε όλα εκτός από το ύψος, κάποιο πρωί που κατέβαινα Λάρισα, ο οποίος μόλις μπήκε στο λεωφορείο έριξε ένα τεράστιο ρέψιμο και είπε με εκείνη την κλασική, αναίσθητη κρητική προφορά πως «πρέπει επιτέλους να καεί το κωλοχώρι κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι, διότι έτσι του αξίζει, κωλοχώρι ήταν, κωλοχώρι θα παραμείνει, εμείς του δίνουμε ζωή». Πρέπει να ήταν πρωί Σαββάτου, 14 Ιουλίου 2007. Πέντε λεπτά μετά, και ενώ το λεωφορείο δεν είχε ακόμα βγει από την πόλη, είχε ξεραθεί σε δύο καθίσματα, και δεν τον ξανάκουσα. Αντιθέτως, οι Κύπριοι είχαν απομονωθεί από όλους τους άλλους, έκαναν παρέα μόνοι τους ο ένας τον άλλο και ήταν γενικά απόμακροι. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως να είναι απόρροια της συνολικής τους ψυχοσύνθεσης…

Θυμάμαι πολλά. Καλώς ή κακώς έχω μνήμη που τσακίζει κόκαλα, και όταν καταγράφω, καταγράφω και τρομερές λεπτομέρειες. Θυμάμαι τι μπορεί να είπε ο τάδε ή ο δείνα, ποια χρονική στιγμή, και που καθόμασταν, αλλά αυτό ίσως να έχει να κάνει με το ότι υπήρχαν σαφώς αισθητά λιγότερες τέτοιες καταχωρήσεις στην καθημερινότητα μου και στη μνήμη μου, οπότε είναι και πιο ευκολομνημόνευτες. Αλλά, το έχω ξαναπεί, όλοι θα πάθαιναν πλάκα, αν τους έλεγα τι θυμόμουν, κάποιες στιγμές που μου έρχονται. Χτες που περνούσα από τη σχολή, έβλεπα τα τραπεζάκια και θυμόμουν πότε και για ποιο λόγο είχα καθίσει εκεί, με ποιον, τι λέγαμε, σε τι κατάσταση ήμασταν, τι εποχή ήταν… Κόκκοι της άμμου, όλοι μας, μέσα στη γιγάντια κλεψύδρα της ζωής και του χρόνου – και οι κόκκοι δεν έχουν μαγνητικές ιδιότητες… Τρία χρόνια μέσα σε αυτούς τους διαδρόμους, χρωματίζοντας τους με καταστάσεις και από συναισθήματα κυρίως το άγχος, το ατέλειωτο, ενεργειακό, απύθμενο χαώδες άγχος (sic) το οποίο παράγω και με το οποίο τρέφομαι, και ξαφνικά, ένα τέλος… Δεν το είχα ξανανιώσει, θυμάμαι πως από όπου και αν πέρασα όλα αυτά τα χρόνια, χαιρόμουν που έφευγα και προχωρούσα μπροστά, αλλά χτες στενοχωρήθηκα ελαφρώς.

Τι πήρα εγώ έπειτα από 7 εξάμηνα εδώ;… Τα πάντα. Χαρές, στενοχώριες, ικανοποιήσεις, γνώσεις ποικίλου είδους, έμπνευση, άγχη, ανησυχίες, περισσότερες ανησυχίες, πάμπολλες απογοητεύσεις, λίγα χαμόγελα… Άλλα πράγματα τα κατάφερα και με το παραπάνω και είμαι χαρούμενος για αυτό, άλλα πάλι δεν τα κατάφερα καθόλου ή όσο θα ήθελα, και μένουν σαν αγκάθια στην μνήμη μου – αλλά το πρόσημο είναι σίγουρα θετικό, δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς.

Ήταν καλοκαίρι του 2005. Δε θυμάμαι συγκεκριμένη ημερομηνία, διότι όλη εκείνη η περίοδος, εκτός από μερικές εικόνες, έχει σβηστεί από το μυαλό μου, ηθελημένα. Τέτοιες μέρες είχε βγει η βαθμολογία, και ήμουν κάτω από την βάση, Ο πατέρας μου δεν μου μιλούσε και δεν τον είχα δει για δύο εβδομάδες, ενώ κάποια στιγμή, σε κάποια λόγια που είχαν ειπωθεί, είχε σπάσει την πόρτα του δωματίου για να με βρίσει… Δεν ήθελε αυτό για εμένα. Και τον δικαιολογώ τώρα πια.

Το θέμα είναι πως είχαν κάποια στιγμή, μάλλον μέσα στον Ιούλιο ή Αύγουστο, δεν θυμάμαι ακριβώς, βγει τα αποτελέσματα. Κοιτούσα ανά δύο λεπτά σε μια ιστοσελίδα του Υπουργείου Παιδείας, που είχε φρακάρει από τις πολλές συνδέσεις, για το αποτέλεσμα του μηχανογραφικού, αλλά δεν έλεγε να με φορτώσει – κάποια στιγμή, η σελίδα μου είχε μισοεμφανιστεί, Επιστήμη της θάλασσας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, μονολογούσα συνεχόμενα, ώσπου βγήκε το αποτέλεσμα και πάγωσα.

«Γεωτεχνολογίας και Περιβάλλοντος, ΤΕΙ Δυτ. Μακεδονίας.»

Ούτε που θυμόμουν σε ποια θέση είχα βάλει αυτό το τμήμα στο μηχανογραφικό.

Όρεξη να ξαναδώσω, δεν είχα. Ήμουν 17 ετών, δεν μπορούσα να πιστέψω πως θα με έκριναν για την υπόλοιπη ζωή μου στα 17. Αλλά σε τέτοιες ηλικίες, ο πανικός του σχολείου, των εξετάσεων, και των γονιών, μόνο μια τέτοια επίπτωση έχει: Να νοιώθεις άχρηστος, στα 17. Αναρωτιέμαι τώρα πόσοι άραγε σταμάτησαν να προσπαθούν, όταν στα 18 ένοιωσαν ανίκανοι για κάτι, μετά από μια τέτοια περίπτωση.

