<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643</id><updated>2012-02-16T19:30:21.835+02:00</updated><category term='Σημειώσεις'/><category term='Ζωή'/><category term='Βιντεοπαιχνίδια'/><category term='Στοχασμοί'/><category term='Διηγήματα'/><category term='Διάφορα'/><category term='Γκίντορακ'/><category term='Τριλογία'/><category term='Ποιήματα'/><title type='text'>ΨΥΧΟΡΡΕΟΝ ΠΥΡ</title><subtitle type='html'>ΕΠΕΙΔΗ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΙΑΖΟΥΜΕ ΜΕ ΦΩΤΙΑ...</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><link rel='next' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default?start-index=101&amp;max-results=100'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>195</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-7783129538502800000</id><published>2011-10-17T14:25:00.006+03:00</published><updated>2011-10-17T14:38:40.365+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Άποψη του Lindisfarne</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/-iaLbjN8AHVo/TpwSJEvWvqI/AAAAAAAAAzw/Zm4OZjKXocs/s1600/DSCF0078.JPG"&gt;&lt;span style="color:#000000;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; width: 320px; height: 240px; text-align: center; display: block; cursor: pointer;" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5664422378425728674" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-iaLbjN8AHVo/TpwSJEvWvqI/AAAAAAAAAzw/Zm4OZjKXocs/s320/DSCF0078.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;Η φωτογραφία είναι χτεσινή, όταν και βρέθηκα για λίγες ώρες στο Berwick-upon-Tweed για ένα γεωλογικό field trip. Το Berwick είναι στα σύνορα Σκωτίας και Αγγλίας, και τώρα ανήκει στη δεύτερη. Ήταν η πρώτη φορά που βγήκα από το Εδιμβούργο από τη μέρα που ήρθα, αλλά να δω, έστω από μακριά, το Lindisfarne (ο όγκος στα αριστερά, ο όγκος στα δεξιά είναι το Bamburgh Castle), δεν το περίμενα. Να δω πότε θα καταφέρω να πάω κάποια στιγμή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-7783129538502800000?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/7783129538502800000/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=7783129538502800000' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7783129538502800000'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7783129538502800000'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2011/10/lindisfarne.html' title='Άποψη του Lindisfarne'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-iaLbjN8AHVo/TpwSJEvWvqI/AAAAAAAAAzw/Zm4OZjKXocs/s72-c/DSCF0078.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-3949033774849067591</id><published>2011-07-19T16:08:00.003+03:00</published><updated>2011-07-19T16:32:25.110+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Ταξίδι στα πέρατα του Εσώτερου Κόσμου</title><content type='html'>Ο χρόνος εν τέλει είναι πολύ απρόσωπη έννοια. Η σχετικότητα του επίσης δεν είναι ψέμα, αλλά δεν είναι και a priori αλήθεια. Είναι σαν μια εξώκοσμη, τιτάνιας ουσίας ύπαρξη, που όσο και αν προσπαθήσεις να την αγνοήσεις, πάντα θα γυρνά να σε στοιχειώνει, με πάμπολλους τρόπους και τύψεις που μπορούν να σε τυραννήσουν πολύ αποτελεσματικά, διότι προέρχονται από πράγματα που θέλησες κάποτε να ξεχάσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια πολύ ενδιαφέρουσα παραλειτουργία που συμβαίνει μέσα από αυτές τις μεγάλες περιόδους του χρόνου, και η οποία μπορεί να αγνοηθεί πολλές φορές λόγω της μακροσκοπικότητας της ύπαρξης αυτής, είναι η επανεκκίνηση, η επαναλειτουργία, το reboot με όρους υπολογιστών. Διότι έχει πολύ ενδιαφέρον η πνοή στο κενό διάστημα, όταν μετά από καιρό και μέσα σε καταστάσεις όπου χάνεται κάθε προσωποψυχολογική συνοχή, βρίσκει κάποιος τη δύναμη ή το κουράγιο ή την έμπνευση ή αυτό το πυρ, όλα όσα απέρρεαν και απορρέουν από την ψυχή του, να επαναγεννηθεί σαν κάτι που ήταν κάποτε, ένα αστέρι, που προχωρά (κάποτε μόνο του, αλλά στην προκειμένη περίπτωση) με παρέα σε νέους, ανεξερεύνητους, ψυχρότερους, σκοτεινότερους γαλαξίες και άλλα στερεώματα, που όμως κρύβουν τη χαρά της περιπέτειας. Ω ναι, τότε έχει πολύ ενδιαφέρον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποιος κάποτε, παλιός γνώριμος, το είπε και πιο ποιητικά:&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style:italic;"&gt;Tumbling, drowning, burning with white hot fire, I plunged into the depths of the abyss.&lt;br /&gt;Unspeakable pain, relentless agony.&lt;br /&gt;Time ceased﻿ to exist.&lt;br /&gt;Only this torture and a deepening hatred of the hypocrisy that damned me to this hell.&lt;br /&gt;An eternity passed, and my torment receeded, bringing me back from the precipice of madness. The descent had destroyed me... yet... I lived.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ο "γαλαξίας":&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/-lp2uIRU3gtk/TiWB_bH6m-I/AAAAAAAAAzo/i3TyhUfKMy4/s1600/e.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 290px; height: 320px;" src="http://3.bp.blogspot.com/-lp2uIRU3gtk/TiWB_bH6m-I/AAAAAAAAAzo/i3TyhUfKMy4/s320/e.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5631049835709373410" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-3949033774849067591?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/3949033774849067591/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=3949033774849067591' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/3949033774849067591'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/3949033774849067591'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2011/07/blog-post.html' title='Ταξίδι στα πέρατα του Εσώτερου Κόσμου'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-lp2uIRU3gtk/TiWB_bH6m-I/AAAAAAAAAzo/i3TyhUfKMy4/s72-c/e.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-8156900589357604384</id><published>2010-12-29T19:36:00.000+02:00</published><updated>2010-12-29T19:37:13.160+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>«Φύγε, πολίτη.»</title><content type='html'>Η σκέψη μου σήμερα το πρωί τριγύριζε γύρω από αυτή τη φράση – πιο μετά στη μέρα μου μπλέχτηκαν διάφορες μαλακίες και καταστάσεις που δεν ήθελα και με τσάντισαν ή με στενοχώρησαν, αλλά δε βαριέσαι. Έχω καιρό να γράψω εδώ πέρα, και η αλήθεια είναι πως η ζωή αποδεικνύεται πιο περίπλοκη και πιο χρονοβόρα πλέον, για να γράφω οτιδήποτε – αλλά πως το θέλω να βρω ένα πρόγραμμα, στο μέλλον, για να μπορώ να αφοσιωθώ σε κάποια πράγματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρασε και ο επαναπατρισμός, πέρασαν και οι κατατακτήριες, πέρασε και η εορταστική άδεια, αύριο ξαναμπαίνω στη μαρμάγκα αλλά έχω ενάμιση μήνα ακόμα. Το μετά είναι το πιο τρομακτικό. Την πρώτη βδομάδα που παρουσιάστηκα, κάποιος αστεράτος είχε αναφέρει πως οι απολυόμενοι πάντα του λέγανε «μακάρι να καθόμασταν λίγο περισσότερο, ήταν ωραία». Δεν τον είχα πιστέψει τότε, δεν τον πιστεύω τώρα. Απλά το συναίσθημα της ερημιάς και της εγκατάλειψης που νοιώθει κανείς όταν, έπειτα από εννιά μήνες ή ένα ή ενάμιση χρόνο αναγκαστικού παγώματος της ζωής του, στέκεται ελεύθερος μπροστά από μια πύλη (την οποία δεν θα σε αφήσουν να διαβείς, αν προσπαθήσεις) μέσα από την οποία τον φρόντιζαν και τον απασχολούσαν, κρατώντας την ύπαρξη του μικρή, αμελητέα, εργαλειακή, πειθήνια, πρέπει να είναι άσχημο. Περίπου σα να μένει κανείς άνεργος σε μεγάλη ηλικία και με υποχρεώσεις να τρέχουν – θέλω να πιστεύω πως σε μικρότερη, ο εγωισμός, το πάθος και τα ελεύθερα όνειρα για ζωή υπερισχύουν της στιγμιαίας θλίψης. Όμως σε αυτή την περίπτωση, δεν πρόκειται απλά για δουλειά – πρόκειται για ολόκληρο σύστημα ζωής που εγκλωβίζει όλο σου το Είναι σε μια άσχημη, κακή, ψυχοφθόρα ρουτίνα και μετά σε φτύνει ξανά στον κόσμο, για να βρεις το δρόμο σου, ενώ όλα έχουν αλλάξει από τότε που τα θυμάσαι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποιος τη γαμάει και τη νέα χρονιά και όλες αυτές τις μαλακίες που θα ξανάρθουν σε καμιά 360ρια μέρες, λες και δεν θα τα ξαναζήσουμε – μέσα θα είμαι και δεν με ενδιαφέρει καθόλου, αν έχω υπηρεσία θα πέσω για ύπνο λίγο μετά τα μεσάνυχτα και αν μπορούσα, πολύ πιο πριν. Σημασία έχουν αυτά που έχουμε χάσει, χάνουμε και θα χάσουμε σε λίγο καιρό – και μακάρι να καταφέρω να αποδράσω σύντομα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-8156900589357604384?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/8156900589357604384/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=8156900589357604384' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/8156900589357604384'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/8156900589357604384'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2010/12/blog-post.html' title='«Φύγε, πολίτη.»'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-6827257780696867083</id><published>2010-10-20T17:54:00.005+03:00</published><updated>2010-10-22T17:52:11.423+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Κυκλοθυμικότητα</title><content type='html'>Σαφώς και η μουσική είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ψυχολογία μου, δεν το αρνήθηκα ποτέ, και εξαπανέκαθεν οι νότες μπορούσαν να αγγίξουν τις πιο κακαίσθητες εσώτερες χορδές μου που έχουν μάθει μόνο να κρύβονται - μικρές τυχαίες ηχοσαϊτιές λοιπόν που με επηρεάζουν ανά πάσα στιγμή, η ανάρτηση αφιερώνεται σε εμένα και μόνο εμένα, καιρός ήταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οδεύουμε στο τέλος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/ZhyKbpmWanU?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/ZhyKbpmWanU?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/pScbdF-9cNY?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/pScbdF-9cNY?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/OYqE708lBxk?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/OYqE708lBxk?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/vGyP1OowKwg?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/vGyP1OowKwg?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/w2RMWWBXYbs?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/w2RMWWBXYbs?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/5h64wglmemQ?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/5h64wglmemQ?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/8usOiu8StWQ?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/8usOiu8StWQ?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/OZOuy4YM0AI?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/OZOuy4YM0AI?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/HCpk7HIryK0?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/HCpk7HIryK0?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/tGjDvP2LlhU?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/tGjDvP2LlhU?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/lB7T6Kd9cYg?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/lB7T6Kd9cYg?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/U88zyFLzIXQ?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/U88zyFLzIXQ?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/hlRbulSQDQU?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/hlRbulSQDQU?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/ebr-UTWLfyE?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/ebr-UTWLfyE?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/4V6ayeiKkT4?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/4V6ayeiKkT4?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/ZWuNf4gxwuM?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/ZWuNf4gxwuM?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/V3EOibiVzq4?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/V3EOibiVzq4?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/9y96Y2JE5F8?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/9y96Y2JE5F8?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/w6WhjqYst4s?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/w6WhjqYst4s?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/URTt_imRTlM?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/URTt_imRTlM?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/OP60M5A_L_8?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/OP60M5A_L_8?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/26dkQjhaSQM?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/26dkQjhaSQM?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/NI6pOxXML9U?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/NI6pOxXML9U?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="640" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/o9Pu92St5O0?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/o9Pu92St5O0?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="640" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/KUUmHaA2JCE?fs=1&amp;amp;hl=en_GB"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/KUUmHaA2JCE?fs=1&amp;amp;hl=en_GB" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Outside the walls of sanity &lt;br /&gt;Underneath the sun of the dead &lt;br /&gt;Raven tongues speak &lt;br /&gt;Endlessly desecrating the silence &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ancestries, generations gone &lt;br /&gt;Through the memory, through the thought &lt;br /&gt;Like the wolves they cry &lt;br /&gt;From your own blood &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Evilgod's ravens, wolves of Udin &lt;br /&gt;Still I see the features of the dead in the faces of the living ones &lt;br /&gt;Evilgod's ravens, wolves of Udin &lt;br /&gt;From the darkness of immemorial times I hear the ominous songs &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Outside the borders of consciousness &lt;br /&gt;The savage woods of the ghosts &lt;br /&gt;There upon the trees of the folk &lt;br /&gt;The signs are still unread &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Where the roots of the souls &lt;br /&gt;Grow down into the realm of Death &lt;br /&gt;To reflect this world &lt;br /&gt;Through the mirror of the dead &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Evilgod's ravens, wolves of Udin &lt;br /&gt;Still I see the features of the dead in the faces of the living ones &lt;br /&gt;Evilgod's ravens, wolves of Udin &lt;br /&gt;From the darkness of immemorial times I hear the ominous songs &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;War-witch saddled up the wind &lt;br /&gt;And night rises up in flames &lt;br /&gt;Stars fall as the runes of death &lt;br /&gt;Deep into the heart of our woods &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Raven flocks flew down &lt;br /&gt;To rob the gardens of human dreams &lt;br /&gt;Wolfheaded spirits descended &lt;br /&gt;To drink the mead of blood &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Under the banners of massacre &lt;br /&gt;Fallen armies join with the living hosts &lt;br /&gt;To drink the sweet cold waters of distant foreign rivers &lt;br /&gt;From their old helmets&lt;/em&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-6827257780696867083?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/6827257780696867083/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=6827257780696867083' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/6827257780696867083'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/6827257780696867083'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2010/10/blog-post.html' title='Κυκλοθυμικότητα'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-7914704141703417146</id><published>2010-09-24T16:27:00.004+03:00</published><updated>2010-10-03T18:03:39.925+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>In the middle of death, in the face of Life...</title><content type='html'>Όρεξη να γράψω πολύ δεν έχω, είχα τον περασμένο μήνα στο Ζύγι, αλλά τώρα βρίσκομαι Ελλάδα και δεν θέλω να χάνω χρόνο γράφοντας. Η μισή θητεία σήμερα φεύγει, και από αύριο ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση. Οι ιστορίες για να διηγηθώ πολλές, αλλά μάλλον αφού τελειώσουν όλα - ήδη έχω ξεχάσει φάτσες από το λόχο και το στρατόπεδο και χαίρομαι, και όσο σκέφτομαι ότι τη Δευτέρα που γυρνώ ξεκινούν οι επαναπατρισμοί των παλιών, αισθάνομαι ακόμα πιο ωραία: Οι περισσότεροι δεν μου έχουν λείψει, οι υπόλοιποι μου ήταν λίγο-πολύ αδιάφοροι, λίγοι άξιζαν πραγματικά. Το ποσοστό βλακείας στο στρατό είναι μεγαλύτερο απ' ό,τι στην πολιτική ζωή, και αυτό διότι "μέσα" υπάρχει μικρότερος αριθμός ατόμων σε αντιστοιχία με τα περιορισμένα τετραγωνικά, το μεγάλο αριθμό διαταγών και τη μειωμένη δυναμικότητα ελεύθερης σκέψεως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/D66Qi8T2oRw?fs=1&amp;amp;hl=el_GR"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/D66Qi8T2oRw?fs=1&amp;amp;hl=el_GR" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-7914704141703417146?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/7914704141703417146/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=7914704141703417146' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7914704141703417146'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7914704141703417146'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2010/09/in-middle-of-death-in-face-of-life.html' title='In the middle of death, in the face of Life...'