Είχα αποφασίσει να πάω. Το ήθελα, ήθελα να φύγω από το σπίτι, είχα λόγο να φύγω. Ανέβηκα με τον πατέρα μου, και ενώ είχε ηρεμήσει πια, 19 Σεπτέμβρη του 2005, για τις εγγραφές. Ήταν και η πρώτη φορά που είδα τη σχολή απ’ έξω. Ωραίο μέρος, πολύ πράσινο, μια διαρρύθμιση κτιρίων που αναδείκνυε το πράσινο και κυρίως τα έλατα και τα πεύκα της γύρω περιοχής. Μ’ άρεσε. Δεξιά της εισόδου, σε ένα μεγάλο διάδρομο πριν από τις γραμματείες, είχε στήσει η κάθε σχολή τα τραπεζάκια της, όπου δεχόταν τις νέες εγγραφές. Πριν ξεκινήσουν οι εγγραφές, κάποιοι τύποι που κρατούσαν καφέδες, τσιγάρα, και παρόμοια τέτοια χημικά ξυπνητήρια του οργανισμού, είχαν έρθει τριγύρω και έπιαναν γνωριμίες με τους νέους, ή συζητούσαν με γονείς. Ο πατέρας μου άνοιξε κουβέντα με δύο άτομα. Ο ένας ήταν μηχανολόγος, τότε τελείωνε το 3ο του εξάμηνο και έμπαινε στο 4ο και όσους μηχανολόγους έβρισκε, τους έδινε συμβουλές για ένα καθηγητή τρίτου εξαμήνου, ο οποίος ήταν δύστροπος. Δεν ξέρω αν κάποιος θα έπαιρνε συμβουλές από αυτόν, και αυτό διότι ο άνθρωπος αυτός, είναι ακόμα στη σχολή. Μπήκα Φλεβάρη, και τον ίδιο Φλεβάρη θα τελείωνε το 4ο του εξάμηνο. 4+7=11. Ο άλλος ήταν σε κάποια σχολή του οικονομικού, και ήταν εκεί από το 2000. 10 εξάμηνα. Όχι και οι καλύτεροι οιωνοί, σαν πρώτες γνωριμίες. Ο τύπος που κοίταξε την εγγραφή μου, έμαθα καιρό μετά, πως ήταν 12ο εξάμηνο, και από τους βασικούς υπεύθυνους (ή κάτι τέτοιο, τότε) τότε της ΔΑΠ. Μετά από το 2ο μου εξάμηνο δεν θυμάμαι να τον ξαναείδα. Αυτή η πρώτη μου γνωριμία με το ΤΕΙ ήταν απογοητευτική, για να μην πω κάτι χειρότερο. Ο πατέρας μου, μου κατέστησε σαφές ότι αν το παράταγα, θα με παράταγε και αυτός, και ήταν δίκαιο. Το δέχτηκα.

Είχα ξανανέβει αρχές Φλεβάρη του 2006 με τη μητέρα μου, για να βρω σπίτι. Την ημέρα που ανεβαίναμε, είχε αρχίσει ο συναγερμός για τον Άλεξ, που είχε χαθεί εδώ δίπλα, στη Βέροια. Βρήκαμε μέσω ενός μεσίτη μια μικρή γκαρσονιέρα, ακριβώς στο κέντρο της πόλης. Εκ πρώτης όψεως μου άρεσε, και για κάποιο λόγο, δεν ήθελα να συνεχίσω το ψάξιμο, λόγω δυσφορίας των γονιών μου. Το ενοίκιο ήταν κανονικό προς φτηνό, για το χώρο και την περιοχή της, οπότε την πήρα. Το μόνο για το οποίο μετανοιώνω τώρα πια, είναι που δεν κοίταξα λίγο περισσότερο, διότι όντας στο ισόγειο, άκουγα όποιον έμπαινε και έβγαινε, μεθυσμένο ή μη, με αποτέλεσμα πολλές φορές να ξυπνάω ή να μην μπορώ να συγκεντρωθώ – τον τελευταίο χρόνο αυτό το πράγμα έγινε πολύ χειρότερο. Ένα δεκαήμερο μετά, ανέβηκαν οι γονείς μου για να πάρουν κάποια έπιπλα. Ένα γραφείο, δύο απλές καρέκλες, ένα ψυγείο, ένα κομοδίνο και ένα κρεβάτι. Με τον καιρό, πήρα μια συρταριέρα και μια μικρή τηλεόραση. Και 24 Φλεβάρη, λίγες μέρες αφότου έκλεισα τα 18, ανέβηκα μόνος μου.

Στο γραφείο μου είχα βρει ένα σημείωμα από τους δικούς μου και μερικά μπισκότα, σαν δώρο. Το πρώτο το έχω ακόμα κρατήσει. Εκείνο το πρώτο σαββατοκύριακο είχε περάσει αργά, σχεδόν βασανιστικά μέχρι να καταφέρω να προσαρμοστώ, με εμένα να μην έχω τι να κάνω πέρα από βόλτες στην πόλη και να παίρνω μερικά περιοδικά ιστορίας από ένα περίπτερο εδώ κοντά – χαρακτηριστικά θυμάμαι πως διάβαζα για το κάστρο Colditz τότε. Μια μοναξιά τότε που μου φαινόταν απόκοσμη, αλλά τώρα πια τη συνήθισα και την αναζητώ, την θέλω κιόλας… Τελευταία φορά που την γεύτηκα, ήταν το πρωινό της 18ης Μαρτίου, φέτος, Κυριακή ήταν νομίζω, όταν είχε χιονίσει το βράδυ που μόλις είχε προηγηθεί, και είχα βγει μόνος, με ένα ανοιξιάτικο μπουφάν, σε ένα δάσος έξω από την πόλη προς τη μεριά της σχολής, και ενώ χιόνιζε ελαφρά, δεν άκουγα τον παραμικρό ήχο, αλλά το κρύο με διαπερνούσε – πραγματικά μόνος, έρημος, και δυνατός… Είχε έρθει η Δευτέρα ή Τρίτη (26 η 27) και μη έχοντας την παραμικρή ιδέα για το τι κάνω, πήγα στη σχολή, πολύ πρωί όπου και ακολουθώντας ένα μπουλούκι επίσης πρωτοετών και με μια λίστα στα χέρια με το τι είχα δηλώσει, περνούσα από όποια αίθουσα περνούσαν και αυτοί και γραφόμουν στα εργαστήρια. Χαμένος. Δεν ξέρω αν δικαιολογούμαι. Αλλά χαμένος.

Το πρώτο άτομο που γνώρισα από τη σχολή, ήταν ο Γιάννης. Γιαννιώτης στην καταγωγή, κοντούλης, με μακριά μαλλιά, τότε ήταν 20 ετών και είχε μόλις περάσει, με μια υπερφουσκωμένη ιδέα για τον εαυτό του και κάνοντας προσπάθειες να δείξει υπεύθυνος. Θυμάμαι πολύ καλά τα λόγια του, τα σχέδια που έκανε τότε για το οτιδήποτε, αλλά και εγώ είχα διάφορες ιδέες και δεν το αρνούμαι. «Θα κάτσω να διαβάσω για να τελειώσω με αυτή τη σχολή και μετά λογικά θα πάω για μεταπτυχιακό, για να κάνω τους γονείς μου χαρούμενους, κουράστηκα να στενοχωριούνται για εμένα, μεγάλοι άνθρωποι.» Μοναχοπαίδι, αρκετά καλομαθημένος, δεν άργησε να μπλέξει με διάφορες παρέες. Στα +2 εξάμηνα τώρα πια και αυτός, ενώ και ενεργός ΔΑΠίτης (άκουσα ιστορίες από το 4ο εξάμηνο και μετά για αυτόν, που με έκαναν να αναρωτιέμαι για πολλά). Έκανα παρέα μαζί του μόνο στο πρώτο εξάμηνο, όταν είχαμε δηλώσει μαζί το εργαστήριο Φυσικής και αγχωνόμουν υπερβολικά πολύ, ενώ φαινομενικά για αυτόν δεν υπήρχε λόγος. Από ένα σημείο και μετά έκανα στην άκρη και τον άφησα. Τελευταία φορά τον είδα πριν κάτι εβδομάδες, τυχαία έξω από τη βιβλιοθήκη, μαζί με τον Παύλο, από τη Χαλκίδα ή κάπου εκεί γύρω. Πήγαιναν μέσα να διαβάσουν. Το θυμηθήκατε, σκέφτηκα ειρωνικά. Όταν με ρώτησε τι έκανα και αν τελείωσα, διότι δεν με έβλεπε πουθενά, του είπα ότι μου είχε απομείνει ένα μάθημα και τελείωνα και πτυχιακή. Η γκριμάτσα έκπληξης και το «ουάου» του ανταπαντήθηκαν από ένα αβρό «καλημέρα» και στους δύο, και έφυγα. Αμυδρά άκουσα αυτόν να αναρωτιέται φωναχτά «ρε συ, εμείς πότε θα φτάσουμε στην πτυχιακή;».

Πολύ κόσμο γνώρισα έτσι στις αρχές. Υποθέτω έτσι ξεκινάνε όλοι, γνωριμίες, ανοίγματα, άμβλυνση. Με τον καιρό να περνάει, συνειδητοποιούσα ότι το αν θα δώσω το παρών στο εργαστήριο αύριο, το αν θα πάρω καλό βαθμό στην εργασία την επόμενη εβδομάδα, το αν θα περάσω το μάθημα στην εξεταστική, το αν θα τελειώσω με τη σχολή και θα πάρω το πτυχίο στην ώρα μου, είχε να κάνει με εμένα και μόνο εμένα. Εγώ έπρεπε να ενδιαφερθώ, εγώ έπρεπε να στρωθώ, εγώ έπρεπε να ξεστραβωθώ. Τα +2 εξάμηνα έχουν καταντήσει να γίνουν απαράβατος κανόνας, ακόμα και για τους πιο συμπαθείς μου συμφοιτητές. «Άφησε τη σχολή, και σε αφήνει και αυτή.» Δε θυμάμαι πότε το άκουσα ή αν το σκέφτηκα μόνος μου, αλλά το επανέλαβα πολλές φορές σε συζητήσεις με τους δικούς μου ή με παλιούς φίλους. Η μοναδική απάντηση που μου έδιναν, ήταν ότι «έτσι συμβαίνει με όλα τα πράγματα στη ζωή». Αλήθεια ήταν.

Πριν πάρα πολύ καιρό, ενώ καθόμουν στην γαλαρία ενός λεωφορείου γεμάτο με ξένα πρόσωπα, που με πήγαινε στη σχολή, και κοιτούσα το δάσος στα αριστερά του δρόμου, ο Δαίμονας μου, καθισμένος δίπλα μου και διασκεδάζοντας με την βαρεμάρα τη δική του και των υπόλοιπων δαιμόνων, ψυχολογώντας τους και σιγοτραγουδώντας ένα παλιό ρυθμό που άρεσε και στους δύο μας, μου ψιθύρισε μια μοναδική αλήθεια στο αυτί. Είσαι μόνος σου. Έχεις το μυαλό, τις ιδέες, την κρίση σου. Αυτά θα σε κάνουν θεό. Δεν τον ξέχασα ποτέ, ούτε και εκείνη τη στιγμή, επειδή περιείχε αλήθεια, την αλήθεια μου.