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-5658580393084162404</id><published>2010-08-01T16:03:00.004+03:00</published><updated>2010-08-01T16:39:33.736+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Τυραννικό λυκαυγές</title><content type='html'>Συχνά-πυκνά κάποια πρωινά, 4 με 6 τα ξημερώματα, φυλάω σκοπός στην κεντρική (μονή) πύλη της Λέσχης Αξιωματικών της ΕΛΔΥΚ, της Εθνοφρουράς και του Κυπριακού Στρατού στη Λευκωσία, στης οποίας το δεύτερο όροφο διαμένει εθιμοτυπικά ο εκάστοτε διοικητής της ΕΛΔΥΚ. Τέτοια ώρα τα πρωινά πλέον μοιράζομαι τη σκοπιά μαζί με κάποιον άλλο στρατιώτη του λόχου μου (από την αρχή της εβδομάδας οι υπηρεσίες της λέσχης πέρασαν αποκλειστικά στο λόχο μου, όπερ σημαίνει πως θα βρίσκομαι συχνά εκεί) αλλά είναι τέτοια η ώρα και τόση η κούραση και η αϋπνία που δεν προσφέρεται για κουβέντες το δίωρο - όταν κλείνεις για 2 δευτερόλεπτα τα μάτια σου και αμέσως χάνεις κάθε οπτική και ακουστική επαφή με το περιβάλλον και το μυαλό σου αρχίζει να να πλάθει εικόνες και μικρά clipάκια ονείρων, αρχίζεις να ακούς πεντακάθαρα μέσα σε αυτή την ονειροζάλη τις φωνές δικών σου ανθρώπων, παλιών γνωστών, διαφόρων αξιωματικών, ξένες, απόμακρες, σου είναι δύσκολο να αντιληφθείς με ποιο τρόπο, ποιο από όλα τα απόκοσμα χέρια ή πλοκάμια της πραγματικότητας βουτάει στα νερά της ονειροπλασίας, σε γραπώνει γερά και σε τραβάει έξω και ξάφνου ανοίγεις τα μάτια σου και συνειδητοποιείς που είσαι και τι κάνεις με κομμένη την ανάσα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...Και με ένα άβολο και μικρό αλεξίσφαιρο για το ύψος σου, που έχει δύο ακούνητες πλάκες από κέβλαρ μπροστά και πίσω και που φορώντας το αισθάνεσαι απρόσβλητος αλλά και ακούνητος, ενώ μετά την πρώτη ώρα η μέση σου μηρμυγκιάζει και όλη η πλάτη αρχίζει να πονάει. Με ένα χρέπι G3A3 του οποίου οι εμπλοκές σου έχουν κοστίσει άδικα τις πρώτες σου δύο κρατήσεις, παρά πόδα. Με μια γεμιστήρα και ένα τελαμώνα επάνω σου, όλα σφραγισμένα και κλεισμένα με μολυβδοσφραγίδες, χωρίς ξιφολόγχη πάνω σου, χωρίς ελπίδα να καταφέρεις να τα σκίσεις για να χρησιμοποιήσεις τους γεμιστήρες στην περίπτωση που γίνει το οτιδήποτε (ο ΕΣ χρησιμοποιεί αληθινά πυρά κουμπωμένα πάνω στα όπλα τους στις σκοπιές και στις περιπολίες των νεοσύλλεκτων στα κέντρα εκλπαιδεύσεως αλλά στην Κύπρο η πιθανότητα να εκπυρσοκροτήσει από λάθος ή νευρικότητα ένα όπλο, τα υποβιβάζει απλώς σε άκακα ματσούκια που οι ΕΛΔΥΚάριοι περιφέρουν για ψυχαγωγικό, εκπαιδευτικό και διακοσμητικό λόγο), με συνθηματικά που αλλάζουν κάθε βράδυ για την περίπτωση εξωτερικής εφόδου, και με οδηγίες, ουσιαστικά είσαι εκεί για να δείξεις πως υπάρχεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οφείλω πάντως να ομολογήσω ότι η υπηρεσία στη λέσχη είναι καλύτερη από το να είσαι μέσα στο στρατόπεδο, από άποψη ψυχολογικής ανόρθωσης και μόνο. Βλέπεις τον κόσμο έξω, άτομα με πολιτικά να περνάνε μπροστά σου και να σε κοιτάνε ή να σε καληνυχτίζουν, βαράς προσοχές σε κάθε αξιωματικό που είναι πάνω από λοχαγός, χαζεύεις τα καλομαθημένα πιτσιρικάκια των αξιωματικών που παίζουν κυνηγητό εκεί γύρω, ακούς διάφορες τουρίστριες που περνάνε με αυτοκίνητα από μπροστά να σε χαλβαδιάζουν ή να σε δουλεύουν ουρλιάζοντας "hey soldiers!" ή "ooooooohh!!!", ακούς επίσης μερικά "πουστρόνεο", "μαλάκεεεες", "μουνιά!" από διάφορους Κύπριους, πιάνεις κουβέντα με τον κάθε αερογάμη αλφαμίτη ή φαντασμένο στρατονόμο και σου δίνεται η ευκαιρία να τους δουλέψεις και λίγο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρωινά λοιπόν, 4 με 6. Η ώρα περνάει ενώ κοιτώ προς τα εκεί που ο ουρανός από μαύρος γίνεται σκούρος μπλε, έπειτα παίρνει ένα σάπιο πρασινόγκριζο χρώμα, μέχρι που χρυσαφίζει και αναρωτιέμαι αν κάποιος δικός μου άνθρωπος πέρα στα δυτικά είναι ξύπνιος για οποιοδήποτε λόγο και με σκέφτεται. Ένα ευγενικό, εγκάρδιο "καλημέρα" από κάποιον καλό περαστικό μπροστά από την πόρτα με συνεφέρει. Οι ασιάτισσες με τα ξέκωλα στην άλλη άκρη του δρόμου πάνε για την τελευταία πιάτσα, το σκλαβοπάζαρο με ξαναφέρνει στην πραγματικότητα. Το Steyr με τα κοιμισμένα ζώα που δεν κάνουν άκρη για να μπεις, με ξαναφέρνει πίσω στην κόλαση (των 41 βαθμών Κελσίου και παρασκευιάτικης ταγματικής παρέλασης) κάθε πρωί, αλλά αντιστέκομαι. Ο καιρός περνάει, σε λίγες μέρες καταπίνω το 1/3 της θητείας και προχωρώ. Από αύριο πενθήμερο βολών με 45ρια πιστόλια, διόπτρα ελεύθερου σκοπευτή, χειροβομβίδες και οπλοβομβίδες, MG3, ίσως M79 και κάποιο αντιαρματικό, νέες εμπειρίες, νέο λιώσιμο, αλλά θα αντέξω, θα έχω πολλά να διηγηθώ στο τέλος. Και φυσικά, πέρα από όλα αυτά, δε σου δίνεται καθημερινά η ευκαιρία ενώ στέκεσαι ακίνητος στο φυλάκιο της πύλης να βλέπεις έναν χοντρούλη στρατονόμο από το Καρπενήσι να παραπονιέται για "τη ζέστα" και εκεί που είναι όρθιος μπροστά στην κεντρική πύλη, να ανοίγει τα πόδια και να ξύνεται ασταμάτητα και ζωηρά μεταξύ κώλου και όρχεων μουγκρίζοντας ευχαριστημένος ενώ από πίσω του τον πάρακολουθούν ξυνισμένοι αξιωματικοί. Εκεί σκας ένα χαμόγελο. Μπορεί να είσαι ΕΛΔΥΚάριος και να τραβάς τα πάνδεινα, αλλά το σκας.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-5658580393084162404?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/5658580393084162404/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=5658580393084162404' title='9 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/5658580393084162404'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/5658580393084162404'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2010/08/blog-post.html' title='Τυραννικό λυκαυγές'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><thr:total>9</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-3668377060836908065</id><published>2010-07-16T15:31:00.004+03:00</published><updated>2010-07-16T15:38:35.277+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Ο κύκλος έκλεισε</title><content type='html'>&lt;div align="left"&gt;&lt;em&gt;And I offered myself, to the night…&lt;br /&gt;In a spray of blossoms, red and white…&lt;br /&gt;And I took my seat among the depraved…&lt;br /&gt;Like a quiet boy, like a returning faith…&lt;br /&gt;Does that make you sufficient unto yourself?...&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Άφησα την Κύπρο αηδιασμένος, έχοντας τα λόγια δύο ατόμων στο μυαλό μου. Ο πρώτος, ένας κρατικοδίαιτος νευρικός λοχαγός αμέσως μόλις άκουσε το λόγο που έπαιρνα την άδεια, προσπαθούσε να με πείσει ότι στην Ελλάδα υπάρχουν ευκαιρίες για δουλειά διότι και ο αδερφός του που τελείωσε ένα σχεδόν ίδιο τμήμα με εμένα, αν και δουλεύει «στου διαόλου τη μάνα» (λες και η Κύπρος είναι πιο κοντά!) παίρνει 2 χιλιάρικα το χρόνο, αμέσως μόλις έμαθε ότι θα ψάξω για Ελλάδα αλλά λοξοκοιτώ και προς το εξωτερικό. «Δεν έχεις βγει έξω να ψάξεις, γι’ αυτό σκέφτεσαι το εξωτερικό, η Ελλάδα έχει και μπορεί να δώσει τα πάντα» και διάφορα άλλα, από άνθρωπο που παίρνει κάνα διχίλιαρο ως λοχαγός και άλλα 2300 ως επίδομα Κύπρου. Μπήκα στον πειρασμό να τον ρωτήσω πότε ήταν η τελευταία φορά που έψαξε για δουλειά και ξέρει τόσα πράγματα για την Ελλάδα και την αγορά εργασίας της (από την Κύπρο!), αλλά δεν το έκανα διότι είναι από τους πιο ανισόρροπους εκεί μέσα και είχα ήδη αργήσει (τον περίμενα 20 λεπτά, διότι μιλούσε με τον υπόδικα) και δεύτερον, όσο μου μιλούσε άρχισα να νοιώθω μια μεταλλική γεύση στο στόμα και κατάλαβα πως είχε ανοίξει ένα κόψιμο πάνω από τα χείλη μου, από το ξύρισμα του ίδιου πρωινού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο δεύτερος ήταν ο ταξιτζής που με πήγε από το στρατόπεδο μέχρι την εταιρεία &lt;em&gt;Kapnos Airport Shuttle&lt;/em&gt; στο ξενοδοχείο Φιλοξένια στη λεωφόρο Αγλαντζιάς (ναι, κάνω διαφήμιση, και θα εξηγήσω παρακάτω γιατί) ο οποίος αμέσως μόλις άκουσε που πήγαινα, με ρώτησε τι ώρα πετούσα – έκανα το «λάθος» να πω την αλήθεια. Με μόλις δύο ώρες μέχρι την πτήση δέχτηκα υποψιασμένος τα βέλη της επίθεσης του οδηγού, αλλά ήμουν σταθερά προαποφασισμένος και τα απέκρουσα όλα – μέσα σε ενάμισι λεπτό, ανάμεσα σε άλλα δύσκολα κυπριακά που έλεγε και δεν πολυκαταλάβαινα, με ρώτησε 7 φορές (τις μέτραγα με τα δάχτυλα μου) αν θα προλάβω να φτάσω στο αεροδρόμιο στην ώρα μου, αλλά και στις 7 δεν τσίμπησα. Το πρόβλημα με τους ταξιτζήδες στην Κύπρο, για όλους τους στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ, είναι πως ξέρουν ότι όλοι μας λίγο-πολύ κάποια στιγμή θέλουμε να πάμε στο αεροδρόμιο, ειδικά όταν παίρνουμε ξεχωριστές άδειες, δηλαδή ολομόναχοι. Η στάνταρ ταρίφα για το Λευκωσία-Λάρνακα είναι 50 ευρώ σε ένα ταξί, και δεν αποκλείεται να φτάσει και 60 ή να είναι και στα 40, αν ο οδηγός δεν είναι μουργόλυκος (στην Κύπρο υπάρχουν και εξάπορτα ταξί, οπότε αν υπάρχουν 5 ή 6 φαντάροι, τους βολεύει περισσότερο να πάρουν ταξί), αλλά για τους μοναχικούς αδειούχους που το 50ρικο δεν είναι απλή υπόθεση, η εταιρεία Kapnos κάνει τα πράγματα απίστευτα πιο απλά, διότι ενώνει με λεωφορείο τη Λευκωσία με το αεροδρόμιο της Λάρνακας, με μόλις 7 ευρώ – και αν δε σε έχουν ξαναδεί, σου δωρίζουν και ένα καπελάκι της εταιρείας! Όταν ο οδηγός κατάλαβε πως δεν υπήρχε περίπτωση να ενδώσω, άρχισε με πιο καθαρά ελληνικά να προσπαθεί να μου εξηγήσει ότι αυτός είναι από τους καλούς ταξιτζήδες και πηγαίνει τον κόσμο εκεί που του ζητούν («εγώ ντεν ρίχνω μούτραν αν κάποιος μου ζητήσει να τον πάω στον Καπνός με τα 7 ευρών» - έχει ενδιαφέρον ότι δεν του είπα σε καμία στιγμή της κούρσας για την εταιρεία, απλά «πήγαινε με εκεί») και ότι υπάρχουν άλλοι «πούστηδες» του σιναφιού του που μόλις τους πεις για αεροδρόμιο έρχονται πετώντας και σου φέρονται σα να είσαι αδελφός τους, και άλλα ωραία. Μόλις φτάσαμε στην εταιρεία τον είδα να παρκάρει ακριβώς απέναντι, περιμένοντας το επόμενο λεωφορείο από αεροδρόμιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από ένα σημείο και μετά απλά άρχισα να παρακολουθώ την Αθαλάσσα-Αγλαντζιά καλύτερα. Η Λευκωσία είναι κακάσχημη σαν πόλη, αλλά τα προάστια της έχουν μια πολύ new age ομορφιά με καινούρια κυβικά κτιριακά συγκροτήματα και άλλα μέρη που θυμίζουν αμερικανικά προάστια, ενώ σε σημεία θυμίζουν και Ελλάδα. Για να μιλήσω πιο γενικά, η οικονομία της Κύπρου είναι σε άνθηση. Πιο μικρή χώρα, πιο συμμαζεμένη χώρα, και ασφαλώς με μικρότερο (ίσως όχι ανύπαρκτο) ιστορικό διαφθοράς στην πολιτική ζωή της, είναι το όνειρο κάθε νέου ανθρώπου που θέλει απλώς να βγει έξω και να ζήσει, όχι να επιζήσει ή να λιμοκτονήσει. Σε κάθε δρόμο υπάρχουν τουλάχιστον 3 αγγελίες για απλές δουλειές σε καταστήματα, αν και δεν έχω ψάξει ακόμα μια εφημερίδα τους για να δω τι άλλες ευκαιρίες εργασίας υπάρχουν, αλλά η άποψη και η αίσθηση που αποκομίζει κανείς από την Κύπρο (τουλάχιστον εγώ όσο βγαίνω έξω) είναι ότι σε ένα διάγραμμα με τα «καλά» στοιχεία μιας χώρας, όλα τα βέλη που δείχνουν την πορεία κάθε στοιχείου, κοιτούν προς τα πάνω. Ενδεικτικό είναι και μόνο το γεγονός των οχημάτων που κυκλοφορούν στην Κύπρο – τα 2 στα 10 αυτοκίνητα είναι 10ετίας η 15ετίας, τα 5 στα 10 είναι τελευταίας ή προτελευταίας γενιάς (δηλαδή υβριδικά ή 5ετίας) και τα υπόλοιπα 3 στα 10 είναι «εξωτικά» αυτοκίνητα, από Porsche και Ferrari μέχρι φτιαγμένα και δυνατά σπορ αυτοκίνητα διαφόρων εταιρειών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεύτερη φορά σε αεροδρόμιο και αγχώθηκα, διότι έπρεπε να περάσω το check-in από ώρα σε ώρα, αλλά τελικά κατάφερα και βρήκα το stand της εταιρείας, άφησα τη βαλίτσα και προχώρησα μέσα από τα duty free μέχρι την πύλη. Άνθρωποι διαφόρων ειδών περίμεναν να αρχίσει η επιβίβαση, από παππούδες που περπατούσαν με βοήθεια και τα εγγονάκια τους, μέχρι ενοχλητικούς businessmen, υπερβολικά ευχαριστημένους με τους εαυτούς τους, με εκείνα τα φωτεινά ψεύτικα χαμόγελα που μου σπάνε τα νεύρα, τις formal ενδυμασίες με τους trendy ενδυματολογικούς κώδικες, τα ακριβά ρολόγια στα χέρια και τους χαρτοφύλακες Samsonite. Το ταξίδι ήταν ωραίο και σύντομο και δεν το πολυκατάλαβα διότι χάζευα από το παράθυρο (ξανά), αυτή τη φορά από την πλευρά που ήθελα, ώστε να βλέπω Τουρκία και τα νησιά μας. Ο κόσμος έμοιαζε τόσο μικρός και ανούσιος από κάτω μας, ζήλεψα τον κυβερνήτη και τη δουλειά του και θυμήθηκα μια παλιά ευχή μου, τον καιρό που ήμουν ακόμα υπερβολικά μικρός και περίεργος, να ήμουν αετός ή κάποιο άλλο πουλί για να πετούσα σε όλο τον κόσμο, να έβλεπα κάθε γωνιά του – η δίψα αυτή υπάρχει ακόμα, καλά κρυμμένη μέσα μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προσγείωση στην Αθήνα, μια άκαρπη βόλτα μέχρι το Mall, έπειτα σταθμό Λιοσίων όπου περίμενα 30 λεπτά μια αργοπορημένη αμαξοστοιχία για σταθμό Λαρίσης, έπειτα ΚΤΕΛ Κηφισού. Τελευταία εικόνα που είδα από τα ΚΤΕΛ ήταν ένα στρατιώτη με στολή εξόδου που έσερνε πίσω του μια βαλίτσα να πλευρίζεται από ένα μαυριδερό τύπο που κρατούσε δύο ακριβά κινητά στο χέρι και του έδωσε το ένα. Ο στρατιώτης το κράτησε χαμογελώντας πονηρά, ο άλλος κοιτούσε δεξιά και αριστερά, ο πρώτος του το ξανάδωσε με το χαμόγελο και κουνώντας αρνητικά το κεφάλι και ο τύπος εξακολουθούσε να του το δείχνει για να τον πείσει. Έφτασα Πάτρα στις 23:00.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τελευταία φορά που ήμουν Κοζάνη ήταν στη μέσα του Σεπτεμβρίου με την Μ., όταν και είχα πάει να παρουσιάσω την πτυχιακή μου. Δέκα ακριβώς μήνες. Δεν περίμενα να βρω τόσα πράγματα διαφορετικά, αλλά διαψεύστηκα πανηγυρικά το επόμενο απόγευμα, όταν και έκανα μια απλή βόλτα στην πόλη με τους γονείς μου, και στα μέρη που σύχναζα. Νέα μαγαζιά παντού, τίποτα δεν είχε μείνει ίδιο. Το μαγαζάκι δίπλα από το Βαλταδώρειο Γυμνάσιο όπου εκτύπωνα τα πάντα όλα εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε, στη θέση του ήταν ένα μαγαζί ρούχων. Θυμήθηκα τον κύριο που το είχε, τον Δημήτρη Μ., που είχε σπουδάσει μαθηματικός και το είχε ανοίξει από ανάγκη νομίζω, αν και στην πορεία το είχε αγαπήσει. Κάθε φορά που πήγαινα καθόταν και μου εξηγούσε με έναν απίστευτο ενθουσιασμό τι είχε κάνει, το δίκτυο που είχε φτιάξει μέσα στο μαγαζί, πως κάθε μηχάνημα που είχε αγοράσει μετά από έρευνα αγοράς ενωνόταν με το καθένα για να έχει όσο το δυνατόν πιο γρήγορες ανταποκρίσεις και να κάνει όσο το δυνατόν πιο γρήγορες και περισσότερες δουλειές. Ίσως και κάποια στιγμή να μου είχε παραπονεθεί και για το θέμα του χώρου, οπότε ελπίζω απλά να βρήκε ένα μεγαλύτερο σημείο και να μεταφέρθηκε, μιας και απ’ ό,τι θυμάμαι, η πελατεία του ήταν μια χαρά. Το μαγαζί με τα εποχιακά απέναντι από την πολυκατοικία που έμενα, από όπου έπαιρνα πάντα εξάδες νερού και σπανίως λάμπες, δεν υπήρχε επίσης, στη θέση του ήταν ένα μεγάλο και φωτισμένο προπατζίδικο. Και έπειτα η ίδια η πολυκατοικία… Δεν περίμενα ποτέ η πολυκατοικία με τον αριθμό 4 στην οδό των &lt;em&gt;Αδελφών Βαλταδώρου &lt;/em&gt;να άλλαζε δραματικά, αλλά αυτό που είδα προχτές ήταν χτύπημα κάτω από την μέση. Μια ανακαίνιση και μια ορθομαρμάρωση είχαν κάνει την είσοδο αγνώριστη, ένας καθρέφτης είχε τοποθετηθεί απέναντι ακριβώς από την πόρτα του ισογείου (η οποία οδηγεί στη μικρή γκαρσονιέρα που έμενα) και όλα έδειχναν τόσο ξένα… Δεν θέλησα να μπω την πρώτη φορά που περάσαμε, αλλά μπήκα με τη δεύτερη. Το κουδούνι της γκαρσονιέρας ήταν κενό, το όνομα στο θυροτηλέφωνο ήταν των ιδιοκτητών. Ήταν ανοίκιαστη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλο το υπόλοιπο απόγευμα πέρασε βασανιστικά. Η πόλη έμοιαζε γνώριμη αλλά και τόσο διαφορετική. Το μόνο γνωστό πρόσωπο που είδα, ήταν εκείνος ο φαλακρός καθηγητής μου που είχα αναφέρει σε μια παλαιότερη ανάρτηση, με τον οποίο κοιταχτήκαμε για 3 ατέλειωτα δευτερόλεπτα στα μάτια, μέχρι που απόστρεψε το βλέμμα του και δεν με ξανακοίταξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/ldLO_7dWvKc&amp;amp;hl=el_GR&amp;amp;fs=1"&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/ldLO_7dWvKc&amp;amp;hl=el_GR&amp;amp;fs=1" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το επόμενο πρωί (χτες) ξύπνησα στις 6, στρατιωτικά, αλλά δεν ξυρίστηκα αυτή τη φορά. Έβαλα απλά μουσική στο mp3 και έμεινα να ακούω για μια ατελείωτη ώρα το &lt;em&gt;Der Brandtaucher&lt;/em&gt; των &lt;strong&gt;Rome&lt;/strong&gt; που δεν είχα ακούσει για… πολύ καιρό. Θυμάμαι πως το έβαζα να παίζει στην Κοζάνη κάτι καταθλιπτικά ξημερώματα των τελευταίων εξαμήνων, αλλά έπειτα δεν πρέπει να το ξανάκουσα – με κάποιο τρόπο βρήκε το δρόμο του στο mp3 και όταν το ξανάκουσα το περασμένο σαββατοκύριακο στην Κύπρο, ανατρίχιασα ολόκληρος…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχα αγοράσει μια κόκκινη φολιδωτή-κυψελωτή γραβάτα και ένα κατάμαυρο κοστούμι με την Μ. τον περασμένο Δεκέμβρη από την Αθήνα, αλλά μόλις είχα γυρίσει Πάτρα το είχα βρει καμμένο στα σημεία κάτω από τις μασχάλες, οπότε το είχα πάει για αλλαγή. Δυστυχώς ίδιο δεν είχα βρει, αλλά είχα βρει ένα με διακριτικές ρίγες που μου πήγαινε πάρα πολύ καλά, οπότε το είχα επιλέξει. Η γραβάτα ήταν ωραία, αλλά έψαχνα κάτι πιο εκλεκτό και μοναδικό, και το βρήκα στην Πάτρα λίγες μέρες μετά, μια μαύρη γραβάτα με κοκκινωπές μεταξωτές φλέβες και απολήξεις προς την μύτη της. Την αγόρασα δύο μέρες μετά, ειδικά για αυτή την περίσταση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοστουμαρισμένος λοιπόν, περπάτησα στην Κοζάνη από το ξενοδοχείο κάνοντας ένα δρόμο που έκανα καθημερινά ως φοιτητής και αγόρασα… δύο εισιτήρια αντί για ένα. Η συνήθεια υπερνίκησε τη σκέψη στιγμιαία. Έκανα μια τελευταία φορά το δρόμο με το λεωφορείο και έφτασα σε μια αγνώριστη σχολή. Ένα γιγάντιο στέγαστρο πάνω από την κεντρική είσοδο σχεδόν έκρυβε τα πάντα, ο χώρος μπροστά από την είσοδο είχε αλλάξει, όλα φαίνονταν υπερβολικά διαφορετικά για να τα χωνέψω. Άρχισα να αισθάνομαι ξένος, έκανα βόλτες παντού, η σχολή ήταν έρημη εκείνη την ώρα, ήταν σα να βρίσκομαι στο Silent Hill, όλα κλειστά, καθόλου κόσμος πέρα από τον επιστάτη και τον κυλικειάρχη. Είχα όντως περάσει 3.5 χρόνια εκεί μέσα; Και αν ναι, τότε γιατί όλα φαίνονταν σαν αναμνήσεις που είχαν ξεθωριάσει, σαν απλές φαντασιώσεις και τίποτα περισσότερο; Μόνο το πτυχίο θα έμενε στα χέρια μου για να πιστοποιεί τη διαδρομή μου μέσα από αυτές τις αίθουσες και διαδρόμους, όλα τα υπόλοιπα θα χάνονταν ή είχαν ήδη χαθεί. Ο Αντρέας δεν υπήρχε πουθενά, ούτε καν στο γραφείο του, οι γνωστοί για τους οποίους χάρηκα που ξαναείδα ήταν μόνο ένας, όλα τα υπόλοιπα έδειχναν ξένα, εκτός τόπου και χρόνου, μια γιορτή χωρίς ουσία ή συνέχεια, το τέλος ενός κύκλου. Το χώνεψα στη διάρκεια της τελετής όταν ενώ όλοι γελούσαν και εύχονταν, εγώ ένοιωθα σα να βρισκόμουν σε κηδεία – δε θυμάμαι να χαμογέλασα πηγαία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον τελευταίο χρόνο ένοιωθα σα να είχα αφήσει ένα καθαρό, αγνό μου κομμάτι εκεί πάνω, στην Κοζάνη, ένα κομμάτι που μου έλειπε και δεν ήξερα πώς να επανακτήσω και αν θα επανακτήσω ποτέ – απλά το σκεφτόμουν, μου έλειπε, και ήλπιζα να μπορούσα να ξαναγυρίσω εκεί για να το βρω, μια χαμένη υπόσχεση ηρεμίας και γαλήνης. Ίσως να ήμουν ο μοναδικός από τα σχεδόν 500 άτομα χτες, που το ένοιωθε αυτό. Τόσοι μήνες πέρασαν νοιώθοντας μισός, δεσμευμένος, αλυσοδεμένος, και λίγο υποχρεωμένος. Μετά την τελετή, για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, ένοιωσα ξανά ανάλαφρος. Η αίσθηση συνέχισε για όλη την υπόλοιπη χτεσινή μέρα μέχρι που κόπασε σήμερα το πρωί και έδωσε τη θέση της στην μιζέρια, λόγω του ότι μεθαύριο επιστρέφω ξανά στο παλιόνησο. Αλλά ακόμα και έτσι, σήμερα, δεν νοιώθω μισός, το μυαλό μου είναι ελαφρύτερο, και αισθάνομαι να παίρνει ξανά μπροστά με πιο καθαρή βενζίνη.