Τον Κώστα, με τον οποίο έκανα παρέα καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολής (μόνο το τελευταίο εξάμηνο ψιλοχαθήκαμε λόγω πτυχιακών και διαφορετικών ωραρίων) , τον γνώρισα κάποια στιγμή μέσα στο πρώτο ή δεύτερο δεκαήμερο εκείνου του Μαρτίου. Ήταν Δευτέρα ή Τρίτη απόγευμα, δεν θυμάμαι ακριβώς, και ένα μπουλούκι φοιτητών πρώτου και δεύτερου εξαμήνου περίμενε τον καθηγητή της Μηχανικής Ι, στο αμφιθέατρο, ο οποίος εκείνη τη μέρα απλά άργησε – ήταν τυπικότατος άνθρωπος, βουτυράτος και καθώς πρέπει κύριος, πρώην στρατιωτικός, και στο μάθημα ήταν κάτι σαν βρυκόλακας: τον είχα ονομάσει έτσι επειδή με όση όρεξη και αν καθόσουν για να τον παρακολουθήσεις, όσο ευδιάθετος και αν έμπαινες στην αίθουσα, θα σου ρουφούσε κάθε ενδιαφέρον και κάθε ενέργεια, σε λίγα δευτερόλεπτα, και δέκα λεπτά μετά θα συζητούσες με τον διπλανό σου, θα έπαιζες με το στυλό σου, θα ζωγράφιζες, θα περίμενες να περάσει η ώρα.

Εκείνο το μπουλούκι περίπου 10 ή 12 φοιτητών λοιπόν για κάποιο λόγο πήγε όλο στον πίνακα του τμήματος, όπου αναρτείτο το πρόγραμμα, για να δουν μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος ή έχει βγει μια ανακοίνωση ή κάτι τέτοιο. Τον Κώστα τον είχα παρατηρήσει και σε μερικά άλλα μαθήματα, να κάθεται μόνος του, όπως και εγώ. Ψηλός, αδύνατος, μακριά μαύρα μαλλιά, black metal μπλούζες. Εκείνη τη μέρα φορούσε το Fate Of Norns των Amon Amarth. Ωραίος δίσκος. Τον είχα αγοράσει όταν είχε βγει, Σεπτέμβρη του ‘04, αν δεν κάνω λάθος… Πόσος καιρός πάει…

Ενώ ερχόταν μαζί μας στους πίνακες ανακοινώσεων, γύρισα και του είπα: «Ωραία μπλούζα. Αλλά το Avenger μου αρέσει περισσότερο.» Είχε χαμογελάσει και μου είχε πει ότι μάλλον συμφωνούσε διότι ήταν «πιο άμεσο στο αυτί». Κάπως έτσι ξεκίνησε μια φιλία μερικών ετών εδώ πάνω, από τις λίγες που έκανα. Τον Νίκο, φίλο του από τα παιδικά χρόνια, συγκάτοικο και πρώην συμφοιτητή του τον γνώρισα κάποια μέρα που πήγα στο σπίτι τους. Εξαιρετικός άνθρωπος. Είχα να τον δω πολύ καιρό, μέχρι που τον πρόλαβα μια τελευταία φορά πριν δύο μέρες στην βιβλιοθήκη και μιλήσαμε λίγο…

Το πρώτο εκείνο εξάμηνο θυμάμαι πως πέρασε με άγχος και προσπάθεια προσαρμογής, μέχρις ότου αρχίσουν οι καταλήψεις, νομίζω, πριν την εκκίνηση της εξεταστικής των θεωριών. Η πρώτη θεωρία που έδωσα στη σχολή, εκείνο τον Σεπτέμβρη, σε δύο διβδόμαδες εξεταστικές, ήταν η Γεωλογία, στην οποία κόπηκα, η επόμενη η Χημεία, την οποία πέρασα.

Και μετά ξεκίνησε το δεύτερο εξάμηνο. Ένα μαύρο εξάμηνο ανυπαρξίας, μαυρίλας, ανουσιότητας. Συνηθίζω να φωτίζω πάντα το παρελθόν μου, με τους προβολείς της αυτογνωσίας μου, απλά για να ξέρω τι είμαι και ποιος είμαι σήμερα, σε σχέση με το τότε – αλλά το «τότε», το δεύτερο εξάμηνο, απλά δεν μπορώ να το φωτίσω. Χαμένος, μη έχοντας σε κάτι να ελπίσω, ένα στόχο, ένα προορισμό, απλά παρασυρόμουν ασυναίσθητα οπουδήποτε, σε μια από τις χειρότερες και αδρανέστερες εποχές της ζωής μου – μια άλλη τέτοια που θυμάμαι, ήταν το Γυμνάσιο. Η μουσική που άκουσα εκείνο το εξάμηνο, ήταν πολύ λίγη, κάτι που ίσως και να μου στοίχησε, αλλά έδειχνε και πόσο κουρασμένος, μπουχτισμένος ένοιωθα… Δεν είχα σκοπό σε αυτή τη ζωή. Πρέπει να πήρα γύρω στα 7 ή 8 κιλά, ίσως και περισσότερα, χωρίς λόγο, απλά επειδή έτσι ένοιωθα, ενώ ήταν επίσης και το χειρότερο, από άποψη εξεταστικής, με επιτυχία μου που άγγιζε μόνο το 40%. Ευτυχώς, για το καλό μου, όλα θα άλλαζαν δραστικά, λίγο καιρό μετά.

Παρένθεση: Το θέμα με τα κιλά μου είναι πολύ ενδιαφέρον για εμένα, ίσως να έχει κάποιο ενδιαφέρον και για άλλους. Ανέβηκα στη σχολή περίπου 110 κιλά. Μέχρι τον επόμενο χρόνο, τον Απρίλη του ’07 που είχα ζυγιστεί στο σπίτι, ήμουν 117, με καμία ελπίδα να τα χάσω. Το ίδιο καλοκαίρι είχα φτάσει στα 105 και κρατήθηκα στα ίδια, το επόμενο καλοκαίρι κρατήθηκα μεταξύ 95 και 97, ενώ πριν κάνα δυο εβδομάδες που ήμουν στο σπίτι και ζυγίστηκα, βρισκόμουν μεταξύ 88 και 90. Αιτία η προσεγμένη διατροφή, το πολύ νερό, η άσκηση, το γυμναστήριο το τελευταίο εξάμηνο, η αποχή από κακές συνήθειες, και το ότι δεν καπνίζω, ούτε πίνω. Το μόνο που εύχομαι είναι να καταφέρω, με το άγχος και το τρέξιμο του επόμενου εξαμήνου, μέχρι να παρουσιαστώ για φαντάρος να είμαι 85 ή και χαμηλότερα.

Το τρίτο εξάμηνο και η διάρκεια του επόμενου ενός χρόνου συνέβαλλαν κατά πολύ στο να δημιουργηθεί από τις στάχτες του, να αναδομηθεί από τις θλίψεις του, ο άνθρωπος που είμαι τώρα, ενώ ήταν με διαφορά το πιο διασκεδαστικό, ενδιαφέρον εξάμηνο που με επηρέασε περισσότερο από όλα – τα προηγούμενα είναι μεταβατικές περίοδοι, και τα επόμενα τα θεωρώ παιδιά και φυσικά επακόλουθα όλων εκείνων των διεργασιών που άρχισαν να συμβαίνουν μέσα μου από τα μέσα εκείνου του Απριλίου και μετά. Μια καρδιά που επιτέλους χτυπούσε ξανά, έπειτα από… Από πολλά χρόνια. Ένα μυαλό που άρχιζε να ακονίζεται, αργά αλλά σταθερά. Μια δύναμη αυτοανασυγκρότησης, αυτοσυντήρησης, αυτοεπέκτασης, με κατέκλυσε, φλέβες πύρινες, καρδιά γεμάτη βροντές και κεραυνούς, και ο νέος άνθρωπος διέσχιζε τη γέφυρα, ψηλός, σίγουρος, ευθυτενής, για να με συναντήσει ένα χρόνο μετά, να δώσουμε τα χέρια και να προχωρήσουμε παρέα.

Τέταρτο εξάμηνο, εξάμηνο αναμονής, ηρεμίας, σκέψεων, στενοχώριας. Ανάσες μόνο προς το τέλος του, στην εξεταστική. Όχι ανούσιο, αλλά όχι ενδιαφέρον. Παράταση του μαρτυρίου, ίσως ανούσιου και άλογου για κάποιους, επιβεβλημένου για εμένα – ο άνθρωπος παίρνει φωτιά όταν φτάσει στα άκρα. Όλα ήρθαν όπως έπρεπε να έρθουν.

Πέμπτο εξάμηνο, το δεύτερο πιο ενδιαφέρον από όλα αυτά. Μεγάλο εγχείρημα στην αρχή του, που έμεινε αναπάντητο – από επιλογή δική μου και αδιαφορία της άλλης πλευράς. Βήματα μπροστά, ο κόσμος είναι γεμάτος και προσιτός για εξερεύνηση, το μυαλό μου επεξεργάζεται, με όση δύναμη έχει τότε, όλα όσα βλέπει, σκέφτεται, φαντάζεται. Το αποτέλεσμα εκείνης της φωτεινής περιόδου, εκείνης της αίσθησης ηρεμίας ανάκατης με ένα μικρό ψήγμα στενοχώριας, του ήσυχου, κατασταλαγμένου Sol Invictus που εποπτεύει τη ζωή με ήρεμο βλέμμα και καθαρό όραμα, φαίνεται σε αυτή την ιστοσελίδα, εκείνη την εποχή. Η επιτυχία στην εξεταστική αγγίζει και γραπώνει γερά το 100% και αρχίζω να σκέφτομαι δειλά δειλά, τι πραγματικά θέλω να κάνω μετά τη σχολή αυτή, όπου κατέληξα μετά από λοταρία.

Στο έκτο εξάμηνο επανήλθε λίγο η βαρεμάρα των προηγούμενων η οποία διακόπηκε για ένα ενδιαφέροντα μήνα, και ξανασυνεχίστηκε. Ξεκίνησα επίσης το γυμναστήριο, ενώ η επιτυχία στην εξεταστική έφτασε το 85%. Ακόμα περισσότερες σκέψεις για το μετά, αρχίζει να με απασχολεί και η πτυχιακή για την οποία έχω θέμα, αλλά όχι χρόνο να την δουλέψω ακόμα. Μου μένει ένα μόνο μάθημα για το πτυχίο.

Το έβδομο εξάμηνο ήταν πολύ βαρετό, κουράστηκα από την αδράνεια και αυτή την αίσθηση του να μην κάνω κάτι σπουδαίο, να είμαι σχεδόν όλη μέρα μπροστά από τον υπολογιστή, να γράφω, να ακούω μουσική, να διαβάζω και να μεταφράζω, να δένω την πτυχιακή. Μόνο θετικό σημείο, η εύρεση εξαιρετικής παρέας για τον δρόμο της ζωής. Σχεδόν τελείωσε και αυτό το εξάμηνο, σχεδόν, λίγες μέρες έμειναν ακόμα…

Χτες, Τετάρτη, πήγαινα στον Αντρέα, για να μου πει τι άλλο θα ήθελε με την πτυχιακή. Στο λεωφορείο πίσω μου κάθονταν τρεις κοπέλες από κάποια άλλη σχολή συζητούσαν για το μάθημα που έγραφαν. «Η Αναλυτική (Λογιστική, αν κατάλαβα καλά) δεν περνιέται με ένα απόγευμα διάβασμα, αν θέλουμε να την περάσουμε πρέπει να καθίσουμε συστηματικά να την διαβάζουμε και το ξέρετε.» είπε η μια. Οι άλλες συμφώνησαν. Κάποια στιγμή η ίδια ανέφερε την λέξη «πτυχιακή», αναρωτώμενη τι θέμα να διαλέξει – «μη λες αυτή τη λέξη!» τσίριξε αυτή που καθόταν δίπλα της, και εγώ χαμογελούσα. Στις 10:59, βρέθηκα έξω από εκεί που είχε μάθημα ο Αντρέας, αλλά όλο το εργαστήριο ήταν κλειστό. Ανέβηκα στην γραμματεία να ρωτήσω που είναι το γραφείο του και μου είπαν ότι ήταν εκεί από όπου είχα μόλις έρθει. 11:10 χτύπησε το τηλέφωνο μου και ήταν αυτός, μου είπε που ήταν το γραφείο του και πήγα. Ξετρελαμένος, μου εξηγούσε για μια ώρα τι μικροδιορθώσεις ήθελε να κάνω. «Συνολικά δεν πρέπει να σου πάρουν πάνω από δύο μέρες καλής δουλειάς νομίζω, έχεις τελειώσει με το βαρύτερο κομμάτι της εργασίας.» Ναι. Που θα τις βρω δύο μέρες όμως… «Να το περιμένετε κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου, διότι σχετικά δύσκολα θα βρω χρόνο αυτές τις μέρες και για τις επόμενες δύο ή τρεις εβδομάδες.» Το δέχτηκε.