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/TEBRtUeqdtI/AAAAAAAAAy4/ItFggQ0_eGM/s1600/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B10017.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 240px; DISPLAY: block; HEIGHT: 320px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5494481384425289426" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/TEBRtUeqdtI/AAAAAAAAAy4/ItFggQ0_eGM/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B10017.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Τα τελευταία 5 χρόνια υπήρξαν καθοριστικά για να γίνω αυτός που είμαι, μια αποκάλυψη σε κάθε επίπεδο για εμένα. Δεν είχε όμως τόσο να κάνει με το «που» ήμουν τελικά, αλλά με το «τι» συνάντησα μπροστά μου – και αυτά ήταν πολλά, ίσως όχι όσα έχουν συναντήσει άλλοι στην ηλικία μου, αλλά αρκετά για να με βάλουν σε τροχιά που με γέμιζε και με ολοκλήρωνε. Σίγουρα, δεν πήρα απαντήσεις σε όλα όσα με αγχώνουν ή με στοιχειώνουν, αλλά έχω μια ζωή ακόμα μπροστά μου για να ψάξω και να βρω τις απαντήσεις παντού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενώ ανεβήκαμε Κοζάνη μέσω Ιωαννίνων και Εγνατίας, στην επιστροφή πήγαμε στη Βεργίνα πρώτα και μετά βγήκαμε λίγο πιο πάνω από την Κατερίνη στην εθνική οδό. Μια πινακίδα έδειχνε πως δεξιά ο δρόμος οδηγούσε Αθήνα, και αριστερά οδηγούσε Θεσσαλονίκη. Στρίψαμε δεξιά για τώρα, δεν είναι ακόμα ο καιρός για αριστερά, σε ένα εξάμηνο θα ανέβω μόνος και ετοιμοπόλεμος βόρεια. Δεξιά, για να πάω πρώτα σπίτι, έπειτα να δω τη Μ. που μου έχει λείψει, και να κατέβω στο νησί. Σε δύο μήνες αν όλα πάνε καλά, θα ξαναγυρίσω. Το Δεκέμβρη θα είμαι πίσω μια και καλή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντίο Κοζάνη, και σε ευχαριστώ. Το μέλλον όμως με περιμένει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-3668377060836908065?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/3668377060836908065/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=3668377060836908065' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/3668377060836908065'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/3668377060836908065'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2010/07/blog-post.html' title='Ο κύκλος έκλεισε'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/TEBRtUeqdtI/AAAAAAAAAy4/ItFggQ0_eGM/s72-c/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B10017.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-7495580235584938229</id><published>2010-06-26T18:10:00.009+03:00</published><updated>2010-06-27T15:38:43.894+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>2ο Μ/Κ Τ.Π. ΕΛΔΥΚ</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/TCYUCy5fPiI/AAAAAAAAAyw/UTAFE5LNhx0/s1600/136429-ELDYK_offensive_600_bg.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 253px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/TCYUCy5fPiI/AAAAAAAAAyw/UTAFE5LNhx0/s320/136429-ELDYK_offensive_600_bg.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5487095234252717602" /&gt;&lt;/a&gt;Το στομάχι μου είχε ανακατευτεί από την ώρα που ενώ διάβαζα ένα μικρό βιβλίο, άκουσα τον ήχο για την πρόσδεση λόγω προσγείωσης. Κοίταξα ψηλά, για να σιγουρευτώ, ήταν η πρώτη μου φορά σε αεροπλάνο. &lt;em&gt;Φτάσαμε;&lt;/em&gt; αναρωτήθηκα, και κοίταξα από το παράθυρο - ήμουν μάλλον τυχερός που έπιασα τέτοια θέση, αλλά από την ώρα που αφήσαμε πίσω μας τη Ρόδο, έχασα κάθε ενδιαφέρον για την πτήση, για το μετά, για όλη τη θητεία. Η Κύπρος, συγκεκριμένα το νοτιοδυτικό κομμάτι της, ερχόταν όλο και πιο κοντά, με εμένα να θέλω να φύγω όλο και πιο μακριά. Φτάνοντας στη Λάρνακα, το κεφάλι μου άρχισε να γυρίζει σβούρες, τα κενά αέρος κατά την προσγείωση μου έφεραν και πονοκέφαλο, ό,τι έβλεπα δε μου άρεσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήραμε τις αποσκευές και προχωρήσαμε έξω. Ο αρχιλοχίας με την φοβερή κοιλιά και το τσιτωμένο μέχρι τα μπούνια πουκάμισο, έτοιμο να πυροβολήσει με μερικά κουμπιά ιεροδικαίως κάποιον στρατιωτικό και ανιεροαδίκως κάποιον άτυχο φαντάρο, ο οποίος μας συνόδευε από την Αυλώνα (στρατόπεδο κόλαση για τους ΕΛΔΥΚάριους) με χτύπησε φιλικά στην πλάτη, ένας πατερικός αποχαιρετισμός στον τελευταίο ΕΛΔΥΚάριο που περνούσε τις πόρτες του αεροδρομίου. "Μια χαρά θα πάνε όλα" μου είπε, και απλά του γύρισα την ολάτη χωρίς να απαντήσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας χοντρός επιλοχίας της ΕΛΔΥΚ, γουρούνι, μας υποδέχτηκε μουγκρίζοντας τα ονοματεπώνυμα μας. "Παρών" απάντησα μόλις άκουσα το δικό μου, και πήγα εκεί που μας είχε πει να πάμε. Μόλις τελείωσε ο διαχωρισμός, έφεραν "πρόγευμα" για όλους μας, το τρίτο εκείνη την ημέρα (είχαν προηγηθεί ένα στο αεροδρόμιο από το Κ.Ε.ΤΘ. Αυλώνας, και ένα κέρασμα στο αεροπλάνο), ένα άσχημο φτηνό τοστ και μια παιδική πορτοκαλάδα - τα έβαλα όλα γρήγορα, αηδιασμένος από το κέρασμα, στη δεξιά τσέπη της παραλλαγής και περίμενα, έπειτα μας μοίρασαν κάτι κάρτες κινητής τηλεφωνίας για να μιλάμε από Κύπρο με Ελλάδα, αλλά δεν έχω ασχοληθεί ακόμα με αυτή, την έχω αφήσει απλά στο φοριαμό. Έπειτα ήρθε μπροστά από το δικό μου τμήμα και μας φώναξε βροντερά, πομπωδέστατα, με μια γκαρίκλα που έσταζε και έζεχνε βαριά στρατιωτική κωλαντρίλα, πως από σήμερα ανήκουμε στο 2ο Μηχανοκίνητο Τάγμα Πεζικού της ΕΛΔΥΚ, που στρατοπεδεύει στην Αθαλάσσα Λευκωσίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το &lt;em&gt;Μαύρο Τάγμα&lt;/em&gt;, όπως αποκαλείτο στην Αυλώνα, ήταν το τάγμα που οι υποψιασμένοι στρατιώτες (δηλαδή οι ΕΛΔΥΚάριοι, τους οποίους ενδιαφέρει) απεύχονται σθεναρά να πάνε. Οι ιστορίες καψωνιών και λόγων φυλακών είναι παροιμιώδεις και συζητώνται συνέχεια στην Αυλώνα από οργανικούς ΕΛΔΥΚάριους (οι οποίοι σχεδόν πάντα έχουν γυρίσει/αποδράσει από την Κύπρο με την ένδειξη Ι3) - ιστορίες που ενεπλέκουν διοικητές που βάζουν ολόκληρους λόχους να τρέχουν γύρω-γύρω τους, με αυτούς να γελάνε στη μέση, μέχρι φυλακές επειδή έπειτα από μέτρημα με χάρακα ο φάκελος (ο τρόπος εγκλωβισμού του μαξιλαριού από μια κουβέρτα) στο κρεβάτι δεν είναι τόσο επί τόσο, όπως ορίζει το έθιμο-συνήθεια κάθε διμοιρίας ή λόχου. Τοποθετημένο χονδρικά 1.5 με 2 χιλιόμετρα από την πράσινη γραμμή και περίπου 3.5 χιλιόμετρα από το πλησιέστερο τουρκικό στρατόπεδο, το 2ο Τάγμα είναι ο ορισμός του μάχιμου στρατοπέδου, το πρώτο που θα τεθεί σε συναγερμό και θα εμπλακεί σε περίπτωση που συμβεί το οτιδήποτε στην Κύπρο, και είναι από αυτή την άποψη, το πιο απαιτητικό στρατόπεδο στο οποίο καλείται νμα υπηρετήσει Έλληνας στρατιώτης τη θητεία του, καθώς απαιτεί ανάλγητα, ωμά, ο κάθε στρατιώτης να είναι κύριος, "στην τρίχα, στην τσίτα και προβλεπέ" όπως λέει η ενοχλητική στρατιωτική ορολογία. Γεμάτο με καβλωμένους αξιωματικούς (αν και υπάρχουν και αρκετοί εξαιρετικοί αξιωματικοί που τους σέβεσαι αυθόρμητα, με τη ζεστασιά και την ειλικρίνεια που σου μιλούν) που νομίζουν πως η φωνή τους δίνει αυθεντία και που μοιράζουν κρατήσεις και φυλακές για ψύλλου πήδημα (συνέβη μπροστά μου, και έχω προσωπική άποψη), ο μόνος τρόπος να επιζήσεις σε αυτό το στρατόπεδο είναι να είσαι φάντασμα, να μην ενοχλήσεις ποτέ κανέναν, να μη δημιουργήσεις πρόβλημα, να μην ξέρει κανείς ανώτερος το όνομα σου. &lt;em&gt;Μη μιλάς, μη γελάς, μην υπάρχεις&lt;/em&gt;, όπως είπα χτες μεταξύ σοβαρού και αστείου σε κάποιον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φτάσαμε μετά από μια ώρα στο στρατόπεδο. Η Κύπρος κλιματολογικά δεν έχει καμία διαφορά με την υπόλοιπη Ελλάδα εκτός βέβαια από τη ζέστη (8:30 κάνει τη ζέστη που κάνει στην Ελλάδα στις 15:00), η Λευκωσία είναι μια κυριολεκτικά άσχημη και αφιλόξενη πόλη, τουλάχιστον για εμένα (και θεωρώ την Αθήνα επιβιώσιμη), και η μόνη μεγάλη διαφορά είναι το γεγονός ότι οι Κύπριοι οδηγούν με τον αγγλικό τρόπο, και είναι κυριολεκτικά μέτριοι οδηγοί - περπατώντας κανείς στη Λευκωσία ανά 2 λεπτά θα ακούσει τουλάχιστον μια κόρνα από εξαγριωμένους ή απρόσεκτους Κύπριους οδηγούς που είτε θα πάνε να χτυπήσει ο ένας τον άλλο, είτε θα τσαντιστούν επειδή ο μπροστά πηγαίνει αργά, είτε θα χτυπήσουν κάποιον ΕΛΔΥΚάριο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπαίνοντας στο στρατόπεδο, βγάλαμε τα πράγματα μας από το λεωφορείο, παραταχθήκαμε σε &lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=2IjUNGvQU6w"&gt;αυτό&lt;/a&gt; το χώρο μπροστά από το γήπεδο ποδοσφαίρου, και μας χώρισαν σε λόχους ανάλογα τις ειδικότητες μας. Ένας πανύψηλος κύριος τουλάχιστον 2 μέτρων με σωματοδομή νταλίκας και κοιλιά-βυτιοφόρο μας προσέγγισε αργά, όσο δηλαδή το σκέλεθρο του μπορούσε να του επιτρέψει, φορώντας τον μπερέ όχι σαν μπερέ, δηλαδή πλαγιαστά και κοίλα με το έμβλημα πάνω από το αριστερό μάτι, αλλά σαν να έχει ένα τηγάνι στο κεφάλι, με το έμβλημα πάνω από το μέτωπο. Έπειτα από δύο προσοχές και ημιαναπαύσεις του επιλοχία, του απηύθηνε το λόγο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;Κύριε διοικητά, οι καινούριοι που ήρθαν σήμερα.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;Καλωσήρθατε στο 2ο Μηχανοκίνητο Τάγμα Πεζικού της ΕΛΔΥΚ κύριοι, ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΤΑΓΜΑ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Ονομάζομαι Γ.Δ.&lt;/em&gt; (αν θυμάμαι καλά το όνομα) &lt;em&gt;και ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΜΑΙ Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΣΑΣ. ΣΥΝΕΝΝΟΗΘΗΚΑΜΕ;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;ΜΑΛΙΣΤΑΑΑΑΑΑ!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;ΣΥ ΝΕ ΝΝΟ Η ΘΗ ΚΑ ΜΕ;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;ΜΑΛΙΣΤΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;ΑΝΤΡΕΣ, ΠΡΟΣΟΧΗ!!!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Γκντουπ.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;ΤΙΠΟΤΑ! ΗΜΙΑΝΑΠΑΥΣΗ!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ζγκντουπ.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ; ΖΩΗΡΑΔΑ! ΠΡΟΣΟΧΗ!!!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ζμπγκνουμπ!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;ΔΗΛΑΔΗ ΕΣΕΙΣ ΕΙΣΤΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ; ΗΜΙΑΝΑΠΑΥΣΗ!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ζμπουμ!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;ΠΡΟΣΟΧΗ!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ζγκντουμπ!!!!!!!!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;Να αφήσουν τα πράγματα τους εδώ που είναι, και να πάνε για φαγητό. Ένας αλφαμίτης να προσέχει τα πράγματα, μετά πάνε στους λόχους. Από εμένα ελεύθεροι.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τελικά πήγαμε αμέσως στους λόχους, αλλά μετά για φαγητό, αλλά το πρώτο μου συναίσθημα πως ο διοικητής είναι ένα χοντρόπετσο ζώο που το κορόϊδευαν υπερβολικά πολύ στο σχολείο και έχει απωθημένα, επιβεβαιώθηκε ότι είδα μπροστά στα μάτια μου κατώτερους αξιωματικούς να τον κοροϊδεύουν μεταξύ τους για την όρεξη του (&lt;em&gt;θα σου έλεγα να μην πας τώρα να τον δεις, μόλις του πήγαν μια πιατέλα με φρουτάκια και θα του φαίνονται για Τούρκοι&lt;/em&gt;), ότι έχουν γίνει πολλές φασαρίες στο στρατόπεδο όσο ήταν διοικητής επειδή το έχει "μαυρίσει" και ότι είναι καρκινοπαθής και υπάρχει περίπτωση να μην τη βγάλει  - μπροστά μου παλιότεροι στρατιώτες μέσα στο θάλαμο που κοιμάμαι τις τελευταίες ημέρες, επειδή στη διμοιρία μου δεν υπάρχουν κρεβάτια και περιμένω να λυθεί το πρόβλημα, ευχήθηκαν με το χέρι στην καρδιά (κυριολεκτικά) ο τύπος να μην τη βγάλει καθαρή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια για τη βολή χτες, είδα το χοντρό του πρόσωπο να μας κοιτάζει όλους ερευνητικά. Οι φήμες έλεγαν πως όσοι δεν κατάφερναν να χτυπήσουν το στόχο 5 φορές, δέχονταν μια μεγάλη λεκτική επίθεση για τις ικανότητς τους από "τον χοντρό" και τους ανάγκαζε να ξαναρίξουν. Με το που ανέβηκα τα σκαλιά, αγχωμένος, αισθανόμενος περίεργα που είχα δει ένα καταιγισμό κρατήσεων μπροστά στα μάτια μου πριν λίγα λεπτά, η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά - οι ωτοασπίδες με έκαναν να την ακούω ακόμα δυνατότερα, προσπαθώντας να ακούσω και τα παραγγέλματα, προσπαθώντας να μη νοιώθω τα μάτια του πίσω μου, μιας και ήμουν ακριβώς μπροστά από το κιόσκι που καθόταν. Ο λεπτός μουσαμάς που είχαν στρώσει πάνω στο τσιμένο έβγαλε καυτές στρώσεις πυρετού, ρευστή λάβα, αμέσως μόλις τον άγγιξα με τους αγκώνες μου, και τότε κατάλαβα πόσο είχα υποεκτιμήσει τις καιρικές συνθήκες τους Κύπρου. Μη μπορώντας να βολευτώ αλλά χωρίς παράπονα, δέχτηκα τη βοήθεια του αξιωματικού βολής. Έριξα την πρώτη σφαίρα με το ζόρι, δεν μπορούσα να σημαδέψω, στηριζόμουν στους αγκώνες και καιγόμουν και ενστικτωδώς σηκωνόμουν αμέσως (και στην Πάτρα ήταν άσχημες οι συνθήκες αλλά όχι έτσι, εκεί μπορούσες να ρίξεις απίστευτα πιο άνετα). Με την πρώτη σφαίρα το όπλο έπαθε εμπλοκή ("Εμπλοκή είναι η κατάσταση κατά την οποία το όπλο βάλλει ή δεν βάλλει, παρά τη θέληση του χειριστή του", για να θυμηθώ τον διμοιρίτη μου στο Κ.Ε.ΤΧ.) και σήκωσα το αριστερό πόδι ως ένδειξη προβλήματος. Μετά από την σχετική διαταγή, έβγαλα το γεμιστήρα, άδειασα το όπλο, ξαναγέμισα, όπλισα, έριξα δύο σφαίρες, ξανά εμπλοκή. Ο αξιωματικός βολής ήρθε δίπλα μου, μη πιστεύοντας τι έβλεπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;Τι έγινε αγόρι μου, ξανά;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;Μάλιστα.&lt;/em&gt; Ιδρώτας άρχιζε να τρέχει μπροστά στα μάτια μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ξεμπλόκαρε ο ίδιος, μου το έδωσε, έριξα άλλες δύο σφαίρες με αυτόν δίπλα μου, και το όπλο έπαθε και τρίτη (!!!) εμπλοκή - κάπου εκεί κατάλαβα τι σημαίνει "σαπίλα" στις στρατιωτικές αποθήκες. Έκανα πάλι τις σχετικές κινήσεις ασφαλείας, αλλά μόλις έβγαλα το γεμιστήρα, μου τον κράτησε και μου είπε να σηκωθώ - οι άλλοι είχαν τελειώσει. "Συνεχόμενες εμπλοκές" τον άκουσα να λέει απομακρυνόμενος σε κάποιον, αλλά προσπαθούσα να διακρίνω αν ο "χοντρός" ήταν τσαντισμένος, όμως δεν ακουγόταν καθόλου. Χαλάρωσα πραγματικά μόνο ενώ φεύγαμε με το Stayer για το στρατόπεδο, όπου και αφέθηκα να αποκοιμηθώ για λίγο, αισθανόμενος ελαφρώς καλύτερα ακούγοντας τους υπόλοιπους να λένε πως ήταν χειρότεροι (με βάση τι "σκόραραν") από εμένα στη βολή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάπου μέσα σε αυτές τις δύο μέρες συνήθισα και το γεγονός πως 8 στις 10 φορές θα πάμε τρέχοντας οπουδήποτε είναι να πάμε, θα έχουμε έπαρση σημαίας κάθε πρωί στην αναφορά και προσευχή κάθε βράδυ στην αναφορά, θα πρέπει να είμαι όσο το δυνατόν πιο γυαλισμένος και τυπικός με τα ρούχα όσο γίνεται να είμαι, να προσέχω που θα ακουμπώ οποιαδήποτε ώρα, πως θα αναφέρομαι και τι θα λέω, ακόμα και το αν θα μιλάω με άλλους στρατιώτες - ακόμα και οι παλιοί δεν με εμπνέουν να τους εμπιστευθώ πλήρως, συνέχεια αισθάνομαι πως κάτι μας κρύβουν, αλλά εντάξει, μπορεί να είναι και η ιδέα μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και αυτός είναι ο λόγος που η Λευκωσία δε μου αρέσει - κυκλοφορώ μόνος, δεν έχω και πολλά να κάνω, η πόλη/χώρα είναι απίστευτα ακριβή, οι Κύπριοι είναι εκνευριστικοί (αναγκαζόμαστε να ράψουμε τα ΕΛΔΥΚόσημα μόνοι μας ή να τα πάμε για ράψιμο στους καρχαρίες καταστηματάρχες με στρατιωτικά που έπειτα από δεκαετίες ρουφήγματος του αίματος των ΕΛΔΥΚάριων κάθε ΕΣΣΟ, έχουν καταφέρει να απομυζούν ακόμα και τα τελευταία ευρώ μας) και το γεγονός πως δεν ήθελα καθόλου να έρθω, καθόλου, και η διαφαινόμενη ήττα μου όσον αφορά το μέλλον και τα σχέδια μου, ερήμην μου, έχουν καταφέρει να μου ρίξουν όλη την διάθεση στα τάρταρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θέλω να ξέρω πως θα επιζήσω εδώ κάτω, αλλά σε 3 μήνες θα το γνωρίζω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ξέρω πως δεν θα μου αρέσει η απάντηση. &lt;strong&gt;Δεν&lt;/strong&gt; το ήθελα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-7495580235584938229?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/7495580235584938229/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=7495580235584938229' title='7 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7495580235584938229'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7495580235584938229'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2010/06/2_26.html' title='2ο Μ/Κ Τ.Π. ΕΛΔΥΚ'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/TCYUCy5fPiI/AAAAAAAAAyw/UTAFE5LNhx0/s72-c/136429-ELDYK_offensive_600_bg.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-2005431639663790918</id><published>2010-06-09T21:51:00.004+03:00</published><updated>2010-06-09T21:59:48.712+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Χωρίς λόγια</title><content type='html'>&lt;em&gt;- Και να μη θες να πας, όσες υπεύθυνες δηλώσεις μη-επιθυμίας και αν υπογράψεις, ό,τι λόγους και αν έχεις, όσο και αν στραβώνεις, θα πας!