Τον Αντρέα θυμάμαι πως τον γνώρισα το πρωινό της Πέμπτης, 17 Μαίου 2007, στην αίθουσα 307. Ίσως και να τον είχα δει παλιότερα μια ή δύο φορές τυχαία, ενώ καθόμουν με τον Κώστα στη σχολή, διότι θυμάμαι πως μου είχε πει κάποια στιγμή ότι «αν σε δει στην πόλη, σε κυνηγάει απλά για να σε χαιρετήσει, πολύ καλός άνθρωπος», ενώ μου ανέφερε γελώντας ένα παλιό συμβάν με ένα συμφοιτητή του Νίκου που είχε πάρει θέμα πτυχιακή σε αυτόν με θέμα Πλανητική Γεωλογία (ή κάτι τέτοιο) και είχε στείλει ένα mail που δεν απαντήθηκε ποτέ, στη NASA. Έτσι, του είχε πει μέσα στο μάθημα ένα «κύριε, με έκλασε η NASA», αυτός είχε γυρίσει να τον κοιτάξει αργά, και του απάντησε «…σε έκλασε η NASA;».

Το πρωινό εκείνης της Πέμπτης, ήταν ένα από εκείνα τα πρωινά του ακόμα πιο περίεργου εξαμήνου. Εκείνη την εβδομάδα παρακολουθούσα μαθήματα ανώτερων εξαμήνων, ψάχνοντας να βρω κάποια. Ένα χαζό, ενθουσιώδες, ερωτευμένο, αγένειο, αξιόλογο παιδί, που έψαχνε και θαρρούσε ότι μπορούσε να τα βάλει με όλο τον κόσμο, να αναποδογυρίσει τα πάντα για να πετύχει αυτό που ήθελε. Μεγαλώνοντας καταλάβαινε και καταλαβαίνει διαφορετικά, όχι ότι δεν μπορεί να το καταφέρει, αλλά πώς να εξελιχθεί για να το καταφέρει… Το θέμα είναι πως ήξερα ότι ίσως να ήταν εκεί, οπότε είχα πάει κατά τις 11:20, ψιλοδιακόπτοντας τον, αν και δεν είχε κλείσει ακόμα την πόρτα της αίθουσας. Μπήκα μέσα, αγχωμένος, και τον είδα.

«Γεωχημεία;»
«Ναι.»

Έκατσα σε μια θέση προς τα πίσω και κοιτούσα γύρω μου, μέσα στα σκοτάδια, ενώ αυτός εξηγούσε τις διαφάνειες που έδειχνε. Όταν το πήρα απόφαση ότι δεν ήταν εκεί, γύρισα και άρχισα να τον παρακολουθώ μέχρι το διάλειμμα, νοιώθοντας ντροπή στην ιδέα μου να σηκωθώ και να φύγω έτσι, από το μάθημα του. Το ίδιο μάθημα το δήλωσα στο επόμενο εξάμηνο, όπου και γνωριστήκαμε καλύτερα και άρχισε σιγά σιγά να με αποκαλεί με το μικρό μου και να ξέρει πως είμαι τυπικός στο θέμα του μαθήματος… Ήταν ο μοναδικός καθηγητής που όλα αυτά τα χρόνια, στη σχολή, με ενέπνευσε, σε σημείο που να τον σέβομαι, να τον θαυμάζω και να τον εμπιστεύομαι για το θέμα της πτυχιακής, και χαίρομαι που δεν διαψεύστηκα τελικά.

Πριν κάτι μέρες ξαναείδα τον Κώστα, που ανέφερα στην αρχή της ανάρτησης, στους υπολογιστές της βιβλιοθήκης, κάτι κοιτούσε στο Facebook. Του είπα ένα γεια, με χαιρέτησε και αυτός, ήταν με 10ημερη άδεια εκτός, για να δώσει 3 θεωρίες που χρωστάει, υπηρετεί στην αεροπορία ως αερονόμος «κάτω» – είχε αναφέρει παλιότερα πως παρουσιαζόταν Κόρινθο ή Τρίπολη, οπότε υπέθεσα κάπου εκεί…

«Εσύ, πότε θα πας;»
«Υπολογίζω Απρίλη. Ένδοξο πεζικό.»
«Ωραία, με το καλό.»
«Ευχαριστώ. Καλή συνέχεια και σε εσένα.»

Αμφιβάλλω αν θα τον ξαναδώ στη ζωή μου, αλλά έτσι σκεφτόμουν και προχτές που τον είδα στο λεωφορείο… Όμως είμαι σίγουρος ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά.

Σήμερα αργά το απόγευμα, πήγα να γράψω το τελευταίο μάθημα. Βιομηχανικά ορυκτά και πετρώματα. Μουντός καιρός, σκούρα σύννεφα, μια ψυχρή ανάσα του ανέμου που θύμιζε φθινόπωρο. Για ένα 5 που θέλω για να σηκωθώ να φύγω, διαβάζω για πράγματα που μάλλον δεν θα ξανακούσω και μάλλον δεν θα ξαναδώ στη ζωή μου. Αίθουσα 307. Είχα τόσο καιρό να πατήσω εκεί μέσα, τόσες αναμνήσεις, τόσες καταστάσεις… Καθόμουν και κοιτούσα από το παράθυρο, στον ορίζοντα τα Κοίλα, και πέρα μακριά, ένα σύννεφο σκόνης και τέφρας που είχε κατακαθίσει πάνω από το χωριουδάκι, από τον ΑΗΣ Καρδιάς, που πιο πέρα ξερνούσε αδίστακτα τον λευκό του καπνό… Κάποια στιγμή πέρασε ο Νίκος με τον Αντώνη, από τη Θεσσαλονίκη – του δεύτερου επίσης τελευταίο του μάθημα. Μιλήσαμε για κάμποση ώρα, έπειτα πήγαν σε άλλη αίθουσα διότι εκεί που ήμουν δεν είχε χώρο, καλά παιδιά, ποιος ξέρει αν θα τους ξαναδώ και αυτούς…

Τα θέματα ήρθαν, σε ένα φτηνό χαρτί, το φτηνότερο που είχα δει ποτέ στη σχολή, αυτό που παλιότερα ως παιδιά αποκαλούσαμε «τσιγαρόχαρτο» και ήταν το ιδανικό είδος χαρτιού για να ξεπατικώσουμε ζωγραφιές… Έγραψα τα 4, το 5ο δεν το ήξερα καν. Ο καθηγητής έμαθα πως έλειπε στην Αθήνα, σκεφτόμουν να πάω να του μιλήσω, αλλά με 4 θέματα καθαρά γραμμένα, και δίπλα μου να καθόταν κατά τη διάρκεια που έγραφα, δεν θα του έλεγα τίποτα. Βγαίνοντας από την αίθουσα, έμεινα ακίνητος, ανακουφισμένος, με μια ελαφριά θλίψη στα χείλη, κοιτώντας εκεί γύρω. Έπειτα απλά έφυγα, μη μιλώντας σε κανέναν. Στο λεωφορείο, μια βαρετή διαδρομή, ακούγοντας ένα τύπο να μιλάει σε κάποια χαζούλα κοπέλα για την δίμηνη σχέση του με μια από το τμήμα της αντιρρύπανσης – μετά άρχισε να μιμείται άτσαλα τον Χάρι Κλυν, αλλά η χαζούλα δάκρυσε από τα γέλια... -4, η σκέψη μου. Περπατώντας στην πλατεία, άρχισα να χαμογελώ ασυναίσθητα, ενώ ψιλόβρεχε. Σήκωσα το κεφάλι προς τον Σούρδο Μπεν και γεύτηκα μια σταγόνα βροχής που άγγιξε τα χείλη μου – δεν ξέρω πόσες ηλεκτροφυσικοχημικές διεργασίες και μέσα από πόσα στρώματα σκόνης, τέφρας και λοιπόν μολυσμένων υλικών που αιωρούνται στην φωτοχημική αιθαλομιχλώδη ατμόσφαιρα της Κοζάνης, διαπέρασε, ώστε να καταλήξει στο στόμα μου… Είχε όμως τη γεύση της νίκης…

Έχω ήδη μαζέψει και πακετάρει το σπίτι εδώ και κάνα δυο μέρες, έτοιμο για να ξενοικιάσω και να μετακομίσω κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι. Αύριο το πρωί ξυπνάω νωρίς λόγω ταξιδιού, δηλαδή απόψε μάλλον είναι ο τελευταίος μου ύπνος στην γκαρσονιερίτσα μου και από τις τελευταίες μου ημέρες στην Κοζάνη. 1η Ιουλίου… Τα τελευταία δύο χρόνια, οι αρχές Ιουλίου έχουν καρφωθεί στο μυαλό μου με συγκεκριμένες εικόνες… Και ο φετινός Ιούλης έχει την άξια κερδισμένη εικόνα του – και σε αυτή ένας νεαρός άντρας αποχωρεί με τα πράγματα του, πολύ πρωί από μια πόλη που κοιμάται, με ηχητική υπόκρουση μια μελωδία θλίψης και ένα τραγούδι νίκης, που κουβαλά νότια ο βόρειος άνεμος… Καλά ήταν, θετικό το πρόσημο και πλέον ήρθε ο καιρός για άλλα πεδία και νέα μέρη…

Με την επιστροφή στην Πάτρα νοιώθω πως έχω τόσα πράγματα κανονίσει να κάνω μέσα στις επόμενες εξήντα μέρες, που θα σκάσει το κεφάλι μου… Μεθαύριο θα πάω για ένα αναγκαίο διήμερο στην Αθήνα, και γυρνώντας θα πρέπει τη Δευτέρα να κανονίσω τα της πρακτικής με την εταιρεία, να τελειώσω με την πτυχιακή και να κάνω και την παρουσίαση, να πάρω το δίπλωμα οδήγησης που θέλω, να πάρω και το proficiency που άφησα να κάθεται τόσα χρόνια, να περάσω από έναν ωτορινολαρυγγολόγο με τον πατέρα μου, έχω να διαβάσω δύο βιβλία που έχω παραμελήσει αυτές τις ημέρες, να κάτσω να διαβάσω τα βιβλία για την επόμενη σχολή και να κρατήσω σημειώσεις μέχρι τον Απρίλη (έκανα την παραγγελία πριν λίγο, μακάρι να μην αλλάξουν ξανά τα βιβλία…), να δω τι βοήθεια θα θέλουν οι γονείς μου ώστε να τους καλύψω, να περάσω από το ΙΚΑ για κάτι δουλειές, ίσως να γράψω και μερικά διηγήματα για να αφήσω έναν ήρωα μου να αναπαυθεί επιτέλους, θέλω κάποια στιγμή να πάω και από την οφθαλμίατρο για να μου πει την άποψη της σχετικά με τους φακούς επαφής, και έχω να φροντίζω και μερικά άλλα προσωπικά πράγματα που νοιώθω πως θα μου τρώνε αρκετό χρόνο συνολικά… Τα ποσοστά της ΗΠΑ (ημερήσια ποσότητα άγχους) αυξάνονται κατακόρυφα μέσα στους επόμενους μήνες και ελπίζω να μην με επηρεάσουν στο επίπεδο της βιοχημείας…

Δε βαριέσαι Γιώργο… Προτιμότερα όλο αυτά από το να κάθεσαι και να περνάς τον καιρό σου απραγμόνως, και το ξέρεις.

Το ξέρω.

Over and out.

6 ΣΧΟΛΙΑ:

Panos Konstantinidis είπε...