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/TA_jUf6-QHI/AAAAAAAAAyo/W1KCp8btqvA/s1600/Cyprus2.gif"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 290px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/TA_jUf6-QHI/AAAAAAAAAyo/W1KCp8btqvA/s320/Cyprus2.gif" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5480849212838920306" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-2005431639663790918?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/2005431639663790918/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=2005431639663790918' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/2005431639663790918'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/2005431639663790918'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2010/06/blog-post.html' title='Χωρίς λόγια'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/TA_jUf6-QHI/AAAAAAAAAyo/W1KCp8btqvA/s72-c/Cyprus2.gif' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-3977960143470340621</id><published>2010-06-04T22:42:00.005+03:00</published><updated>2010-06-04T23:07:09.370+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Further down the shit...</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/TAlYDsIG2lI/AAAAAAAAAyg/4yt0GOLEpew/s1600/mgla-groza.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; DISPLAY: block; HEIGHT: 318px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5479007242080934482" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/TAlYDsIG2lI/AAAAAAAAAyg/4yt0GOLEpew/s320/mgla-groza.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;em&gt;Blazing a trail as shown, as told, over the exact same traces.&lt;br /&gt;Crawling in circles with face in dirt and spirit skyhigh...&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έφτασα στο τέλος από καθαρό πείσμα, απλά επειδή δεν ήθελα να με βλέπω ή να με φαντάζομαι να σταματώ. Σχεδόν 200 μέτρα έρπησης μέσα σε κωλόχωμα γεμάτο σκόνη, από αυτά που αν έβρεχε, θα γίνονταν πηχτή λάσπη, αλλά το πέτυχα σε καλοκαιρινή περίοδο. Άφησα πίσω μου τις υπόκωφες αντηχιές των πυροβολισμών πίσω από την πλαγιά και έπεσα κάτω, μπλεγμένος με μια εικοσάδα που δεν γνώριζα, άτομα που δεν ήταν από τη διμοιρία μου που είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Γέλια, παράπονα, βρισιές, υποθέσεις για πολλά, οι λέξεις "καψώνι" και "απαγορευμένο" δε με επηρέασαν. Έπρεπε να προχωρήσω, επιστροφή στην αρχέγονη κατάσταση, σχεδόν να ξεμάθω το περπάτημα. Στην πορεία προσπέρασα πολλούς της διμοιρίας μου, οι αγκώνες μου ξεπετσιάστηκαν, πλήγιασαν, γέμισαν άμμο και έβαψαν την παραλλαγή κόκκινη, αλλά δεν τα παράτησα, απλά γύρισα ανάποδα και συνέχισα με την πλάτη. Στόμα γεμάτο χώμα, λασποϊδρώτας στο πρόσωπο, γυαλιά λερωμένα με 4 στρώσεις σκόνης. Έφτασα στο τέλος με ανάποδη έρπηση, ψόφιος, κοιτώντας τον ουρανό, γευόμενος τη σκόνη και κουβαλώντας 4 κιλά σε όλα μου τα ρούχα. Οι ματιές που ένοιωθα πάνω μου από τις πεντακάθαρες αδερφάρες του τρίτου λόχου, με έκαναν να γελώ αμέσως μετά, αψηφώντας τον πόνο. Οι σακατεμένοι αγκώνες μου από τις χτεσινές "ειδικές επιχειρήσεις", τα πληγιασμένα και φουσκαλιασμένα πόδια μου από την πορεία και το τρέξιμο στο γήπεδο τα πρωινά, μάρτυρες πως δεν το έβαλα κάτω. Ο στρατός παραμένει ένα κατασκεύασμα ψυχοπαθών για ψυχοπαθείς, όμως.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-3977960143470340621?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/3977960143470340621/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=3977960143470340621' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/3977960143470340621'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/3977960143470340621'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2010/06/further-down-shit.html' title='Further down the shit...'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/TAlYDsIG2lI/AAAAAAAAAyg/4yt0GOLEpew/s72-c/mgla-groza.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-1473081352579902356</id><published>2010-05-01T20:54:00.006+03:00</published><updated>2010-05-01T22:14:23.363+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Τελευταίες ημέρες πολίτης...</title><content type='html'>Το μυαλό μου στριφογυρίζει επίμονο, ανήσυχο, αγχωμένο, ακούραστο, και με γεμίζει θλίψη που δεν προλαβαίνει να ξαποστάσει για λίγο, που δεν βρίσκει ένα δευτερόλεπτο να αναπνεύσει πιο άνετα, πιο γεμάτα. Το άγχος μου με κατέτρωγε από τότε που ήμουν πιτσιρικάς, για οτιδήποτε, από το μικρότερο γεγονός μέχρι το μεγαλύτερο, για πράγματα που ένας κανονικός άνθρωπος δεν θα σκεφτόταν δεύτερη φορά. Σκαλώματα, μικρά απειροελάχιστα δεδομένα που με διαλύουν ολοκληρωτικά μέσα σε δευτερόλεπτα και με ανασυνθέτουν πιο θαμπό, πιο ρευστό, πιο δυσδιάκριτο σε κάθε μου ψυχοδυναμικό διαχωρισμό, μεταξύ κρίσης, ηθικής, πίστης, στάσης. Κάτι σαν ένα ζωντανό φάντασμα χωρίς υλικούς χωροδιαστατικούς φραγμούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καταριέμαι όλα εκείνα που με άλλαξαν τους τελευταίους μήνες, εκείνα που πλέον δεν θυμίζουν σε τίποτα αυτόν που ήμουν πριν ένα χρόνο. Κατάρες μίσους, κατάρες θλίψης, κατάρες αγάπης. Και τώρα γράφω εδώ. Πρέπει επιτέλους να βγουν, καταπιέζομαι τόσο καιρό, δεν βρίσκω διέξοδο πουθενά ρε γαμώτο, δεν έβρισκα, κάθε μέρα πνίγομαι, ασφυκτιώ, θέλω ανάσες, αλλά τόσους μήνες δεν πήρα πραγματικά ένα κομμάτι χαρτί, δεν έκατσα μπροστά από τον υπολογιστή με σκοπό να γράψω ένα απλό κείμενο, ένα διήγημα, κάτι... Μια σιωπή που με ξεθώριαζε πνευματικά, ένα σύμπλεγμα αδράνειας που με έκανε πιο στάσιμο και από αυτούς που μισώ και κοροϊδεύω και απεχθάνομαι και αηδιάζω να βλέπω στο δρόμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν είμαι αυτός που ήμουν, και αυτό ίσως να είναι για καλό - αν και τις στιγμές που ζω το παρελθόν μέσα στο μυαλό μου, με στενοχωρεί. Άγγιξα τον ουρανό μου γεμάτος θέληση, πίστη, ενέργεια, συστρεφόμενος κυκλικά διαμέσου του εσώτερου Δαίμονα μου σε ένα προσωπικό μου αγώνα για Δύναμη και Γνώση που ήθελε να κατακάψει τους πάντες που έτρεχαν γύρω μου, δίπλα μου, απέναντι μου, όσους ένοιωθα ανταγωνιστές. Έμπνευση μέσω μιας εσωτερικής πυράς που ήλπιζα να ήταν άσβεστη. Αλλά οι μεγαλύτερες ελπίδες μου, είναι οι μεγαλύτερες αυταπάτες μου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θέτω στόχους αλλά τους ξεπερνώ. Θέτω στόχους αλλά με ξεπερνούν λόγω δικών μου λαθών. Η χρονική απόσταση με αποσυντονίζει, η εμπλοκή με μαλακίες που σιχάθηκα και θέλω ακόμα και σήμερα να βρίσω χυδαία με ξεγυμνώνει, η συνδιαλλαγή με χοντροκομμένους αγαθιάρηδες βιαστές σκέψεως που με εμπόδιζαν να μιλήσω επειδή έβλεπαν το αδύναμο πλαδαρό σαρκίο τους σαν την αρχή και το τέλος της καθημερινότητας μου, που θα έπρεπε να σέβομαι και όχι για κάποιον συγκεκριμένο λόγο, πετσόκοψε κάθε φτερό του μυαλού μου, στόμωσε την τραχύτητα της γλώσσας μου. Ζούσα ημέρες χωρίς χρονισμό, χωρίς βηματισμό... Έγραφα δεκάδες και εκατοντάδες σελίδες τόσους μήνες αλλά δεν έγραφα πραγματικά με την πένα του μυαλού μου, απλά αντέγραφα άλλους, που περνούσαν σκέψεις στο χαρτί. Ζω σε τοίχους που περικλείουν και άλλους ανθρώπους και δεν με αφήνουν να ανασάνω, να εργαστώ, να σκεφτώ, να οικοδομήσω κάτι στο κεφάλι μου. Ακούω καθημερινά τόσες λέξεις και φράσεις που κάνουν σκονη ό,τι προσπαθεί να πάρει μορφή κάπου βαθιά, μια ξεκάθαρη εικόνα του τι σκέφτομαι αλλά μου το διακόπτουν, οι χαρές, οι γκρίνιες, οι λέξεις, ο θυμός, τα παράπονα, οι εκκλήσεις και παρακλήσεις, οι ερωτήσεις, οι απαντήσεις, τα κηρύγματα και οι προειδοποιήσεις. Πως το σκεφτόμουν κάποτε; &lt;em&gt;Όλο μου το διανοητικό και αισθητηριακό οπλοστάσιο αφυπνίζεται και τίθεται σε επιφυλακή όταν παλεύω για την επιβίωση μου, ολομόναχος&lt;/em&gt;. Κάτι τέτοιο. Διαπίστωσα τελικά, επίπονα, πως όσο περισσότερο απλώνομαι, τόσο περισσότερο χάνομαι στο χάος μου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στομώνει το μυαλό; Κολλάει η σκέψη; Ξεχνάς όντως την τέχνη που δεν εξασκείς ή μένει να κοιμάται μέσα σου βαθιά, σε μια ιδιότυπη χειμερία νάρκη, περιμένοντας ξανά την άνοιξη της ψυχής και της ζωής σου; Και είχες όντως κάποτε τέχνη ή απλά μια εποχιακή έμπνευση που σε άφησε να πιστεύεις διάφορα έωλα πράγματα για εσένα; Τι σε κάνει να πιστεύεις πως είσαι αυτό που είσαι ή που ήσουν κάποτε; Πως έχασες τον εαυτό σου; Γίνεται να τον χάσεις ποτέ; Ίσως ναι - αλλά ήσουν όντως εσύ τότε ή μήπως μια απλή, λίγο πιο φωτεινή και λαμπερή αντανάκλαση σου, αλλά πάντα ένα καχέκτυπο; Ποιος είμαι άραγε;...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας το πω λίγο πιο απλά - πως να με αποκρυπτογραφήσει κανείς αν δεν με ζει καθημερινά, αν δεν μαθαίνει συνήθειες μου, αν δεν γνωρίζει με ποιον έχει να κάνει; Μου έλειψε το γράψιμο. Και απόψε, αυτή τη στιγμή, τώρα, αυτά που γράφω, αισθάνομαι πως ανοίγουν τους πόρους του μυαλού και του κορμιού μου για να αναπνεύσουν έναν νέο αέρα, καθαρότερο, ελαφρύτερο, απαλότερο, να με γεμίσουν ξανά ζωή, μια ζωή που είχα χάσει εδώ και μήνες - από δικό μου λάθος, και εξωτερικούς παράγοντες. Μένω να αναρωτιέμαι πόσα κομμάτια μου χάθηκαν αναίτια στο δρόμο, από το Σεπτέμβρη και μετά, με τον ίδιο τρόπο που χάθηκε η διάθεση μου, η όρεξη μου, κάποια όνειρα μου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρουσιάζομαι φαντάρος τη Δευτέρα 10 Μαίου, οπότε θέλοντας και μη, οι αναρτήσεις θα ξαναρχίσουν να λιγοστεύουν. Ίσως αν βρίσκω ή ζω ενδιαφέροντα πράγματα στο στρατόπεδο, να γράφω όποτε παίρνω κάποια έξοδο και βρίσκω κάποιο net cafe, ίσως, αν βρίσκω το κουράγιο. Το μέλλον δεν προβλέπεται, και το μέλλον του τωρινού παρόντος είναι ακόμα σκοτεινότερο. Πέρυσι τέτοιες μέρες δεν περίμενα να βρίσκομαι εδώ φέτος, και του χρόνου μπορεί να βρίσκομαι ακόμα πιο μακριά από οπουδήποτε... Οπότε, μη έχοντας να πω κάτι άλλο αυτή τη στιγμή, έχοντας ήδη βγάλει πολλά από μέσα μου, θα προσπαθήσω απλά να βάλω το τρομακτικό τραγούδι του Silent Hill στο κουτάκι δίπλα, για να συνοδεύσει το αυτό το κείμενο ανάσας μου, και θα ξαναγράψω εδώ όταν έρθει ο καιρός να ξαναγράψω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εις το επανειδείν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΥΓ: Το gcast δεν επιτρέπει πλέον σε κανέναν να ανεβάσει τραγούδια. Ας είναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/_EN-_1OGtUY&amp;hl=el_GR&amp;fs=1&amp;"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/_EN-_1OGtUY&amp;hl=el_GR&amp;fs=1&amp;" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-1473081352579902356?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/1473081352579902356/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=1473081352579902356' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/1473081352579902356'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/1473081352579902356'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2010/05/blog-post.html' title='Τελευταίες ημέρες πολίτης...'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-7285667894430740127</id><published>2010-03-17T15:50:00.003+02:00</published><updated>2010-03-17T20:32:36.455+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Περί ηλιθιότητας</title><content type='html'>Η ισχυρογνωμοσύνη πρέπει πλέον να ταυτίζεται με την ηλιθιότητα. Μόνο οι ηλίθιοι δεν αλλάζουν ποτέ άποψη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο επάγγελμα/ειδικότητα μου, στην πρακτική μου τέλος πάντων, οι ηλίθιοι αναγνωρίζονται ως βαθέως αγαθά άτομα με επιφανειακές μπαρουφογνώσεις για τον κόσμο και γενικά για κάθε επιστήμη (πολιτική, ψυχολογία, φιλοσοφία), έτοιμα να κάνουν κήρυγμα αβυσσαλέας άγνοιας που τείνει προς την ανοησία αλλά με κάποια ψήγματα «εμπειρίας» από την Αγγλία, ανά πάσα στιγμή. Έχοντας σπουδάσει στο εξωτερικό, ειδικεύονται στο να αυτοβαυκαλίζονται για τις ικανότητες και τις δυνατότητες τους, και όντας μικροί γαλίφηδες, αναπληρώνουν και καλύπτουν κάθε τους προσωπική και χαρακτηροδομική ανεπάρκεια μέσω υπεραποδοτικότητας στην δουλειά τους. Όντες επίσης οι ορισμοί αυτού που αποκαλώ «συμπλεγματικό Τίποτα», χρησιμοποιούν τη θέση τους για να κάνουν πόλεμο νεύρων, και όταν δεν το καταφέρνουν, το γυρνάνε σε απειλές. Μόλις τους πάρεις επιτέλους από τα μούτρα και εκτεθούν, χώνουν την ουρά στον κώλο τους και σε παίρνουν τηλέφωνο με συμφιλιωτική διάθεση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για να μη δολιχοδρομώ, οι αντοχές μου στην ηλιθιότητα σήμερα χτύπησαν κόκκινο και έσκασα. Περισσότερα όταν έρθει ο καιρός, και σίγουρα όχι σύντομα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βραδυνή προσθήκη: Και είναι ακόμα πιο ηδονικό μετά από μια συζήτηση με τους "άνω" να παίρνεις τον βλάκα τηλέφωνο για να του πεις για άλλη μια φορά πως λυπάσαι και "καλή συνέχεια", έτσι για να αισθάνεσαι πως βγαίνεις "από πάνω", και να σου ζητάει να συνεχίσεις για άλλο ένα μήνα, να σου προτείνει να πάτε για καφέ, και να το ρίχνει στη γαλιφιά. Βρεγμένη σανίδα θέλετε όλοι. &lt;strong&gt;Επιτέλους ελεύθερος.&lt;/strong&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-7285667894430740127?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/7285667894430740127/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=7285667894430740127' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7285667894430740127'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7285667894430740127'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2010/03/blog-post.html' title='Περί ηλιθιότητας'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-7863029586338285005</id><published>2009-09-19T01:11:00.002+03:00</published><updated>2009-09-19T01:15:39.852+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Γκίντορακ'/><title type='text'>Όνειρα πλασμένα με αστρόσκονη</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SrQEr92sxHI/AAAAAAAAAxk/FjibjRTkwgs/s1600-h/01.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 320px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SrQEr92sxHI/AAAAAAAAAxk/FjibjRTkwgs/s320/01.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5382932607999460466" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;em&gt;Θυμάστε τον καιρό που ήσασταν παιδιά;…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περίεργες αναμνήσεις, έτσι; Όνειρα και σκέψεις, πλεγμένα με την μεταξένια κλωστή μιας αδύναμης παιδικής αντιληπτότητας… Η παιδική ηλικία είναι πάντα μια εποχή γεμάτη θαύματα, μυστικά και αποκαλύψεις… Θα μπορούσε να πει κανείς, πως δεν είναι τόσο απαραίτητη, αφού από εκείνη την εποχή, ο άνθρωπος, το παιδί, καταλαβαίνει λίγα και γνωρίζει πραγματικά ακόμα λιγότερα, ενώ και οι αναμνήσεις είναι φαντάσματα που εξαϋλώνονται και χάνονται κάθε δευτερόλεπτο που περνάει, στη ζωή – οι μεγάλοι πάντα έβρισκαν και θα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζουν κάθε κάστρο και οχυρό της παιδικής φαντασιοκοπίας, με εχθρότητα σχεδόν, σαν να παίρνουν εκδίκηση για τα δικά τους πλέον χαμένα όνειρα, όνειρα που προδόθηκαν και ξεχάστηκαν, ενώ μεγάλωναν…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι μεγάλοι λοιπόν, σε ένα κόσμο που δυσκολεύονταν να καταλάβουν και στον οποίο αναγκάστηκαν να μεγαλώσουν πρόωρα, ύψωσαν τα δικά τους τείχη, πανύψηλα και κυκλώπεια, όμως πρόχειρα φτιαγμένα, από ένα φόβο αυτού που έβλεπαν μπροστά τους να ορθώνεται, και μια άρνηση της αθωότητας τους… Έτσι, κατάφεραν, κουτσά στραβά, να δώσουν τερατώδεις ορισμούς που ενέπνεαν φόβο, σε όσα κατάφεραν να ημερέψουν πρόσκαιρα, αλλά όχι να καθυποτάξουν εντελώς, και μεγάλωσαν τα παιδιά τους σε ένα τέτοιο περιβάλλον φόβου, ανησυχίας, και προφύλαξης, θεωρώντας θεμελιώδες καθήκον τους το να καταστρέφουν, να γκρεμίζουν κάθε μικρό φλογερό καβαλάρη που πάνω στο άλογο του θέλει να ξεχυθεί ελεύθερα μπροστά, να συναρμολογούν με ορθολογισμό καθετί που το παιδικό μυαλό προσπαθεί να ορίσει με παιδικές μεταβλητές μαγείας και μυστηρίου, ένα καθήκον αποκαθήλωσης, απομυστηριοποίησης της ζωής… «Μην τρομάξεις! – διότι &lt;strong&gt;δεν&lt;/strong&gt; είναι τρομακτικό!», «Μην αφεθείς! – διότι &lt;strong&gt;κανείς&lt;/strong&gt; δεν θα σε μαζέψει!», «Μην νοιώσεις! – διότι &lt;strong&gt;δεν&lt;/strong&gt; είναι αληθές…». Ορδές παιδιών γεννήθηκαν έτσι, για να μεγαλώσουν και αυτά, και να καταλήξουν ψυχροί άνθρωποι με αυτοματοποιημένες συνειδήσεις και εκλογικευμένες αντιδράσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά πως μπορεί κανείς να εξηγήσει κάτι τέτοιο σε ένα παιδί;… Σε μια αθώα, παιδική ψυχή, που ονειρεύεται βασίλεια, και δράκους;…&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SrQE_QgcBQI/AAAAAAAAAxs/UPyNYbiNcCM/s1600-h/02.gif"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 312px; height: 320px;" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SrQE_QgcBQI/AAAAAAAAAxs/UPyNYbiNcCM/s320/02.gif" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5382932939423876354" /&gt;&lt;/a&gt;Το κερί έκαιγε ακόμα, όταν ο μικρός Γκίντορακ βγήκε από το δωμάτιο του και περπατώντας στις μύτες των ποδιών του, προχώρησε προς την εξώπορτα της μικρής έπαυλης του πατέρα του, στην ανατολική, ήσυχη και εύπορη πλευρά της Νέφερκαθ. Είχε μια ώρα μέσα στην οποία έπρεπε να πάει στη βιβλιοθήκη της πόλης, όπου γίνονταν τα μαθήματα μαγείας του Ελέζαρ εκείνο το καλοκαίρι, ένα ιδιότυπο καλοκαιρινό σχολείο όπου μπορούσαν όλοι να ξετυλίξουν τις βασικές πτυχές της μαγείας, από στείρα ιστορία της ύπαρξης και θεωρία των ειδών της, μέχρι και τα πρώτα βήματα της πρακτικής εφαρμογής – πειραματικές ασκήσεις που απλά ενστάλαζαν μικρές σταγόνες εφαρμοσμένης μαγείας σε κάθε λογής και ηλικίας ανθρώπους, τον τρόπο με τον οποίο η μαγεία υπήρχε, καθοδηγείτο και μπορούσε να γίνει κτήμα του καθενός, και συγκεκριμένα ξόρκια όπως τα «φλογοδάχτυλα», όπου μικρές και άκακες γλωσσίτσες φωτιάς χόρευαν πάνω στα ακροδάχτυλα του επικλητή ή την «αιώρηση», όπου αντικείμενα μέχρι ενός συγκεκριμένου βάρους μπορούσαν να αιωρούνται για λίγα δευτερόλεπτα πάνω από την επιφάνεια ενός τραπεζιού – ο Γκίντορακ τα πήγαινε αρκετά καλά, αλλά όλα αυτά μετά από άκαρπες προσπάθειες πολλών ημερών, και αναρωτιόταν πόσο έξυπνος μπορεί και πρέπει να είναι ένας αληθινός μάγος, πόσα βιβλία θα έπρεπε να μελετήσει και πόσες ώρες να αφιερώσει, για να πραγματοποιήσει με επιτυχία και άλλα, ακόμα δυσκολότερα ξόρκια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ελέζαρ ο δάσκαλος, ήταν ένα ξωτικό του οποίου η πατρίδα, το Χάλεντορ, βρισκόταν στα νότια της Νέφερκαθ, έχοντας σύνορα στα νότια με το φοβερό βασίλειο των Χούρντ, αλλά εδώ και μια εικοσαετία, αποκομμένο από τα υπόλοιπα βασίλεια των ξωτικών, είχε υποταχθεί στους βάρβαρους και μελαψούς γείτονες του. Μια στο τόσο, όταν ένοιωθε τον πόνο και τη νοσταλγία για το πάλαι ποτέ σπίτι του να τον πνίγει, τραγουδούσε το &lt;em&gt;«Βροχές του Χάλεντορ»&lt;/em&gt;, ένα μελαγχολικό τραγούδι με τη συνοδεία μιας ξεκούρδιστης κιθάρας, που για κάποιο λόγο έφερνε στον Γκίντορακ εικόνες από μια μάχη, σα να την είχε δει κάποτε, όπου ένα χρυσό λιοντάρι επέλαυνε νικηφόρο πάνω στις κατεστραμμένες πέτρες ενός φρουρίου, αλλά δεν ήξερε, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Όπως και να είχε, ο Ελέζαρ, μαζί με πολλά άλλα ξωτικά, είχε επιζήσει της καταστροφής έχοντας καταφέρει να εγκαταλείψουν την πόλη λίγο πριν την πτώση της, και έκτοτε περνούσε όλη του τη ζωή ταξιδεύοντας στον γνωστό κόσμο και χρησιμοποιώντας τις τέχνες του, το τραγούδι και τα μαγικά του, για να βγάλει το ψωμί του. Όντας γνώστης των πιο απόκρυφων μαγικών μυστικών, μιας και η φυλή των ξωτικών είχε κρατήσει την επαφή της με τη μαγεία από την αρχή του κόσμου, ενώ οι άνθρωποι από φόβο και δυσκολία ολόπλευρης κατανόησης της, την περιόρισαν, βρήκε για ένα καλοκαίρι στέγη, φαγητό και περίπου κανονική ύπαρξη στη βιβλιοθήκη της Νέφερκαθ, όπου τον κάλεσε ο αρχιβιβλιοθηκάριος Τέρενας, για να συζητήσουν για τον κόσμο, να συγγράψουν για το Χάλεντορ, να ερευνήσουν περισσότερο τον κόσμο της μαγείας, αλλά και για να μην νοιώθει απλά επισκέπτης, ο Ελέζαρ ανέλαβε να κάνει μαθήματα «βασικής μαγείας» σε όποιον μπορεί να ενδιαφερόταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόνο για άλλη μια του ασχολία ο Γκίντορακ ένοιωθε τόσο χαρούμενος και περίμενε τόσο ανυπόμονα κάθε τρίωρο, όποτε ήταν, για να παρακολουθήσει και να μάθει – και ο χώρος ήταν ο ίδιος, η βιβλιοθήκη της Νέφερκαθ, όπου ο βιβλιοθηκονόμος Μάελσταν, γνωρίζοντας τον, του έδινε καθημερινά και από ένα νέο βιβλίο με ένα ενδιαφέρον θέμα ιστορίας και μύθων, που του κέντριζε το μυαλό – η έλευση του Χωμογενούς γένους, ο λιμός της Νέφερκαθ πριν από 200 χρόνια που κανείς δεν έμαθε γιατί και πως ξεκίνησε, η έκρηξη όλων των διαχρονικών πολέμων, η πτώση του Μεγάλου Άστρου και ο συνεπακόλουθος χαμός των Γιγάντων όταν οι βασιλιάδες τους το ακολούθησαν στα βάθη της θάλασσας και στο Χαμό τους, οι πέντε θανατηφόρες μάχες του Βαρβέκ με τους Απέθαντους Συντρόφους στις άκρες του γνωστού κόσμου, οι ιστορίες για τους φιδάνθρωπους στην μακρινή και ξεχασμένη ανατολική ήπειρο που λεγόταν πως ήταν μια απέραντη ζούγκλα, ο χαμός του ιππότη Χούλσα μέσα στους βάλτους, οι Δράκοι των Εποχών, και τόσες άλλες ιστορίες μπλεγμένες με τα νήματα του μύθου, που έδεναν στο άρμα τους και ταξίδευαν το παιδικό μυαλό του… Δεν μπορούσε να έχει ενδοιασμούς σχετικά με αυτά που διάβαζε, οι εικόνες ζωγραφίζονταν και έπαιρναν ζωή μπροστά στα μάτια του μυαλού του, ζούσε στη φαντασία του κάθε σκηνή, συζήτηση, μάχη, με τέτοια ένταση και πίστη, που δεν διανοείτο την περίπτωση να μην υπάρχει ένα στέρεο υπόστρωμα αλήθειας κάτω από την αφηγηματική δομή της κάθε ιστορίας – στην ηλικία εκείνη, η αληθοφάνεια των βιβλίων και η τέρψη που αποκόμιζε το παθιασμένο για ιστορίες μυαλό του, θόλωναν την καθαρή, αντικειμενική, αποστασιοποιημένη ματιά που θα αποκτούσε στα μετέπειτα χρόνια της ζωής του, και φυσικά, δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί κάτι τέτοιο – η ηλικία ξεκαθαρίζει πολλές ασάφειες του παρελθόντος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν τελικά, έπειτα από εικοσάλεπτο τρέξιμο, έφτασε στο χώρο της βιβλιοθήκης που συνήθως γίνονταν τα μαθήματα, τον βρήκε κενό – μόνο ο βιβλιοθηκονόμος Μάελσταν στεκόταν μπροστά από ένα τραπέζι, εξετάζοντας προσεκτικά κάτι που έμοιαζε με ξίφος. Σήκωσε τα μάτια του και τον κοίταξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;«Καλώς τον!»&lt;br /&gt;«Καλημέρα Μάελσταν! Πως είσαι;»&lt;br /&gt;«Μια χαρά μικρέ.». &lt;/em&gt;Πάντα τον φώναζε μικρό, ακόμα και αφού μεγάλωσε. &lt;em&gt;«Εσύ; Τι κάνεις εδώ;»&lt;br /&gt;«Τον Ελέζαρ και τους άλλους ήρθα ν…»&lt;br /&gt;«Σήμερα έχετε εξωτερική διδασκαλία Γκίντορακ, δεν θα τους βρεις εδώ…»&lt;br /&gt;«Ωχ…» &lt;/em&gt;Μια φορά την εβδομάδα ο Ελέζαρ είχε σύστημα να τους πηγαίνει στο μεγάλο χωράφι έξω από την νότια πύλη, όπου η πολιτοφυλακή της Νέφερκαθ συνήθιζε τα καλοκαίρια να κάνει τις ασκήσεις της και να συγκεντρώνεται. Σε αυτά τα μαθήματα ο Ελέζαρ έκανε κάθε λογής μαγικές ασκήσεις που ενέπλεκαν ζώα και που γενικά χρειάζονταν χώρο, ο οποίος δεν ήταν διαθέσιμος στη βιβλιοθήκη – μικρές μεταμορφώσεις ή πολυμορφίες ή αντικατοπτρισμούς ή ακόμα και τηλεμεταφορές, κατά τις οποίες ο καθένας αναλάμβανε να τηλεμεταφέρει μια γάτα μεταξύ δύο κλουβιών. Πολλές τηλεμεταφορές αποτύγχαναν, συμπεριλαμβανομένης και του Γκίντορακ, αλλά ο Ελέζαρ μάζευε μέσα σε δευτερόλεπτα τη γάτα που έτρεχε μακριά και ελεύθερη όταν μεταφερόταν εκτός κλουβιού, αποδεσμευμένη από τα βίτσια των μικρών και αδέξιων επίδοξων μάγων. Ο Γκίντορακ αναρωτιόταν τι θα τους έδειχνε εκείνη τη μέρα, αλλά αυτό που πρόσεξε στο τραπέζι τον τράβηξε περισσότερο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μάελσταν είχε μπροστά του ένα μεγάλο ξίφος με μια πλατιά λεπίδα, γεμάτη με μεγάλες σχισμές και κοφτερή, με εξογκώματα στις άκρες, ενώ ρουνική γραφή υπήρχε στη λαβή του. Αυτό που τράβαγε την προσοχή καθενός που κοιτούσε αυτό το ξίφος όμως, ήταν το πολύ λαμπερό κρανίο που είχε στερεωθεί στη βάση της λεπίδας, με αποτέλεσμα η λεπίδα να βγαίνει από το ανοιχτό στόμα του – το κρανίο σίγουρα δεν ήταν ανθρώπινο, αφού τα χαρακτηριστικά του διέφεραν, τα μάτια ήταν πιο σχιστοειδή και στους κροτάφους υπήρχαν υπολείμματα από δύο μεγάλα κέρατα που κάποτε ξεκινούσαν από εκείνα τα σημεία και εκτείνονταν ψηλά, αλλά τώρα ήταν σπασμένα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;«Τιείναιαυτό!!!» &lt;/em&gt;είπε χωρίς ανάσα και με ανοιχτό το στόμα από έκπληξη ο Γκίντορακ, μόλις κατάλαβε τι έβλεπε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μάελσταν χαμογέλασε και πήρε μια ψευτοσοβαρή όψη, σα να σκεφτόταν πολύ σοβαρά την πιθανότητα να μην απαντήσει. «Δεν ξέρω αν πρέπει να σου πω…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;«Έλάααααααα!!!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά, καλά… Εξάλλου ξέρω πως η ιστορία θα σου αρέσει.» &lt;/em&gt;είπε χαμογελώντας πλατιά ο Μάελσταν. &lt;em&gt;«Αλλά έχεις και μάθημα ξέρεις…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα πάω σε λίγο, πες μου πρώτα για το σπαθί!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι… Λοιπόν, το ξίφος αυτό δεν έχει όνομα ή τουλάχιστον το όνομα του δεν έχει επιζήσει ώστε να το μάθουμε. Σφυρηλατήθηκε από τον Νασρεντίν, παλαιό βασιλιά των Χουρντ, στα νότια, πριν από τουλάχιστον 500 χρόνια, ίσως και πολλά περισσότερα. Ο πατέρας του Νασρεντίν λέγεται πως είχε πολλά πάρε-δώσε με τον Αλλόκοσμο, που σου έχω πει τι είναι, η διάσταση των δαιμόνων από όπου μας κοιτούν με μίσος για το ότι είμαστε ζωντανοί, και αυτός λοιπόν σε μια από τις γνωστές και συνήθεις του συμφωνίες, κατάφερε με κάποιο τρόπο να αποκτήσει έναν εχθρό… Οι Χουρντ στη γλώσσα τους αποκαλούσαν αυτό το δαίμονα Νερ Ζ’μουτκίμντου, πνεύμα της ληθώδους αύρας, και λένε πως για αυτή την προσβολή του πατέρα του Νασρεντίν, τον κατέσφαξε, μπροστά στον εικοσάχρονο τότε γιο του – ο Νασρεντίν που είχε συνεννοηθεί με τον πατέρα του και παραφύλαγε πίσω από την κοσμική πόρτα από όπου ο δαίμονας είχε εισέλθει στη διάσταση μας, τον χτύπησε με ένα βέλος από μια βαλλίστρα, η αιχμή του οποίου ήταν αλειμμένη με κάποιου είδους παραλυτικό υγρό, και έπειτα τράβηξε το δαίμονα αργά-αργά από τη διάσταση του, αφήνοντας την πύλη να κλείσει – ανέφερε μετά, σε όσους αποφάσιζε να πει την ιστορία, πως τα μάτια του δαίμονα τον κοιτούσαν με τόσο μίσος, που δεν ξανασυνάντησε στη ζωή του… &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έσφαξε και έγδαρε το δαίμονα το ίδιο βράδυ, βάζοντας τα κόκαλα του σε ένα σεντούκι και κρεμώντας το φολιδωτό δέρμα του πάνω από το τζάκι, έπειτα έφυγε, φοβούμενος να κοιμηθεί στο σπίτι του εκείνο το βράδυ. Το επόμενο πρωί, βρήκε το δέρμα να έχει γίνει στάχτη, και τα κόκαλα να έχουν πάρει μια εκτυφλωτική, εξώκοσμη λάμψη. Από το κρανίο έσπασε τα κέρατα και σφυρηλάτησε ένα ξίφος στο οποίο το προσάρμοσε και που κράτησε για όλη του τη ζωή… Οι σχισμές που βλέπεις πάνω στη λεπίδα λέγεται πως ήταν μάτια, που απέκτησε αργότερα στο ξίφος, όταν το πνεύμα του δαίμονα άρχισε να ζει μέσα του, ενώ τα υπόλοιπα κόκαλα οι Χουρντ ισχυρίζονται πως τα έχουν ακόμα στο θησαυροφυλάκιο τους, μέσα σε ένα εβένινο σεντούκι που μυρίζει συνέχεια θειάφι… Το ξίφος που λες, μου το έφερε χτες το βράδυ για να το εξετάσω, ο νεαρός πρίγκηπας των Χουρντ, που ήρθε με τον δράκο του για μια εποχική βόλτα στη Νέφερκαθ…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Με… το… δράκο του…;» &lt;/em&gt;έμεινε να χάσκει ο Γκίντορακ. Όσα είχε μόλις ακούσει για το ξίφος του Νασρεντίν, όσα ήξερε, δεν υπήρχαν πλέον, το μυαλό του είχε κολλήσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;«Ναι… Ο Ελέζαρ του ζήτησε σήμερα το πρωί να σας κάνει αυτός ένα μάθημα για τους δράκους και δέχτηκε, γι’ αυτό σε ρώτησα αν δεν θέλεις να αργήσεις…»&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γκίντορακ έκανε μεταβολή και έτρεξε έξω από τη βιβλιοθήκη χωρίς να καλημερίσει τον Μάελσταν. Δράκος! Στη Νέφερκαθ! Σε απόσταση αναπνοής! Μα πως γινόταν αυτό;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η νότια πύλη ήταν περίπου εικοσιπέντε λεπτά μακριά, με τα πόδια, αλλά ο Γκίντορακ θα το έκανε μόλις δέκα, τρέχοντας, χωρίς να σκέφτεται κάτι άλλο. Βγαίνοντας από την πύλη, περνώντας ανάμεσα από αφηρημένους χωρικούς που κοιτούσαν προς την πλευρά που γίνονταν τα μαθήματα, ο Γκίντορακ βρέθηκε επιτέλους σε ένα μέρος όπου ο ουρανός ήταν ανοιχτός, και μπορούσε να προσπαθήσει να καταλάβει αυτό που έβλεπε, αυτό που νόμιζε πως έβλεπε, αυτό που υπήρχε εκεί, αυτό που θα σημάδευε την ψυχή, την καρδιά και το μυαλό του για την υπόλοιπη ζωή του…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα καστανό πουλί, όχι, μεγαλύτερο από πουλί, πολύ μεγαλύτερο, με μεγάλη ουρά, τεράστια φτερά και μεγάλο μυτερό κεφάλι, πέταγε στον ουρανό ενώ πάνω του στεκόταν αγέρωχος ένας νεαρός, έχοντας σταυρώσει τα χέρια στο στήθος του, με τα μακριά μαύρα μαλλιά του να ανεμίζουν ηρωικά, παραμυθένια – ο τρόπος που ο δράκος διέσχιζε τον ουρανό, χαραζόταν παράλληλα στα μάτια του μυαλού του με τέτοια σαφήνεια, ώστε χρόνια μετά να μπορεί να ανακαλέσει την εικόνα αυτή με πολλή μεγάλη ευκολία. Όλοι παραμιλούσαν, έδειχναν ψηλά στο γαλάζιο, δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν… Η Νέφερκαθ δεν είχε δράκους, ήταν μια πολιτεία στη μέση του κόσμου, γνωστή μόνο ως σταυροδρόμι πολιτισμών και εμπορίου, και που δεν διέθετε στρατό παρά μια ολιγάριθμη πολιτοφυλακή για να εγγυάται την ασφάλεια στους δρόμους της… Και ξάφνου με την απλή επίσκεψη ενός πρίγκηπα, έστω για μερικές μέρες ή ώρες, έπαιρνε μια νέα λάμψη ασφάλειας, ουσίας, μια στρατιωτική και ηγεμονική μορφή που ίσως και να της ταίριαζε περισσότερο εκ πρώτης όψεως, γινόταν μια συντεταγμένη και στρατευμένη πολιτεία με δικό της άρχοντα, αν και κάποιοι υποψιασμένοι θα μπορούσαν να προβλέψουν, με βάσιμα στοιχεία, πως η παράταση αυτής της λάμψης, αργά ή γρήγορα θα επέσυρε τον θυμό των ελευθεροφρόνως καλλιεργημένων κατοίκων της… Αλλά δεν είχε σημασία εκείνη τη στιγμή…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πρίγκηπας Φένλιχ διέταξε το δράκο του να κατέβει στο έδαφος με ένα σίγουρο, κοφτό νεύμα, και έπειτα, αφού συνήθισε το πάτημα στο έδαφος, στάθηκε δίπλα του, απαντώντας στις ερωτήσεις που του έκαναν όσοι παρακολουθούσαν το μάθημα του συνοφρυωμένου Ελέζαρ – η πόλη του ξωτικού είχε καταστραφεί από την οικογένεια του δράκου αυτού και από τον πατέρα του πρίγκηπα, και ενώ πλέον ήταν μια πολύ παλιά ιστορία, εικοσαετίας, βαθιά μέσα του η πτώση του Χάλεντορ τον πονούσε το ίδιο, ίσως και περισσότερο, αφού είχε τους κατακτητές και σφαγείς των ανθρώπων του, μπροστά του – και όμως, δεν μπορούσε να κάνει κάτι…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γκίντορακ όμως δεν πρόσεχε τίποτα, ούτε καν τον πρίγκηπα ενώ απαντούσε στις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις, πόσο μάλλον τον Ελέζαρ… Τα μάτια του τα είχε φυλακίσει ο δράκος και κοιτούσε μόνο αυτόν, κάθε του κίνηση, ανάσα, γύρισμα του κεφαλιού, τα κίτρινα αστραφτερά του μάτια που τον κοίταξαν ψυχρά μερικές φορές και ένοιωσε σαν να παραλύει… Το δίωρο που πέρασε σε εκείνο το χωράφι εκείνη την ημέρα, κατάλαβε αργότερα στις ημέρες και τα χρόνια του, πως του σημάδεψε όλη του τη ζωή, ήταν μια τεράστια χαρακιά πάνω στο τρυφερότερο σημείο της εκείνη τη χρονική στιγμή, μια γραμμή η οποία τον όρισε ξεκάθαρα και που σηματοδότησε το πριν και το μετά, ως προς την ανάπτυξη του ανθρώπου, του χαρακτήρα του, όλων των πραγμάτων που τον συνέθεταν – οι ιστορίες και οι μύθοι, αν και ακόμα λίγο ενδιαφέροντες, δεν είχαν την αξία που είχαν πιο πριν, παρέμεναν απλά λόγια που δεν θα έπαιρναν ποτέ σάρκα και μορφή μιας και δεν θα επαναλαμβάνονταν, και έτσι το μυαλό του άρχισε να στριφογυρίζει σαν δορυφόρος γύρω από την ιδέα ενός δράκου, και τίποτα δεν κατάφερε να φέρει μια πολυπόθητη φυγόκεντρη δύναμη που θα το εξέτρεπε από την πορεία του – και δεν ήταν λίγες οι φορές που καταράστηκε τον εαυτό του για αυτή του την ψυχική «ιδιομορφία»…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η επιστροφή το ίδιο μεσημέρι στη βιβλιοθήκη, αμέσως μετά το μάθημα, συνοδεύτηκε από την παράκληση, προς τον Μάελσταν, να του δώσει μια λίστα με βιβλία για δράκους, οτιδήποτε είχε… Τις ερωτήσεις του βιβλιοθηκονόμου για το πώς του φάνηκε το μάθημα και πως ήταν ο πατέρας του, τις αγνόησε, διότι για το μάθημα δεν είχε υπαρκτές λέξεις ώστε να το περιγράψει, και τον πατέρα του δεν τον είχε δει τις τελευταίες δύο μέρες…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γυρνώντας σπίτι μετά από λίγη ώρα, φορτωμένος με καμιά δεκαριά σκουροκάστανους, παλιούς τόμους στην πλάτη, έφτιαξε ένα απλό γεύμα για τον ίδιο, και του πατέρα του το άφησε έξω από το δωμάτιο, χτυπώντας του την πόρτα. Δεν ήξερε με τι βιβλία, ξόρκια, θέματα, είχε καταπιαστεί αυτή τη φορά. Δεν τον ενδιέφερε. Πάντα έτσι γινόταν…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το φεγγάρι ανέβηκε και κατέβηκε τον ουρανό ενώ ένα παιδί μέσα στο δωμάτιο του διάβαζε ασταμάτητα για τα νέα πλάσματα που είχαν μπει στη ζωή του, τους δράκους, πλάσματα των οποίων την ύπαρξη γνώριζε, αλλά τη μείωνε, αφού δεν τα είχε δει ποτέ από κοντά. Οι σελίδες στοιβάζονταν στην αριστερή πλευρά των βιβλίων, η μια μετά την άλλη, ενώ νέες λέξεις που γίνονταν σελίδες στο μυαλό του, γράφονταν συνεχόμενα με κάθε λέξη που διάβαζε και σελίδα που γύριζε. Ήταν απίστευτο το πώς ένα ζωντανό πλάσμα, τόσο μαγευτικό, είχε μπορέσει να του απορροφήσει όλη την όρεξη, όλη τη δύναμη, όλη την νεανική εκρηκτικότητα της ηλικίας του, και να την μετουσιώσει σε πόθο για περισσότερη γνώση, για περισσότερη δύναμη, για κατάκτηση αυτών, και ακόμα περισσότερων πραγμάτων… Ο Γκίντορακ σιγά-σιγά έκανε σκοπό της ζωής του κάθε αποκάλυψη, κάθε παραμέρισμα του σκοτεινού και μυστήριου πέπλου που έκρυβε το μυστήριο των δράκων, και όσο μεγάλωνε αλλά παρέμενε ακόμα παιδί βαθιά μέσα του, με κάθε βιβλίο που διάβαζε, κάθε δράκο που έβλεπε, ένοιωθε το μυαλό του να τεντώνεται περισσότερο προς αυτή την πρόκληση, αυτό το στόχο, μέχρις ότου να τον κατακτήσει…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SrQFLQPJ4VI/AAAAAAAAAx0/loB2TPPcJz8/s1600-h/03.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 248px; height: 320px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SrQFLQPJ4VI/AAAAAAAAAx0/loB2TPPcJz8/s320/03.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5382933145509814610" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;em&gt;Κάπως έτσι δεν ξεκινούν λοιπόν τα παιδικά όνειρα, οι μικρές μας, τόσο σε ηλικία, όσο και σε βάση νόησης, ιδεοληψίες; Τον καιρό που η καρδιά μας είναι στα τρυφερά της νεανικά χρόνια, έτοιμη να χαραχθεί βαθιά από μια πύρινη ρομφαία η οποία θα ορίσει τον μετέπειτα δρόμο και προορισμό μας, τον καιρό που ξέγνοιαστοι, σαν παιδιά, θα τρέξουμε τριγύρω, θα γελάσουμε, θα σκοντάψουμε, θα πέσουμε, θα κλάψουμε, θα ξανασηκωθούμε, θα δυναμώσουμε, θα επεκτείνουμε τον εαυτό μας σε πλατύτερους κύκλους και σε σφαίρες αντίληψης με πολύ μεγαλύτερη διάμετρο… Οι πιο φαντασιόπληκτοι, ρομαντικοί, επίμονοι, ξεροκέφαλοι, παραμυθολάτρες από εμάς, γνωρίζουν την αλήθεια: Τα παιδικά όνειρα, είναι, και αν δεν είναι, &lt;strong&gt;έχουν τη δύναμη να γίνουν, αιώνια…&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-7863029586338285005?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/7863029586338285005/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=7863029586338285005' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7863029586338285005'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7863029586338285005'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2009/09/blog-post.html' title='Όνειρα πλασμένα με αστρόσκονη'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SrQEr92sxHI/AAAAAAAAAxk/FjibjRTkwgs/s72-c/01.