Σε νιώθω. Δύο εξάμηνα πέρασα στα ΤΕΙ στη Λάρισα και μετά έφυγα για εξωτερικό. Τις ίδιες σκέψεις έκανα, τις ίδιες εικόνες είχα... Ωραίες εποχές.

ria είπε...

μπράβο!!!

η έκφραση της νίκης πρέπει να μείνει στο πρόσωπό σου μέχρι να τη δουν οι δικοί σου.

άν έρθεις αθήνα, πες το στον ιάσιο...

συγχαρητήρια πτυχιούχε, πλέον!

Ανώνυμος είπε...

πραγματικά οι φοιτητικές παρέες σπάνια κρατάνε

από την άλλη όμως νομίζω οτι ζητάς πολλά από τους άλλους.

ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ είπε...

Ναι ξέρω, δεν είσαι ο πρώτος/πρώτη που μου το λέει.

Ανώνυμος είπε...

ΟΚ. Τότε υποθέτω οτι γνωρίζεις τις αρνητικές επιπτώσεις (μοναξιά). Υπάρχει όμως και μια θετική επίπτωση. Άνθρωποι με τις δικές σου ευαισθησίες μπορούν να μπλέξουν πολύ άσχημα με προβληματικές παρέες αντικοινωνικών που θα τους επηρρεάσουν πολύ άσχημα -- και τα υψηλά στάνταρ σου μάλλον σε έσωσαν. Διαβάζοντας τη σελίδα σου νιώθω οτι θα είχαμε ίδιο τρόπο σκέψης για πολλά πράγματα (όταν ήμουν στην ηλικία σου). Δυστυχώς εγώ είχα την ατυχία να περάσω σε καλή σχολή στη Θεσσαλονίκη οπου έμπλεξα με αντικοινωνικούς (υπάρχουν πολλά φρούτα στις μεγάλες πόλεις) και απομακρύνθηκα από τη σχολή για 3 χρόνια. Αδύνατο να επιστρέψω. Αποτυχημένος (σε αντίθεση με σένα) γύρισα στη γενέτειρά μου αλλά ταυτόχρονα και αποφασισμένος να αλλάξω σε πολλά πράγματα. Δίαιτα, γυμναστική, δουλειά και δημιουργία νέων φίλων. Δύσκολο αλλά εφικτό. Το φάντασμα της αποτυχίας στην σχολή με βασανίζει σχεδόν κάθε μέρα εδώ και αρκετά χρόνια -- νομίζω όμως οτι χωρίς αυτό το σοκ θα ήμουν ακόμα lonely. Σε ζηλεύω από τη μιά αλλά σε πονάω από την άλλη για τη μοναξιά σου. Ας γίνει ο στρατός εφαλτήριο για απαραίτητες αλλαγές στο μέλλον...

ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ είπε...

Ανώνυμε, οι αλλαγές έχουν ήδη συμβεί και αυτό τον καιρό είμαι σε μια από τις γλυκύτερες εποχές μου - είμαι με τους δικούς μου, έχω την κοπέλα μου, συζητάω με δύο παλιούς φίλους από το Λύκειο με τους οποίους παλιότερα βρισκόμουν μια φορά το χρόνο, έχω (ωραία) πράγματα να κάνω, ταξιδεύω όσο μπορώ, απλά είναι ακόμα καλοκαίρι (και δεν έχω και πολλά να κάνω), οπότε από Σεπτέμβρη περιμένω τα πολύ ενδιαφέροντα, που θα μπει και η δουλειά στην εικόνα, επισης.

Επισης, δεν κατηγορώ την μοναξιά μου για τίποτα - ακόμα την επιλέγω, ακόμα την εκτιμώ, ακόμα την χαίρομαι, και ξέρω πως είναι και ο μοναδικός τρόπος για να τα έχω καλά με τον εαυτό μου, απλά τη χρειάζομαι - η όλη θλίψη που σε παλαιότερες αναρτήσεις αναδυόταν από την ιστοσελίδα, καταλαβαίνω (και γνώριζα) πως οφειλόταν εν πολλοίς στην τότε έλλειψη ερωτικής συντρόφου, το οποίο απλώς με κρατούσε σφιγμένο και με έριχνε πολύ, ώρες ώρες. Πλέον ευτυχώς έχουν φτιάξει κατά πολύ τα πράγματα.

Σχετικά με τη σχολή σου - είναι όντως τόσο αργά να ξαναξεκινήσεις; Δεν ξέρω σε τι ηλικία είσαι, αλλά δεν θα είσαι και τόσο μεγάλος που απλά να μην σε παίρνει. Είμαι της άποψης πως ο άνθρωπος δεν καταφέρνει αυτά που δεν θέλει να καταφέρει, και την θέληση του βρίσκει τρόπο να την επιβάλλει, αν θέλει να την επιβάλλει. Το θέμα των σπουδών όντως αιωρείται σαν φάντασμα, χρειάζονται και αυτές, ολοκληρώνουν τον άνθρωπο, τον κάνουν καλύτερο, τον "πελεκάνε" που έλεγαν και οι παλιοί. Και εγώ, αν ήμουν του εύκολου δρόμου, θα έκανα καμιά προσπάθεια για κάνα μεταπτυχιακό, και αν δεν μου καθόταν, θα καθόμουν, θα δούλευα, και θα περνούσα τη ζωή μου γραμμικά, αλλά θέλω να συνεχίσω να σπουδάζω κάτι που μου αρέσει, με ενδιαφέρει, και στο οποίο είμαι πολύ καλός, εν είδει ολοκλήρωσης, και επειδή δεν μπορώ να με φανταστώ ακόμα χωρίς ένα σκοπό που θα τρέφει τον εγωισμό μου...

Όπως σου είπα, δεν ξέρω τι ηλικία είσαι, δεν ξέρω και από που είσαι και αν η Θεσσαλονίκη πέφτει τόσο μακριά - αλλά ξέρω πως τα φαντάσματα μας τα ξορκίζουμε μόνο αν προσπαθήσουμε να τα δούμε κατάματα, φίλε...