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-7563562152590823325</id><published>2009-08-12T20:24:00.016+03:00</published><updated>2009-08-12T23:24:45.104+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Πέντε φωτογραφίες, απροσμέτρητο νόημα...</title><content type='html'>Με δεδομένο πως για πολλούς και διάφορους λόγους δεν έχω γράψει εδώ και καιρό κάτι εδώ πέρα, βάζω μερικές πάρα πολύ πρόσφατες φωτογραφίες, που σημαδεύουν αυτό το καλοκαίρι μου. Ραντεβού, ελπίζω, πριν τον Σεπτέμβρη, με τη νέα ιστορία του Γκίντορακ...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SoL8DF7od5I/AAAAAAAAAwU/WYEqklaEIfQ/s1600-h/01.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 240px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SoL8DF7od5I/AAAAAAAAAwU/WYEqklaEIfQ/s320/01.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5369130835841152914" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SoL8Mk82JLI/AAAAAAAAAwc/2z4aKWgdqcY/s1600-h/02.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 240px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SoL8Mk82JLI/AAAAAAAAAwc/2z4aKWgdqcY/s320/02.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5369130998786565298" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SoL8bKEGUGI/AAAAAAAAAws/GRwlSmrEfco/s1600-h/03.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 240px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SoL8bKEGUGI/AAAAAAAAAws/GRwlSmrEfco/s320/03.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5369131249267265634" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Δε μπορώ με τίποτα να βάλω την αποκάτω φωτογραφία σε οριζόντια θέση, αν και την κάνω upload σε οριζόντια, και δεν ξέρω τι φταίει. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SoL9Ao-3F3I/AAAAAAAAAw8/kBvqJN5uP8Q/s1600-h/04.JPG"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 240px; height: 320px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SoL9Ao-3F3I/AAAAAAAAAw8/kBvqJN5uP8Q/s320/04.JPG" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5369131893221955442" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SoMjswP1M9I/AAAAAAAAAxU/FbbUvGg6IiU/s1600-h/005.JPG"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 240px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SoMjswP1M9I/AAAAAAAAAxU/FbbUvGg6IiU/s320/005.JPG" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5369174432528282578" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-7563562152590823325?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/7563562152590823325/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=7563562152590823325' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7563562152590823325'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7563562152590823325'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2009/08/blog-post.html' title='Πέντε φωτογραφίες, απροσμέτρητο νόημα...'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SoL8DF7od5I/AAAAAAAAAwU/WYEqklaEIfQ/s72-c/01.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-7208469805297065222</id><published>2009-06-30T20:00:00.006+03:00</published><updated>2009-07-01T19:06:38.544+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Finis mundi...</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SkpFIYcUeUI/AAAAAAAAAvU/TteDIrMYan8/s1600-h/tei.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 174px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SkpFIYcUeUI/AAAAAAAAAvU/TteDIrMYan8/s320/tei.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5353167117385759042" /&gt;&lt;/a&gt;Είναι πρωί Τρίτης, 23 Ιούνη, ο θερμοσίφωνας έχει ανάψει και γράφω αυτές τις γραμμές, που θα τις συνεχίσω και μέσα στις επόμενες ημέρες, όποτε μου έρχεται, σκεπτόμενος ένα μόνο πράγμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Τέλος.&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χτες περπατούσα στη σχολή προβληματισμένος, ίσως λίγο θλιμμένος, κοιτώντας γύρω μου νέα πρόσωπα. Νέα, άγνωστα, νεότερα, αλλά το ίδιο ζωντανά πρόσωπα, που έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνιση τους από πέρυσι τον Σεπτέμβρη. Φέτος οι ώρες που πέρασα μέσα στη σχολή, είναι μετρημένες, ίσως λιγότερες από 20, ενώ δεν κατάλαβα και εξεταστική, και δεν μπορώ να ξέρω πως ήταν η αναλογία, καθώς γνωστά πρόσωπα, έβλεπα μόνο στο μάθημα, και πέρα από το μάθημα, δεν είχα κάποιο λόγο να είμαι εκεί – περνούσα τις περισσότερες ώρες στη βιβλιοθήκη. Καταλάβαινα πως είχε πλέον έρθει η ώρα μου να αρχίσω να τα μαζεύω, και πως τα παλιά πρόσωπα, τα παλιότερα που θυμάμαι, άρχισαν να φεύγουν από το τρίτο εξάμηνο και μετά, οπότε και μπορεί να τους έβλεπες μια στο τόσο σε κάποιο εργαστήριο που τους είχε απομείνει ή σε κάποια εξεταστική, για κάποιο μάθημα που χρωστούσαν. Την προηγούμενη εβδομάδα για παράδειγμα, είδα τον Κώστα, Αθηναίο, γύρω στα 26 ή 27, που είχε παρατήσει τη σχολή τον καιρό που ξεκίνησε και πριν κάνα δύο χρόνια είχε αποφασίσει να την ξαναρχίσει. Είχαμε πει κάποιες κουβέντες στο προηγούμενο εξάμηνο, μου είχε πει ότι θα παρουσιαζόταν Κόρινθο για να υπηρετήσει, τον περασμένο Φλεβάρη. «Σου έχει κόψει τη ζωή στη μέση», θυμάμαι του είχα πει όταν μου το είχε αναφέρει. Είχε συμφωνήσει. Δεν του μίλησα προχτές, εξάλλου κατέβαινα από το λεωφορείο ενώ ανέβαινε, και δεν ήμασταν φίλοι, ούτε καν γνωστοί, μια απλή κουβέντα είχαμε κάνει παλιότερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όμως, πρόσωπα, ονόματα, πόλεις καταγωγής – υποθέτω το ίδιο θα γίνεται και στα ΑΕΙ, αλλά για εμάς που ξέρω, κάθε έτος εισαγωγής ήταν ένα τεράστιο μωσαϊκό της Ελλάδας – κάθε πόλη που μπορεί κανείς να φανταστεί, είχε αντιπροσώπους εδώ. Σίγουρα, το μεγαλύτερο ποσοστό ήταν βόρειοι, αλλά υπήρχαν και νότιοι, ακόμα και Κρητικοί ή Κύπριοι που είχαν αποφασίσει να έρθουν… Οι Κρητικοί συνήθιζαν απ’ όσο είχα ακούσει, να λιώνουν στο ποτό και στο ξενύχτι την προηγούμενη μέρα, ώστε να μην νοιώσουν ούτε στιγμή το μεγάλο ταξίδι που επακολουθούσε για να γυρίσουν πίσω. Θυμήθηλα τώρα έναν, διπλάσιο από εμένα σε όλα εκτός από το ύψος, κάποιο πρωί που κατέβαινα Λάρισα, ο οποίος μόλις μπήκε στο λεωφορείο έριξε ένα τεράστιο ρέψιμο και είπε με εκείνη την κλασική, αναίσθητη κρητική προφορά πως «πρέπει επιτέλους να καεί το κωλοχώρι κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι, διότι έτσι του αξίζει, κωλοχώρι ήταν, κωλοχώρι θα παραμείνει, εμείς του δίνουμε ζωή». Πρέπει να ήταν πρωί Σαββάτου, 14 Ιουλίου 2007. Πέντε λεπτά μετά, και ενώ το λεωφορείο δεν είχε ακόμα βγει από την πόλη, είχε ξεραθεί σε δύο καθίσματα, και δεν τον ξανάκουσα. Αντιθέτως, οι Κύπριοι είχαν απομονωθεί από όλους τους άλλους, έκαναν παρέα μόνοι τους ο ένας τον άλλο και ήταν γενικά απόμακροι. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως να είναι απόρροια της συνολικής τους ψυχοσύνθεσης…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι πολλά. Καλώς ή κακώς έχω μνήμη που τσακίζει κόκαλα, και όταν καταγράφω, καταγράφω και τρομερές λεπτομέρειες. Θυμάμαι τι μπορεί να είπε ο τάδε ή ο δείνα, ποια χρονική στιγμή, και που καθόμασταν, αλλά αυτό ίσως να έχει να κάνει με το ότι υπήρχαν σαφώς αισθητά λιγότερες τέτοιες καταχωρήσεις στην καθημερινότητα μου και στη μνήμη μου, οπότε είναι και πιο ευκολομνημόνευτες. Αλλά, το έχω ξαναπεί, όλοι θα πάθαιναν πλάκα, αν τους έλεγα τι θυμόμουν, κάποιες στιγμές που μου έρχονται. Χτες που περνούσα από τη σχολή, έβλεπα τα τραπεζάκια και θυμόμουν πότε και για ποιο λόγο είχα καθίσει εκεί, με ποιον, τι λέγαμε, σε τι κατάσταση ήμασταν, τι εποχή ήταν… &lt;em&gt;Κόκκοι της άμμου, όλοι μας, μέσα στη γιγάντια κλεψύδρα της ζωής και του χρόνου – και οι κόκκοι δεν έχουν μαγνητικές ιδιότητες&lt;/em&gt;… Τρία χρόνια μέσα σε αυτούς τους διαδρόμους, χρωματίζοντας τους με καταστάσεις και από συναισθήματα κυρίως το άγχος, το ατέλειωτο, ενεργειακό, απύθμενο χαώδες άγχος (sic) το οποίο παράγω και με το οποίο τρέφομαι, και ξαφνικά, ένα τέλος… Δεν το είχα ξανανιώσει, θυμάμαι πως από όπου και αν πέρασα όλα αυτά τα χρόνια, χαιρόμουν που έφευγα και προχωρούσα μπροστά, αλλά χτες στενοχωρήθηκα ελαφρώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι πήρα εγώ έπειτα από 7 εξάμηνα εδώ;… Τα πάντα. Χαρές, στενοχώριες, ικανοποιήσεις, γνώσεις ποικίλου είδους, έμπνευση, άγχη, ανησυχίες, περισσότερες ανησυχίες, πάμπολλες απογοητεύσεις, λίγα χαμόγελα… Άλλα πράγματα τα κατάφερα και με το παραπάνω και είμαι χαρούμενος για αυτό, άλλα πάλι δεν τα κατάφερα καθόλου ή όσο θα ήθελα, και μένουν σαν αγκάθια στην μνήμη μου – αλλά το πρόσημο είναι σίγουρα θετικό, δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν καλοκαίρι του 2005. Δε θυμάμαι συγκεκριμένη ημερομηνία, διότι όλη εκείνη η περίοδος, εκτός από μερικές εικόνες, έχει σβηστεί από το μυαλό μου, ηθελημένα. Τέτοιες μέρες είχε βγει η βαθμολογία, και ήμουν κάτω από την βάση, Ο πατέρας μου δεν μου μιλούσε και δεν τον είχα δει για δύο εβδομάδες, ενώ κάποια στιγμή, σε κάποια λόγια που είχαν ειπωθεί, είχε σπάσει την πόρτα του δωματίου για να με βρίσει… Δεν ήθελε αυτό για εμένα. Και τον δικαιολογώ τώρα πια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το θέμα είναι πως είχαν κάποια στιγμή, μάλλον μέσα στον Ιούλιο ή Αύγουστο, δεν θυμάμαι ακριβώς, βγει τα αποτελέσματα. Κοιτούσα ανά δύο λεπτά σε μια ιστοσελίδα του Υπουργείου Παιδείας, που είχε φρακάρει από τις πολλές συνδέσεις, για το αποτέλεσμα του μηχανογραφικού, αλλά δεν έλεγε να με φορτώσει – κάποια στιγμή, η σελίδα μου είχε μισοεμφανιστεί, &lt;em&gt;Επιστήμη της θάλασσας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου&lt;/em&gt;, μονολογούσα συνεχόμενα, ώσπου βγήκε το αποτέλεσμα και πάγωσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γεωτεχνολογίας και Περιβάλλοντος, ΤΕΙ Δυτ. Μακεδονίας.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ούτε που θυμόμουν σε ποια θέση είχα βάλει αυτό το τμήμα στο μηχανογραφικό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όρεξη να ξαναδώσω, δεν είχα. Ήμουν 17 ετών, δεν μπορούσα να πιστέψω πως θα με έκριναν για την υπόλοιπη ζωή μου στα 17. Αλλά σε τέτοιες ηλικίες, ο πανικός του σχολείου, των εξετάσεων, και των γονιών, μόνο μια τέτοια επίπτωση έχει: Να νοιώθεις άχρηστος, στα 17. Αναρωτιέμαι τώρα πόσοι άραγε σταμάτησαν να προσπαθούν, όταν στα 18 ένοιωσαν ανίκανοι για κάτι, μετά από μια τέτοια περίπτωση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχα αποφασίσει να πάω. Το ήθελα, ήθελα να φύγω από το σπίτι, είχα λόγο να φύγω. Ανέβηκα με τον πατέρα μου, και ενώ είχε ηρεμήσει πια, 19 Σεπτέμβρη του 2005, για τις εγγραφές. Ήταν και η πρώτη φορά που είδα τη σχολή απ’ έξω. Ωραίο μέρος, πολύ πράσινο, μια διαρρύθμιση κτιρίων που αναδείκνυε το πράσινο και κυρίως τα έλατα και τα πεύκα της γύρω περιοχής. Μ’ άρεσε. Δεξιά της εισόδου, σε ένα μεγάλο διάδρομο πριν από τις γραμματείες, είχε στήσει η κάθε σχολή τα τραπεζάκια της, όπου δεχόταν τις νέες εγγραφές. Πριν ξεκινήσουν οι εγγραφές, κάποιοι τύποι που κρατούσαν καφέδες, τσιγάρα, και παρόμοια τέτοια χημικά ξυπνητήρια του οργανισμού, είχαν έρθει τριγύρω και έπιαναν γνωριμίες με τους νέους, ή συζητούσαν με γονείς. Ο πατέρας μου άνοιξε κουβέντα με δύο άτομα. Ο ένας ήταν μηχανολόγος, τότε τελείωνε το 3ο του εξάμηνο και έμπαινε στο 4ο και όσους μηχανολόγους έβρισκε, τους έδινε συμβουλές για ένα καθηγητή τρίτου εξαμήνου, ο οποίος ήταν δύστροπος. Δεν ξέρω αν κάποιος θα έπαιρνε συμβουλές από αυτόν, και αυτό διότι ο άνθρωπος αυτός, είναι ακόμα στη σχολή. Μπήκα Φλεβάρη, και τον ίδιο Φλεβάρη θα τελείωνε το 4ο του εξάμηνο. 4+7=11. Ο άλλος ήταν σε κάποια σχολή του οικονομικού, και ήταν εκεί από το 2000. 10 εξάμηνα. Όχι και οι καλύτεροι οιωνοί, σαν πρώτες γνωριμίες. Ο τύπος που κοίταξε την εγγραφή μου, έμαθα καιρό μετά, πως ήταν 12ο εξάμηνο, και από τους βασικούς υπεύθυνους (ή κάτι τέτοιο, τότε) τότε της ΔΑΠ. Μετά από το 2ο μου εξάμηνο δεν θυμάμαι να τον ξαναείδα. Αυτή η πρώτη μου γνωριμία με το ΤΕΙ ήταν απογοητευτική, για να μην πω κάτι χειρότερο. Ο πατέρας μου, μου κατέστησε σαφές ότι αν το παράταγα, θα με παράταγε και αυτός, και ήταν δίκαιο. Το δέχτηκα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχα ξανανέβει αρχές Φλεβάρη του 2006 με τη μητέρα μου, για να βρω σπίτι. Την ημέρα που ανεβαίναμε, είχε αρχίσει ο συναγερμός για τον Άλεξ, που είχε χαθεί εδώ δίπλα, στη Βέροια. Βρήκαμε μέσω ενός μεσίτη μια μικρή γκαρσονιέρα, ακριβώς στο κέντρο της πόλης. Εκ πρώτης όψεως μου άρεσε, και για κάποιο λόγο, δεν ήθελα να συνεχίσω το ψάξιμο, λόγω δυσφορίας των γονιών μου. Το ενοίκιο ήταν κανονικό προς φτηνό, για το χώρο και την περιοχή της, οπότε την πήρα. Το μόνο για το οποίο μετανοιώνω τώρα πια, είναι που δεν κοίταξα λίγο περισσότερο, διότι όντας στο ισόγειο, άκουγα όποιον έμπαινε και έβγαινε, μεθυσμένο ή μη, με αποτέλεσμα πολλές φορές να ξυπνάω ή να μην μπορώ να συγκεντρωθώ – τον τελευταίο χρόνο αυτό το πράγμα έγινε πολύ χειρότερο. Ένα δεκαήμερο μετά, ανέβηκαν οι γονείς μου για να πάρουν κάποια έπιπλα. Ένα γραφείο, δύο απλές καρέκλες, ένα ψυγείο, ένα κομοδίνο και ένα κρεβάτι. Με τον καιρό, πήρα μια συρταριέρα και μια μικρή τηλεόραση. Και 24 Φλεβάρη, λίγες μέρες αφότου έκλεισα τα 18, ανέβηκα μόνος μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο γραφείο μου είχα βρει ένα σημείωμα από τους δικούς μου και μερικά μπισκότα, σαν δώρο. Το πρώτο το έχω ακόμα κρατήσει. Εκείνο το πρώτο σαββατοκύριακο είχε περάσει αργά, σχεδόν βασανιστικά μέχρι να καταφέρω να προσαρμοστώ, με εμένα να μην έχω τι να κάνω πέρα από βόλτες στην πόλη και να παίρνω μερικά περιοδικά ιστορίας από ένα περίπτερο εδώ κοντά – χαρακτηριστικά θυμάμαι πως διάβαζα για το κάστρο Colditz τότε. Μια μοναξιά τότε που μου φαινόταν απόκοσμη, αλλά τώρα πια τη συνήθισα και την αναζητώ, την θέλω κιόλας… Τελευταία φορά που την γεύτηκα, ήταν το πρωινό της 18ης Μαρτίου, φέτος, Κυριακή ήταν νομίζω, όταν είχε χιονίσει το βράδυ που μόλις είχε προηγηθεί, και είχα βγει μόνος, με ένα ανοιξιάτικο μπουφάν, σε ένα δάσος έξω από την πόλη προς τη μεριά της σχολής, και ενώ χιόνιζε ελαφρά, δεν άκουγα τον παραμικρό ήχο, αλλά το κρύο με διαπερνούσε – πραγματικά μόνος, έρημος, και δυνατός… Είχε έρθει η Δευτέρα ή Τρίτη (26 η 27) και μη έχοντας την παραμικρή ιδέα για το τι κάνω, πήγα στη σχολή, πολύ πρωί όπου και ακολουθώντας ένα μπουλούκι επίσης πρωτοετών και με μια λίστα στα χέρια με το τι είχα δηλώσει, περνούσα από όποια αίθουσα περνούσαν και αυτοί και γραφόμουν στα εργαστήρια. Χαμένος. Δεν ξέρω αν δικαιολογούμαι. Αλλά &lt;strong&gt;χαμένος&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πρώτο άτομο που γνώρισα από τη σχολή, ήταν ο Γιάννης. Γιαννιώτης στην καταγωγή, κοντούλης, με μακριά μαλλιά, τότε ήταν 20 ετών και είχε μόλις περάσει, με μια υπερφουσκωμένη ιδέα για τον εαυτό του και κάνοντας προσπάθειες να δείξει υπεύθυνος. Θυμάμαι πολύ καλά τα λόγια του, τα σχέδια που έκανε τότε για το οτιδήποτε, αλλά και εγώ είχα διάφορες ιδέες και δεν το αρνούμαι. «Θα κάτσω να διαβάσω για να τελειώσω με αυτή τη σχολή και μετά λογικά θα πάω για μεταπτυχιακό, για να κάνω τους γονείς μου χαρούμενους, κουράστηκα να στενοχωριούνται για εμένα, μεγάλοι άνθρωποι.» Μοναχοπαίδι, αρκετά καλομαθημένος, δεν άργησε να μπλέξει με διάφορες παρέες. Στα +2 εξάμηνα τώρα πια και αυτός, ενώ και ενεργός ΔΑΠίτης (άκουσα ιστορίες από το 4ο εξάμηνο και μετά για αυτόν, που με έκαναν να αναρωτιέμαι για πολλά). Έκανα παρέα μαζί του μόνο στο πρώτο εξάμηνο, όταν είχαμε δηλώσει μαζί το εργαστήριο Φυσικής και αγχωνόμουν υπερβολικά πολύ, ενώ φαινομενικά για αυτόν δεν υπήρχε λόγος. Από ένα σημείο και μετά έκανα στην άκρη και τον άφησα. Τελευταία φορά τον είδα πριν κάτι εβδομάδες, τυχαία έξω από τη βιβλιοθήκη, μαζί με τον Παύλο, από τη Χαλκίδα ή κάπου εκεί γύρω. Πήγαιναν μέσα να διαβάσουν. &lt;em&gt;Το θυμηθήκατε&lt;/em&gt;, σκέφτηκα ειρωνικά. Όταν με ρώτησε τι έκανα και αν τελείωσα, διότι δεν με έβλεπε πουθενά, του είπα ότι μου είχε απομείνει ένα μάθημα και τελείωνα και πτυχιακή. Η γκριμάτσα έκπληξης και το «ουάου» του ανταπαντήθηκαν από ένα αβρό «καλημέρα» και στους δύο, και έφυγα. Αμυδρά άκουσα αυτόν να αναρωτιέται φωναχτά «ρε συ, εμείς πότε θα φτάσουμε στην πτυχιακή;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολύ κόσμο γνώρισα έτσι στις αρχές. Υποθέτω έτσι ξεκινάνε όλοι, γνωριμίες, ανοίγματα, άμβλυνση. Με τον καιρό να περνάει, συνειδητοποιούσα ότι το αν θα δώσω το παρών στο εργαστήριο αύριο, το αν θα πάρω καλό βαθμό στην εργασία την επόμενη εβδομάδα, το αν θα περάσω το μάθημα στην εξεταστική, το αν θα τελειώσω με τη σχολή και θα πάρω το πτυχίο στην ώρα μου, είχε να κάνει με εμένα και μόνο εμένα. Εγώ έπρεπε να ενδιαφερθώ, εγώ έπρεπε να στρωθώ, εγώ έπρεπε να ξεστραβωθώ. Τα +2 εξάμηνα έχουν καταντήσει να γίνουν απαράβατος κανόνας, ακόμα και για τους πιο συμπαθείς μου συμφοιτητές. «Άφησε τη σχολή, και σε αφήνει και αυτή.» Δε θυμάμαι πότε το άκουσα ή αν το σκέφτηκα μόνος μου, αλλά το επανέλαβα πολλές φορές σε συζητήσεις με τους δικούς μου ή με παλιούς φίλους. Η μοναδική απάντηση που μου έδιναν, ήταν ότι «έτσι συμβαίνει με όλα τα πράγματα στη ζωή». Αλήθεια ήταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πριν πάρα πολύ καιρό, ενώ καθόμουν στην γαλαρία ενός λεωφορείου γεμάτο με ξένα πρόσωπα, που με πήγαινε στη σχολή, και κοιτούσα το δάσος στα αριστερά του δρόμου, ο Δαίμονας μου, καθισμένος δίπλα μου και διασκεδάζοντας με την βαρεμάρα τη δική του και των υπόλοιπων δαιμόνων, ψυχολογώντας τους και σιγοτραγουδώντας ένα παλιό ρυθμό που άρεσε και στους δύο μας, μου ψιθύρισε μια μοναδική αλήθεια στο αυτί. &lt;em&gt;Είσαι μόνος σου. Έχεις το μυαλό, τις ιδέες, την κρίση σου. Αυτά θα σε κάνουν θεό&lt;/em&gt;. Δεν τον ξέχασα ποτέ, ούτε και εκείνη τη στιγμή, επειδή περιείχε αλήθεια, την αλήθεια &lt;strong&gt;μου&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον Κώστα, με τον οποίο έκανα παρέα καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολής (μόνο το τελευταίο εξάμηνο ψιλοχαθήκαμε λόγω πτυχιακών και διαφορετικών ωραρίων) , τον γνώρισα κάποια στιγμή μέσα στο πρώτο ή δεύτερο δεκαήμερο εκείνου του Μαρτίου. Ήταν Δευτέρα ή Τρίτη απόγευμα, δεν θυμάμαι ακριβώς, και ένα μπουλούκι φοιτητών πρώτου και δεύτερου εξαμήνου περίμενε τον καθηγητή της Μηχανικής Ι, στο αμφιθέατρο, ο οποίος εκείνη τη μέρα απλά άργησε – ήταν τυπικότατος άνθρωπος, βουτυράτος και καθώς πρέπει κύριος, πρώην στρατιωτικός, και στο μάθημα ήταν κάτι σαν βρυκόλακας: τον είχα ονομάσει έτσι επειδή με όση όρεξη και αν καθόσουν για να τον παρακολουθήσεις, όσο ευδιάθετος και αν έμπαινες στην αίθουσα, θα σου ρουφούσε κάθε ενδιαφέρον και κάθε ενέργεια, σε λίγα δευτερόλεπτα, και δέκα λεπτά μετά θα συζητούσες με τον διπλανό σου, θα έπαιζες με το στυλό σου, θα ζωγράφιζες, θα περίμενες να περάσει η ώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνο το μπουλούκι περίπου 10 ή 12 φοιτητών λοιπόν για κάποιο λόγο πήγε όλο στον πίνακα του τμήματος, όπου αναρτείτο το πρόγραμμα, για να δουν μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος ή έχει βγει μια ανακοίνωση ή κάτι τέτοιο. Τον Κώστα τον είχα παρατηρήσει και σε μερικά άλλα μαθήματα, να κάθεται μόνος του, όπως και εγώ. Ψηλός, αδύνατος, μακριά μαύρα μαλλιά, black metal μπλούζες. Εκείνη τη μέρα φορούσε το &lt;em&gt;&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=Merf9SoUvlg"&gt;Fate Of Norns&lt;/a&gt;&lt;/em&gt; των &lt;strong&gt;Amon Amarth&lt;/strong&gt;. Ωραίος δίσκος. Τον είχα αγοράσει όταν είχε βγει, Σεπτέμβρη του ‘04, αν δεν κάνω λάθος… Πόσος καιρός πάει…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενώ ερχόταν μαζί μας στους πίνακες ανακοινώσεων, γύρισα και του είπα: «Ωραία μπλούζα. Αλλά το &lt;em&gt;Avenger&lt;/em&gt; μου αρέσει περισσότερο.» Είχε χαμογελάσει και μου είχε πει ότι μάλλον συμφωνούσε διότι ήταν «πιο άμεσο στο αυτί». Κάπως έτσι ξεκίνησε μια φιλία μερικών ετών εδώ πάνω, από τις λίγες που έκανα. Τον Νίκο, φίλο του από τα παιδικά χρόνια, συγκάτοικο και πρώην συμφοιτητή του τον γνώρισα κάποια μέρα που πήγα στο σπίτι τους. Εξαιρετικός άνθρωπος. Είχα να τον δω πολύ καιρό, μέχρι που τον πρόλαβα μια τελευταία φορά πριν δύο μέρες στην βιβλιοθήκη και μιλήσαμε λίγο…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πρώτο εκείνο εξάμηνο θυμάμαι πως πέρασε με άγχος και προσπάθεια προσαρμογής, μέχρις ότου αρχίσουν οι καταλήψεις, νομίζω, πριν την εκκίνηση της εξεταστικής των θεωριών. Η πρώτη θεωρία που έδωσα στη σχολή, εκείνο τον Σεπτέμβρη, σε δύο διβδόμαδες εξεταστικές, ήταν η Γεωλογία, στην οποία κόπηκα, η επόμενη η Χημεία, την οποία πέρασα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μετά ξεκίνησε το δεύτερο εξάμηνο. Ένα μαύρο εξάμηνο ανυπαρξίας, μαυρίλας, ανουσιότητας. Συνηθίζω να φωτίζω πάντα το παρελθόν μου, με τους προβολείς της αυτογνωσίας μου, απλά για να ξέρω τι είμαι και ποιος είμαι σήμερα, σε σχέση με το τότε – αλλά το «τότε», το δεύτερο εξάμηνο, απλά δεν μπορώ να το φωτίσω. Χαμένος, μη έχοντας σε κάτι να ελπίσω, ένα στόχο, ένα προορισμό, απλά παρασυρόμουν ασυναίσθητα οπουδήποτε, σε μια από τις χειρότερες και αδρανέστερες εποχές της ζωής μου – μια άλλη τέτοια που θυμάμαι, ήταν το Γυμνάσιο. Η μουσική που άκουσα εκείνο το εξάμηνο, ήταν πολύ λίγη, κάτι που ίσως και να μου στοίχησε, αλλά έδειχνε και πόσο κουρασμένος, μπουχτισμένος ένοιωθα… &lt;strong&gt;Δεν είχα σκοπό σε αυτή τη ζωή.&lt;/strong&gt; Πρέπει να πήρα γύρω στα 7 ή 8 κιλά, ίσως και περισσότερα, χωρίς λόγο, απλά επειδή έτσι ένοιωθα, ενώ ήταν επίσης και το χειρότερο, από άποψη εξεταστικής, με επιτυχία μου που άγγιζε μόνο το 40%. Ευτυχώς, για το καλό μου, όλα θα άλλαζαν δραστικά, λίγο καιρό μετά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρένθεση: Το θέμα με τα κιλά μου είναι πολύ ενδιαφέρον για εμένα, ίσως να έχει κάποιο ενδιαφέρον και για άλλους. Ανέβηκα στη σχολή περίπου 110 κιλά. Μέχρι τον επόμενο χρόνο, τον Απρίλη του ’07 που είχα ζυγιστεί στο σπίτι, ήμουν 117, με καμία ελπίδα να τα χάσω. Το ίδιο καλοκαίρι είχα φτάσει στα 105 και κρατήθηκα στα ίδια, το επόμενο καλοκαίρι κρατήθηκα μεταξύ 95 και 97, ενώ πριν κάνα δυο εβδομάδες που ήμουν στο σπίτι και ζυγίστηκα, βρισκόμουν μεταξύ 88 και 90. Αιτία η προσεγμένη διατροφή, το πολύ νερό, η άσκηση, το γυμναστήριο το τελευταίο εξάμηνο, η αποχή από κακές συνήθειες, και το ότι δεν καπνίζω, ούτε πίνω. Το μόνο που εύχομαι είναι να καταφέρω, με το άγχος και το τρέξιμο του επόμενου εξαμήνου, μέχρι να παρουσιαστώ για φαντάρος να είμαι 85 ή και χαμηλότερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το τρίτο εξάμηνο και η διάρκεια του επόμενου ενός χρόνου συνέβαλλαν κατά πολύ στο να δημιουργηθεί από τις στάχτες του, να αναδομηθεί από τις θλίψεις του, ο άνθρωπος που είμαι τώρα, ενώ ήταν με διαφορά το πιο διασκεδαστικό, ενδιαφέρον εξάμηνο που με επηρέασε περισσότερο από όλα – τα προηγούμενα είναι μεταβατικές περίοδοι, και τα επόμενα τα θεωρώ παιδιά και φυσικά επακόλουθα όλων εκείνων των διεργασιών που άρχισαν να συμβαίνουν μέσα μου από τα μέσα εκείνου του Απριλίου και μετά. Μια καρδιά που επιτέλους χτυπούσε ξανά, έπειτα από… Από πολλά χρόνια. Ένα μυαλό που άρχιζε να ακονίζεται, αργά αλλά σταθερά. Μια δύναμη αυτοανασυγκρότησης, αυτοσυντήρησης, αυτοεπέκτασης, με κατέκλυσε, φλέβες πύρινες, καρδιά γεμάτη βροντές και κεραυνούς, και ο νέος άνθρωπος διέσχιζε τη γέφυρα, ψηλός, σίγουρος, ευθυτενής, για να με συναντήσει ένα χρόνο μετά, να δώσουμε τα χέρια και να προχωρήσουμε παρέα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέταρτο εξάμηνο, εξάμηνο αναμονής, ηρεμίας, σκέψεων, στενοχώριας. Ανάσες μόνο προς το τέλος του, στην εξεταστική. Όχι ανούσιο, αλλά όχι ενδιαφέρον. Παράταση του μαρτυρίου, ίσως ανούσιου και άλογου για κάποιους, επιβεβλημένου για εμένα – ο άνθρωπος παίρνει φωτιά όταν φτάσει στα άκρα. Όλα ήρθαν όπως έπρεπε να έρθουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέμπτο εξάμηνο, το δεύτερο πιο ενδιαφέρον από όλα αυτά. Μεγάλο εγχείρημα στην αρχή του, που έμεινε αναπάντητο – από επιλογή δική μου και αδιαφορία της άλλης πλευράς. Βήματα μπροστά, ο κόσμος είναι γεμάτος και προσιτός για εξερεύνηση, το μυαλό μου επεξεργάζεται, με όση δύναμη έχει τότε, όλα όσα βλέπει, σκέφτεται, φαντάζεται. Το αποτέλεσμα εκείνης της φωτεινής περιόδου, εκείνης της αίσθησης ηρεμίας ανάκατης με ένα μικρό ψήγμα στενοχώριας, του ήσυχου, κατασταλαγμένου Sol Invictus που εποπτεύει τη ζωή με ήρεμο βλέμμα και καθαρό όραμα, φαίνεται σε αυτή την ιστοσελίδα, εκείνη την εποχή. Η επιτυχία στην εξεταστική αγγίζει και γραπώνει γερά το 100% και αρχίζω να σκέφτομαι δειλά δειλά, τι πραγματικά θέλω να κάνω μετά τη σχολή αυτή, όπου κατέληξα μετά από λοταρία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο έκτο εξάμηνο επανήλθε λίγο η βαρεμάρα των προηγούμενων η οποία διακόπηκε για ένα ενδιαφέροντα μήνα, και ξανασυνεχίστηκε. Ξεκίνησα επίσης το γυμναστήριο, ενώ η επιτυχία στην εξεταστική έφτασε το 85%. Ακόμα περισσότερες σκέψεις για το μετά, αρχίζει να με απασχολεί και η πτυχιακή για την οποία έχω θέμα, αλλά όχι χρόνο να την δουλέψω ακόμα. Μου μένει ένα μόνο μάθημα για το πτυχίο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το έβδομο εξάμηνο ήταν πολύ βαρετό, κουράστηκα από την αδράνεια και αυτή την αίσθηση του να μην κάνω κάτι σπουδαίο, να είμαι σχεδόν όλη μέρα μπροστά από τον υπολογιστή, να γράφω, να ακούω μουσική, να διαβάζω και να μεταφράζω, να δένω την πτυχιακή. Μόνο θετικό σημείο, η εύρεση εξαιρετικής παρέας για τον δρόμο της ζωής. Σχεδόν τελείωσε και αυτό το εξάμηνο, σχεδόν, λίγες μέρες έμειναν ακόμα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χτες, Τετάρτη, πήγαινα στον Αντρέα, για να μου πει τι άλλο θα ήθελε με την πτυχιακή. Στο λεωφορείο πίσω μου κάθονταν τρεις κοπέλες από κάποια άλλη σχολή συζητούσαν για το μάθημα που έγραφαν. «Η Αναλυτική (&lt;em&gt;Λογιστική&lt;/em&gt;, αν κατάλαβα καλά) δεν περνιέται με ένα απόγευμα διάβασμα, αν θέλουμε να την περάσουμε πρέπει να καθίσουμε συστηματικά να την διαβάζουμε και το ξέρετε.» είπε η μια. Οι άλλες συμφώνησαν. Κάποια στιγμή η ίδια ανέφερε την λέξη «πτυχιακή», αναρωτώμενη τι θέμα να διαλέξει – «μη λες αυτή τη λέξη!» τσίριξε αυτή που καθόταν δίπλα της, και εγώ χαμογελούσα. Στις 10:59, βρέθηκα έξω από εκεί που είχε μάθημα ο Αντρέας, αλλά όλο το εργαστήριο ήταν κλειστό. Ανέβηκα στην γραμματεία να ρωτήσω που είναι το γραφείο του και μου είπαν ότι ήταν εκεί από όπου είχα μόλις έρθει. 11:10 χτύπησε το τηλέφωνο μου και ήταν αυτός, μου είπε που ήταν το γραφείο του και πήγα. Ξετρελαμένος, μου εξηγούσε για μια ώρα τι μικροδιορθώσεις ήθελε να κάνω. «Συνολικά δεν πρέπει να σου πάρουν πάνω από δύο μέρες καλής δουλειάς νομίζω, έχεις τελειώσει με το βαρύτερο κομμάτι της εργασίας.» Ναι. Που θα τις βρω δύο μέρες όμως… «Να το περιμένετε κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου, διότι σχετικά δύσκολα θα βρω χρόνο αυτές τις μέρες και για τις επόμενες δύο ή τρεις εβδομάδες.» Το δέχτηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον Αντρέα θυμάμαι πως τον γνώρισα το πρωινό της Πέμπτης, 17 Μαίου 2007, στην αίθουσα 307. Ίσως και να τον είχα δει παλιότερα μια ή δύο φορές τυχαία, ενώ καθόμουν με τον Κώστα στη σχολή, διότι θυμάμαι πως μου είχε πει κάποια στιγμή ότι «αν σε δει στην πόλη, σε κυνηγάει απλά για να σε χαιρετήσει, πολύ καλός άνθρωπος», ενώ μου ανέφερε γελώντας ένα παλιό συμβάν με ένα συμφοιτητή του Νίκου που είχε πάρει θέμα πτυχιακή σε αυτόν με θέμα Πλανητική Γεωλογία (ή κάτι τέτοιο) και είχε στείλει ένα mail που δεν απαντήθηκε ποτέ, στη NASA. Έτσι, του είχε πει μέσα στο μάθημα ένα «κύριε, με έκλασε η NASA», αυτός είχε γυρίσει να τον κοιτάξει αργά, και του απάντησε «…σε έκλασε η NASA;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πρωινό εκείνης της Πέμπτης, ήταν ένα από εκείνα τα πρωινά του ακόμα πιο περίεργου εξαμήνου. Εκείνη την εβδομάδα παρακολουθούσα μαθήματα ανώτερων εξαμήνων, ψάχνοντας να βρω κάποια. Ένα χαζό, ενθουσιώδες, ερωτευμένο, αγένειο, &lt;em&gt;αξιόλογο παιδί&lt;/em&gt;, που έψαχνε και θαρρούσε ότι μπορούσε να τα βάλει με όλο τον κόσμο, να αναποδογυρίσει τα πάντα για να πετύχει αυτό που ήθελε. Μεγαλώνοντας καταλάβαινε και καταλαβαίνει διαφορετικά, όχι ότι δεν μπορεί να το καταφέρει, αλλά πώς να εξελιχθεί για να το καταφέρει… Το θέμα είναι πως ήξερα ότι ίσως να ήταν εκεί, οπότε είχα πάει κατά τις 11:20, ψιλοδιακόπτοντας τον, αν και δεν είχε κλείσει ακόμα την πόρτα της αίθουσας. Μπήκα μέσα, αγχωμένος, και τον είδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γεωχημεία;»&lt;br /&gt;«Ναι.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκατσα σε μια θέση προς τα πίσω και κοιτούσα γύρω μου, μέσα στα σκοτάδια, ενώ αυτός εξηγούσε τις διαφάνειες που έδειχνε. Όταν το πήρα απόφαση ότι δεν ήταν εκεί, γύρισα και άρχισα να τον παρακολουθώ μέχρι το διάλειμμα, νοιώθοντας ντροπή στην ιδέα μου να σηκωθώ και να φύγω έτσι, από το μάθημα του. Το ίδιο μάθημα το δήλωσα στο επόμενο εξάμηνο, όπου και γνωριστήκαμε καλύτερα και άρχισε σιγά σιγά να με αποκαλεί με το μικρό μου και να ξέρει πως είμαι τυπικός στο θέμα του μαθήματος… Ήταν ο μοναδικός καθηγητής που όλα αυτά τα χρόνια, στη σχολή, με ενέπνευσε, σε σημείο που να τον σέβομαι, να τον θαυμάζω και να τον εμπιστεύομαι για το θέμα της πτυχιακής, και χαίρομαι που δεν διαψεύστηκα τελικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πριν κάτι μέρες ξαναείδα τον Κώστα, που ανέφερα στην αρχή της ανάρτησης, στους υπολογιστές της βιβλιοθήκης, κάτι κοιτούσε στο Facebook. Του είπα ένα γεια, με χαιρέτησε και αυτός, ήταν με 10ημερη άδεια εκτός, για να δώσει 3 θεωρίες που χρωστάει, υπηρετεί στην αεροπορία ως αερονόμος «κάτω» – είχε αναφέρει παλιότερα πως παρουσιαζόταν Κόρινθο ή Τρίπολη, οπότε υπέθεσα κάπου εκεί…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εσύ, πότε θα πας;»&lt;br /&gt;«Υπολογίζω Απρίλη. Ένδοξο πεζικό.»&lt;br /&gt;«Ωραία, με το καλό.»&lt;br /&gt;«Ευχαριστώ. Καλή συνέχεια και σε εσένα.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αμφιβάλλω αν θα τον ξαναδώ στη ζωή μου, αλλά έτσι σκεφτόμουν και προχτές που τον είδα στο λεωφορείο… Όμως είμαι σίγουρος ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα αργά το απόγευμα, πήγα να γράψω το τελευταίο μάθημα. Βιομηχανικά ορυκτά και πετρώματα. Μουντός καιρός, σκούρα σύννεφα, μια ψυχρή ανάσα του ανέμου που θύμιζε φθινόπωρο. &lt;em&gt;Για ένα 5 που θέλω για να σηκωθώ να φύγω, διαβάζω για πράγματα που μάλλον δεν θα ξανακούσω και μάλλον δεν θα ξαναδώ στη ζωή μου&lt;/em&gt;. Αίθουσα 307. Είχα τόσο καιρό να πατήσω εκεί μέσα, τόσες αναμνήσεις, τόσες καταστάσεις… Καθόμουν και κοιτούσα από το παράθυρο, στον ορίζοντα τα Κοίλα, και πέρα μακριά, ένα σύννεφο σκόνης και τέφρας που είχε κατακαθίσει πάνω από το χωριουδάκι, από τον ΑΗΣ Καρδιάς, που πιο πέρα ξερνούσε αδίστακτα τον λευκό του καπνό… Κάποια στιγμή πέρασε ο Νίκος με τον Αντώνη, από τη Θεσσαλονίκη – του δεύτερου επίσης τελευταίο του μάθημα. Μιλήσαμε για κάμποση ώρα, έπειτα πήγαν σε άλλη αίθουσα διότι εκεί που ήμουν δεν είχε χώρο, καλά παιδιά, ποιος ξέρει αν θα τους ξαναδώ και αυτούς…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα θέματα ήρθαν, σε ένα φτηνό χαρτί, το φτηνότερο που είχα δει ποτέ στη σχολή, αυτό που παλιότερα ως παιδιά αποκαλούσαμε «τσιγαρόχαρτο» και ήταν το ιδανικό είδος χαρτιού για να ξεπατικώσουμε ζωγραφιές… Έγραψα τα 4, το 5ο δεν το ήξερα καν. Ο καθηγητής έμαθα πως έλειπε στην Αθήνα, σκεφτόμουν να πάω να του μιλήσω, αλλά με 4 θέματα καθαρά γραμμένα, και δίπλα μου να καθόταν κατά τη διάρκεια που έγραφα, δεν θα του έλεγα τίποτα. Βγαίνοντας από την αίθουσα, έμεινα ακίνητος, ανακουφισμένος, με μια ελαφριά θλίψη στα χείλη, κοιτώντας εκεί γύρω. Έπειτα απλά έφυγα, μη μιλώντας σε κανέναν. Στο λεωφορείο, μια βαρετή διαδρομή, ακούγοντας ένα τύπο να μιλάει σε κάποια χαζούλα κοπέλα για την δίμηνη σχέση του με μια από το τμήμα της αντιρρύπανσης – μετά άρχισε να μιμείται άτσαλα τον Χάρι Κλυν, αλλά η χαζούλα δάκρυσε από τα γέλια... &lt;em&gt;-4&lt;/em&gt;, η σκέψη μου. Περπατώντας στην πλατεία, άρχισα να χαμογελώ ασυναίσθητα, ενώ ψιλόβρεχε. Σήκωσα το κεφάλι προς τον Σούρδο Μπεν και γεύτηκα μια σταγόνα βροχής που άγγιξε τα χείλη μου – δεν ξέρω πόσες ηλεκτροφυσικοχημικές διεργασίες και μέσα από πόσα στρώματα σκόνης, τέφρας και λοιπόν μολυσμένων υλικών που αιωρούνται στην φωτοχημική αιθαλομιχλώδη ατμόσφαιρα της Κοζάνης, διαπέρασε, ώστε να καταλήξει στο στόμα μου… Είχε όμως τη γεύση της νίκης…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχω ήδη μαζέψει και πακετάρει το σπίτι εδώ και κάνα δυο μέρες, έτοιμο για να ξενοικιάσω και να μετακομίσω κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι. Αύριο το πρωί ξυπνάω νωρίς λόγω ταξιδιού, δηλαδή απόψε μάλλον είναι ο τελευταίος μου ύπνος στην γκαρσονιερίτσα μου και από τις τελευταίες μου ημέρες στην Κοζάνη. 1η Ιουλίου… Τα τελευταία δύο χρόνια, οι αρχές Ιουλίου έχουν καρφωθεί στο μυαλό μου με συγκεκριμένες εικόνες… Και ο φετινός Ιούλης έχει την άξια κερδισμένη εικόνα του – και σε αυτή ένας νεαρός άντρας αποχωρεί με τα πράγματα του, πολύ πρωί από μια πόλη που κοιμάται, με ηχητική υπόκρουση &lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=iUepWH3xf4I"&gt;μια μελωδία θλίψης και ένα τραγούδι νίκης&lt;/a&gt;, που κουβαλά νότια ο βόρειος άνεμος… Καλά ήταν, θετικό το πρόσημο και πλέον ήρθε ο καιρός για άλλα πεδία και νέα μέρη…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με την επιστροφή στην Πάτρα νοιώθω πως έχω τόσα πράγματα κανονίσει να κάνω μέσα στις επόμενες εξήντα μέρες, που θα σκάσει το κεφάλι μου… Μεθαύριο θα πάω για ένα αναγκαίο διήμερο στην Αθήνα, και γυρνώντας θα πρέπει τη Δευτέρα να κανονίσω τα της πρακτικής με την εταιρεία, να τελειώσω με την πτυχιακή και να κάνω και την παρουσίαση, να πάρω το δίπλωμα οδήγησης που θέλω, να πάρω και το proficiency που άφησα να κάθεται τόσα χρόνια, να περάσω από έναν ωτορινολαρυγγολόγο με τον πατέρα μου, έχω να διαβάσω δύο βιβλία που έχω παραμελήσει αυτές τις ημέρες, να κάτσω να διαβάσω τα βιβλία για την επόμενη σχολή και να κρατήσω σημειώσεις μέχρι τον Απρίλη (έκανα την παραγγελία πριν λίγο, μακάρι να μην αλλάξουν ξανά τα βιβλία…), να δω τι βοήθεια θα θέλουν οι γονείς μου ώστε να τους καλύψω, να περάσω από το ΙΚΑ για κάτι δουλειές, ίσως να γράψω και μερικά διηγήματα για να αφήσω έναν ήρωα μου να αναπαυθεί επιτέλους, θέλω κάποια στιγμή να πάω και από την οφθαλμίατρο για να μου πει την άποψη της σχετικά με τους φακούς επαφής, και έχω να φροντίζω και μερικά άλλα προσωπικά πράγματα που νοιώθω πως θα μου τρώνε αρκετό χρόνο συνολικά… Τα ποσοστά της ΗΠΑ (ημερήσια ποσότητα άγχους) αυξάνονται κατακόρυφα μέσα στους επόμενους μήνες και ελπίζω να μην με επηρεάσουν στο επίπεδο της βιοχημείας…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Δε βαριέσαι Γιώργο… Προτιμότερα όλο αυτά από το να κάθεσαι και να περνάς τον καιρό σου απραγμόνως, και το ξέρεις.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Το ξέρω.&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Over and out.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-7208469805297065222?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/7208469805297065222/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=7208469805297065222' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7208469805297065222'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7208469805297065222'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2009/06/finis-mundi.html' title='Finis mundi...'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SkpFIYcUeUI/AAAAAAAAAvU/TteDIrMYan8/s72-c/tei.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-5275774383323102977</id><published>2009-06-28T21:57:00.009+03:00</published><updated>2009-06-29T15:49:18.294+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Βιντεοπαιχνίδια'/><title type='text'>Faerûn</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/Ske9myDdMaI/AAAAAAAAAvE/OhwF-A5HLRA/s1600-h/794px-Faerun_political.png"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 242px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/Ske9myDdMaI/AAAAAAAAAvE/OhwF-A5HLRA/s320/794px-Faerun_political.png" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5352455156122071458" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;em&gt;Βρεθήκαμε στο λιμάνι του Easthaven, ενός μικρού ψαροχωριού που ανήκε στο σύμπλεγμα χωριών των Ten Towns, έξι ταξιδιώτες που μόλις είχαν αποδράσει από τα στενά, καταθλιπτικά, σκιώδη σοκάκια του Amn, ψάχνοντας για περιπέτεια, για άλλη μια φορά. Κάποτε είχαμε ταξιδέψει μέχρι το Neverwinter, όπου ο άρχοντας Nasher Alagondar, γέρος πια, έχοντας αφήσει πίσω του τις περιπετειώδεις ημέρες του, είχε καταλήξει άρχοντας της πόλης, και έψαχνε να βρει τρόπο να καταπολεμήσει τον λιμό που είχε ξαφνικά εμφανιστεί στην πόλη, από άγνωστη αιτία. Στα ταξίδια μας τότε, είχαμε συναντήσει τόσους κινδύνους - κάθε νέο βήμα της μπότας μας έβρισκε απέναντι του και νέο εχθρό, είτε ήταν κάποιος χαζός ettin που τα δύο του κεφάλια τον μπέρδευαν και το τεράστιο ύψος του τον έκανε αδέξιο, κάποιος πανέξυπνος και επικίνδυνος drow που είχε βρει τον δρόμο του στην επιφάνεια, μακριά από το μητριαρχικό βασίλειο της Menzoberranzan και της θεάς Lloth ή ακόμα και κάποιος από εκείνους τους πανέξυπνους αθυρόστομους duergars, που οι γλώσσες τους μπορούσαν να συναγωνιστούν σε ταχύτητα μόνο τα χέρια τους. Τα ταξίδια μας, μας είχαν φέρει στα σοκάκια του Waterdeep, μέσα στον πύργο της Απόκρυφης Αδελφότητας που κυβερνούσε κρυφά το Luskan, στα σκοτεινά, ξεχασμένα μπουντρούμια της αρχαιας, ανώτερης φυλής των ερπετανθρώπων, και σε τόσα άλλα μέρη της Sword Coast, μόνο για να ξαναγυρίσουμε στο Neverwinter, όπου η Morag, η αρχαία βασίλισσα, ετοίμαζε την επάνοδο της... Πως ξεφύγαμε τότε...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο Easthaven μας προσέγγισε ο Hrothgar, ζητώντας μας να τον ακολουθήσουμε μέχρι το Kuldahar, του οποίου ο ουρανός σκοτείνιαζε και τα τείχη του γκρεμίζονταν από τις επιθέσεις των διάσπαρτων yuan-ti και orlogs, το οποίο ήταν μια μικρή πόλη χτισμένη κάτω από μια τεράστια βελανιδιά, όλα αυτά, περνώντας μέσα από την Spine Of The World, αυτή την τεράστια οροσειρά πάγου, που όντως από μακριά, έμοιαζε με τη ραχοκοκαλιά του κόσμου, και όλα αυτά μέσα στο καταχείμωνο - ο βορράς είναι γεμάτος θαύματα, κατάλαβα σε αυτό το ταξίδι... Στον δρόμο μας μέχρι το Kuldahar, μας σταμάτησε μια χιονοστιβάδα που ξεκίνησε από κάποιους παγογίγαντες, που μας παρακολουθούσαν από ψηλά... Χάθηκαν όλοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο Kuldahar μας υποδέχτηκε ο Arundel... Υπό τις οδηγίες του ψάξαμε στην κοιλάδα των σκιών, στον τάφο του Kresselack, του Μαύρου Λύκου, για την εστία του κακού, αλλά το πνεύμα του γεροβασιλιά μας είπε ότι δεν ευθυνόταν αυτό... Μετά στο Ναό του Ξεχασμένου Θεού, στο Μάτι του Δράκου που είναι ένα σύμπλεγμα σπηλιών μέσα σε ένα βράχο, λαξευμένο στο σχήμα μιας δρακοκεφαλής, στο Σακατεμένο Χέρι, το παλιό κάστρο των ξωτικών του βορρά, που είχε το σχήμα και την αρχιτεκτονική ενός χεριού, για να βρούμε τον Larrel, έπειτα στο Dorn's Deep για να συναντήσουμε τα πνεύματα των νάνων που πέθαναν γενιές πριν, όταν orcs, goblins και orlogs επιτέθηκαν από κοινού στο οχυρό, στο Wyrm's Tooth, στα βαθύτερα υπόγεια του Dorn's Deep, και ξανά, συναντώντας τον Poquelin, πίσω στο αλλαγμένο, παγωμένο Easthaven, όπου αυτός, θέλοντας να επαναφέρει τις λεγεώνες της κολάσεως από τη διάσταση του, θα ανοίξει την αρχαία είσοδο στο υπόγειο του ναού του Tempus, εκείνη την πέτρινη σφραγίδα που δείχνει τον αρχαίο αρχηγό της φυλής των Uthgardt, τον Jerrod, που θυσιάστηκε μέσα στην πόρτα αυτή, χιλιετίες πριν, ενώνοντας το ζωντανό, ρέον αίμα του με τις ενεργειακές φλέβες της πύλης, σφραγίζοντας την για πάντα... Ο ιερέας του Tempus, εκείνος ο Everard, θυσιάζεται με τον τρόπο του Jerrod όταν ξανανοίγει η πύλη, ο Poquelin παίρνει την αληθινή του μορφή ως δαίμονας Belhifet, και εμείς, έξι απλοί ταξιδιώτες, πιασμένοι σε αυτή την ιστορία κατά τύχη,του παρουσιάζουμε το τέλος του, εκεί, στο σημείο που η καταραμένη φυλή του είχε πάρει το μάθημα της χιλιετίες πριν...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έπειτα στο Lonelywood, μια άλλη ψαρούπολη των Ten Towns… Ο Jerrod είχε γυρίσει με την μορφή του φρεσκοπεθαμένου Wylfdene, αρχηγού των Uthgardt της φυλής του δράκου… Μερικά ταξίδια μετά, ανακαλύψαμε ότι η δράκαινα Icasaracht είχε υπό τον έλεγχο της το πτώμα του Wylfdene, αναστημένη από τον υγρό της τάφο στη Lac Dinneshere, τη στιγμή που ένα ξωτικό του νερού ξεκάρφωσε από το στήθος της το ξίφος του Aihonen, που είχαμε δώσει κάποτε στο Johnen, απόγονο του, στην Easthaven, και αποφασισμένη να καταστρέψει τα Ten Towns… Και από εκεί, βγήκαμε νικητές… Και τραβήξαμε για αλλού… Για πού άραγε;… Targos, Candlekeep, Underdark, τόσες επιλογές, τόσα μέρη, τόσο μέλλον για εξερεύνηση…&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Επιρροές και συναισθηματικά υπολείμματα, από &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Icewind_dale"&gt;το ένα και μοναδικό&lt;/a&gt;:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/Ske9wyBeE7I/AAAAAAAAAvM/orJFFJmNVjc/s1600-h/Icewind_dale_1_box_shot.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 242px; height: 320px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/Ske9wyBeE7I/AAAAAAAAAvM/orJFFJmNVjc/s320/Icewind_dale_1_box_shot.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5352455327912432562" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="425" height="344"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/4doBkbcmuSg&amp;hl=en&amp;fs=1&amp;"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/4doBkbcmuSg&amp;hl=en&amp;fs=1&amp;" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="425" height="344"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-5275774383323102977?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/5275774383323102977/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=5275774383323102977' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/5275774383323102977'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/5275774383323102977'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2009/06/faerun.html' title='Faerûn'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/Ske9myDdMaI/AAAAAAAAAvE/OhwF-A5HLRA/s72-c/794px-Faerun_political.png' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-8943927894141781329</id><published>2009-06-20T13:07:00.005+03:00</published><updated>2009-07-01T18:58:12.743+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Διηγήματα'/><title type='text'>Η πύλη της Krosh BrokDar</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjypQRhXVlI/AAAAAAAAAt8/GEsXZhaq6ko/s1600-h/01.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 267px; height: 301px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjypQRhXVlI/AAAAAAAAAt8/GEsXZhaq6ko/s320/01.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5349336554455651922" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;em&gt;Τα orcs δεν είναι ζώα, όπως νομίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι – αλλά είναι λογικό να νομίζουν… Οι αμόρφωτοι μόνο νομίζουν. Και όταν έχουν μέσο όρο ύψους τα δύο μέτρα, τα βλέπουν να μπαίνουν μέσα στα χωράφια τους και να κλέβουν τα ζωντανά τους, ενίοτε νοιώθουν κιόλας το τραχύ, φαγωμένο ατσάλι από τα krush varrok τους πάνω τους, είναι λογικό να τα φοβούνται και να μην θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για αυτά. Αλλά δεν είναι ζώα. Η κουλτούρα τους είναι το ίδιο αρχαία, αν όχι αρχαιότερη, από τη δική μας, μια κουλτούρα που βασίζεται μόνο στο αίμα και στις σπονδές και τελετές που κάνουν με αυτό, καλώντας εξώκοσμους δαίμονες από άλλους κόσμους, που εμείς οι μαύροι μάγοι αποκαλούμε «διαστάσεις». Και σίγουρα έχουν τις ίδιες δυνατότητες με εμάς ως προς την διανόηση, την κατανόηση και τη σκέψη, απλά δεν έχουν την ίδια προδιάθεση για αυτές τις πνευματικές ασχολίες – οι αμέτρητοι αιχμάλωτοι του λαού τους, που λιώνουν στη δουλειά μέσα στα ορυχεία των Ορυκτοαφεντάδων γύρω από την πόλη από όπου κατάγεσαι, γνωρίζουν να μιλούν την κοινή ανθρώπινη αρκετά καλά – συνάντησα και είδα πολλούς τέτοιους αιχμαλώτους, τον καιρό που ανήκα ακόμα στον Κύκλο του Φωτός… Αλλά ακόμα και τόσα χρόνια μετά που ανήκω στον Κύκλο του Ερέβους, δεν συνάντησα ποτέ άνθρωπο να μπορεί να μιλήσει την δική τους σκληρή, τραχιά γλώσσα…&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτά του είχε πει ο γέρο-Αράουντον. Είχε περάσει πέντε μέρες πάνω στα βουνά της Krosh BrokDar, κυριολεκτικά πάνω στα βουνά, πάνω σε δύσβατα περάσματα, θεόρατους βράχους και μέσα σε μικρές σπηλιές στις άκρες γκρεμών που ίσα που τον χώραγαν, που τον έκαναν να μην μπορεί να κοιμηθεί άνετα το βράδυ καθώς ακόμα και η αλλαγή πλευρού μπορεί να κατέληγε σε πτώση στον γκρεμό, αλλά ήταν το ασφαλέστερο μέρος όπου μπορούσε να περάσει τη νύχτα. Τα orcs έμοιαζαν να μην κοιμούνται ποτέ, έκαναν πολύ προσεκτικές περιπολίες και η ικανότητα τους να βλέπουν τη νύχτα το ίδιο καλά με την μέρα, τον τρόμαζε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι προμήθειες του είχαν τελειώσει ήδη από την τρίτη μέρα και έψαχνε παράλληλα και για κάτι φαγώσιμο, όσο έκανε τις παρακολουθήσεις του στον διπλανό ναό και το χωριό της Krosh BrokDar. Την τέταρτη μέρα βρήκε τυχαία μια φιδοφωλιά στην άλλη άκρη της πόλης – έσφαξε τα δύο φίδια αθόρυβα με το στιλέτο του και τα έριξε στην τσάντα του, έπειτα συνέχισε τον δρόμο του. Στην σπηλιά που κοιμόταν τόσες μέρες, σκεφτόταν αν θα ήταν συνετό να χρησιμοποιήσει το ξόρκι της φωτιάς που του είχε μάθει ο Αράουντον, ήταν αρκετά μακριά από την πόλη και το ναό, αλλά ο καπνός θα πρόδιδε τη θέση του. Ξάφνου είχε θυμηθεί ένα ξόρκι περγαμηνής που πρέπει να είχε πάνω του, για άκαπνη φλόγα, και είχε ψάξει να το βρει. Το στομάχι του τον ευχαριστούσε, σχεδόν μισή ώρα μετά. Δεν είχε όμως δεύτερο τέτοιο ξόρκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα, έχοντας κρεμασμένο ένα πετροπούλι των βουνών στην ζώνη του, περπατούσε αθόρυβα, με τον τρόπο που είχε μάθει στην Σχολή Καλών Κλεφτών, στους υπονόμους της Αουσχάβεν. Η Συντεχνία της Απάτης, της οποίας ήταν μέλος από τα 13 του, είχε εγκαταστήσει την δική της κρυφή, μαύρη, εναλλακτική πόλη κάτω από την κανονική πόλη, μια υπόγεια Αουσχάβεν με πολλές εισόδους αρκεί να ήσουν μυημένος, όπου ανθούσε κάθε παράνομη δραστηριότητα, από μαύρη αγορά μέχρι μαύρη μαγεία, κάθε τι «μαύρο» βρισκόταν εκεί – εκεί είχε γνωρίσει και τον Αράουντον, που τον προσέλαβε να κλέψει εκείνο το βιβλίο για την τέχνη της νεκρομαντείας που του έλειπε, από το παλαιοβιβλιοπωλείο του Μπέλντιρ του νάνου, από τους λιγοστούς βιβλιοφάγους της φυλής του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Και γιατί δεν το κάνεις εσύ; Ολόκληρος μαύρος μάγος είσαι, δεν μπορείς να πάρεις ένα βιβλίο;»&lt;br /&gt;«Δεν είμαι από εδώ και δεν θέλω να κινήσω υποψίες, έστω ζητώντας το από αυτόν, διότι θα ειδοποιήσει αμέσως τον Λευκό Κύκλο πως κάποιος του το ζήτησε, θα με περιγράψει και τότε δεν θα το αποκτήσω ποτέ… Άλλος τρόπος, πιο βίαιος, θα γίνει αντιληπτός από άλλους, και μετά από περισσότερους – και σου είπα, δεν θέλω να κινήσω υποψίες. Θέλω κάποιον να κάνει την δουλειά, γρήγορα και αθόρυβα. Θα ανταμειφθείς, εννοείται.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το βιβλίο είχε γίνει δικό του το ίδιο βράδυ, και ο Αράουντον μαζί με το πουγκί που του είχε υποσχεθεί, του προσέφερε δουλειά – σωματοφύλακας και δεξί του χέρι. Μισθός καλός και διαμονή στον πύργο του στη μέση των Ακύμαντων Βάλτων, όπου κατά τους θρύλους ζούσε ένα γιγάντιο τέρας που τραβούσε με τα χέρια του τους ιππότες που περνούσαν από εκεί και τους έπνιγε μέσα στο νερό του βάλτου. Είχε δεχτεί. Η ζωή στην πόλη τον είχε κουράσει, αν και μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια, είχε επιστρέψει κάμποσες φορές για να ξεσκάσει, να δει κάποιους παλιούς γνωστούς και γνωστές και μια φορά για δουλειά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjypQtik8gI/AAAAAAAAAuE/WI1SSvSwEEk/s1600-h/02.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 232px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjypQtik8gI/AAAAAAAAAuE/WI1SSvSwEEk/s320/02.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5349336561976930818" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;em&gt;Θέλω ένα αντικείμενο από την Krosh BrokDar, ένα αγαλματίδιο με πέντε κέρατα καρφωμένα στο κεφάλι του νομίζω, έτσι μου είχε πει ένα orc με το οποίο είχα συνομιλήσει παλιότερα, αλλά δεν μπορώ να ξέρω αν το κειμήλιο αυτό υπάρχει ακόμα. Βρίσκεται στο ναό του χωριού εκείνου, ξέρεις κατά που πέφτει, βορειοδυτικά από εδώ που είμαστε, στα ψηλά βουνά. Πάρε το αγαλματίδιο όπως θέλεις, μπες μέσα στο χωριό και σκότωσε όλα τα orcs ή κρύψου στις σκιές και μπες κρυφά στο ναό το βράδυ, κάνε ό,τι θέλεις, αν και για το καλό σου, προτείνω την δεύτερη λύση – λίγους, πολύ λίγους άντρες γνώριζα παλιότερα που μπορούσαν να αντισταθούν σε κατά μέτωπο επίθεση από orc, και να αντεπιτεθούν κιόλας…&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τόσες μέρες στα βουνά, είχε κατασκοπεύσει όσο καλύτερα μπορούσε την πόλη. Τα orcs δεν ήταν και τίποτα απίθανοι μάστορες, δεν είχαν φτιάξει κάποιο μεγαλόπρεπο κτίσμα μπροστά στο οποίο θα τρόμαζε. Μόνο κάτι καλύβες με χοντρά καραβόπανα για στέγες, που στρέφονταν λοξά για να μην γεμίζουν νερά οι οροφές τους, ενώ υπήρχαν και κάποιες πιο περίεργες καλύβες, των οποίων το καραβόπανο στερεωνόταν και καρφωνόταν κυκλικά, γύρω και πάνω σε τρεις ή τέσσερις χαυλιόδοντες μεγάλων, μαλλιαρών ελεφάντων. Τέτοιοι ελέφαντες είχαν πια εξαφανιστεί, αλλά χαυλιόδοντες τους υπήρχαν άφθονοι και καλοδιατηρημένοι στη γύρω περιοχή. &lt;em&gt;Εκεί πριν πολλές χιλιετίες ήταν πεδιάδα ξέρεις… Τα βουνά σχηματίζονται μετά από μεγάλους, φοβερούς σε δύναμη σεισμούς, όταν συγκρούονται και πιέζονται μετωπικά η μία πάνω στην άλλη οι λιθοσφαιρικές πλάκες της γης, πολύ βαθύτερα από εδώ όπου πατάμε, και δεν μπορούν να πάνε πουθενά αλλού εκτός από προς τα πάνω… Έτσι ορθώνονται, βουνά ολόκληρα, καρφώνοντας τον ουρανό. &lt;/em&gt;Το πιο περίεργο έκθεμα του χωριού ήταν ένα άγαλμα ακριβώς στη μέση του, που έδειχνε ένα περίεργο πλάσμα με κεφάλι δράκου και πολλά πόδια, που θύμιζε ένα είδος μυρμηγκιού αλλά χωρίς την φουσκωτή κοιλιά που είχαν αυτά, και στο οποίο τα orcs μερικές φορές την ημέρα γονάτιζαν μπροστά και προσεύχονταν, ουρλιάζοντας ακαταλαβίστικους κακόηχους ύμνους στην γλώσσα τους. Πέρα από αυτό, η ζωή τους έμοιαζε να κυλά απλά και βαρετά. Χόρευαν υπό τους ήχους κάτι γιγάντιων τυμπάνων που έπαιζαν χωρίς ρυθμό, έτρωγαν ό,τι γιγάντιο ζώο έφερναν οι κυνηγοί, και τσακώνονταν όλη μέρα, χωρίς ιδιαίτερο λόγο – αυτό που τον παραξένεψε, ήταν πως δεν μπορούσε από εκρί που κατασκόπευε, όσο και αν προσπάθησε, να ξεχωρίσει τα φύλα των orcs, αν είχαν φύλα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ναός ήταν πιο ενδιαφέρον μέρος της περιοχής και ήταν το κύριο σημείο που παρακολουθούσε, αφού εκεί ενδιαφερόταν να μπει. Αποτελείτο από δύο τεράστιους, μακρόστενους βράχους που είχαν αφεθεί να πέσουν διαγώνια ο ένας πάνω στον άλλο, σχηματίζοντας μια κατά κάποιο τρόπο θολωτή είσοδο, από την οποία περνούσε όποιος ήθελε να πλησιάσει το ναό. Έπειτα υπήρχε ένας τεράστιος κυκλικός χώρος με σκαλοπάτια γύρω γύρω, όπου κάθονταν τα orcs μια στο τόσο, και έβγαινε ο σαμάνος από το ναό για να τους μιλήσει – μία φορά όλη και όλη είδε μια τέτοια λειτουργία, οπότε δεν μπορούσε να καταλάβει κάθε πότε γινόταν και για ποιο λόγο. Στις δύο άκρες της εισόδου του ναού υπήρχαν δύο τεράστιοι κίονες που δεν φαίνονταν να έχουν συγγενή ως προς τους τωρινούς ιδιοκτήτες τους αρχιτεκτονική. Στη μέση των κιόνων ήταν μια μεγάλη πόρτα, σκαλισμένη με περίεργα σύμβολα και πάντα ανοιχτή, ενώ τον βράχο πάνω στον οποίο είχε ανοιχτεί, τον είχαν σκαλίσει απ’ έξω για να μοιάζει περισσότερο με ανθρώπινο κτίσμα, που μάλλον στην δική τους πολιτισμική αντίληψη περί σημασίας ενός κτίσματος, κάπως έτσι θα έπρεπε να ήταν ένας σημαντικός ναός, εξωτερικά. Στον περίβολο αυτό, υπήρχαν πάντα δύο φρουροί, οπλισμένοι με τα krush varrok τους, και κάτω από την θολωτή είσοδο πιο μπροστά, υπήρχε πάντα άλλος ένας. Τρία orcs και ο σαμάνος…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύρισε στη σπηλιά του ανήσυχος και έκατσε άνετα, βγάζοντας το πετροπούλι από τη ζώνη του. Οι πάπυροι του είχαν τελειώσει και δεν θα το διακινδύνευε, καθώς απόψε το βράδυ είχε σκοπό να κάνει την κίνηση του – δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Ξεπουπούλιασε αργά, προσεκτικά και υπομονετικά το πετροπούλι, ώσπου στο τέλος έμεινε ένα αστείο πραγματάκι, με απαλό δέρμα μωρού, μπροστά του. Πέταξε όλα τα πούπουλα στον γκρεμό, μάζεψε τα πράγματα του, μάζεψε μερικά ξύλα σε ένα σωρό, πέρασε το πετροπούλι από το μεγαλύτερο, και πήρε μια βαθιά ανάσα. &lt;em&gt;Έμε, χαρσού ντόρακ!&lt;/em&gt; Το βουναλάκι από ξύλα άναψε με μια μεγάλη, δυνατή φλόγα που έκαιγε δυνατότερα από μια κανονική φλόγα, και αιώρησε το πουλί πάνω της για λίγα λεπτά. Όταν το είδε να χρυσίζει ικανοποητικά, διέλυσε τη φωτιά κλοτσώντας την και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε σε μια άλλη σπηλιά, το ίδιο επικίνδυνη, πεντακόσια μέτρα μακριά, χώθηκε μέσα, και άρχισε να τρώει λαίμαργα και σιωπηλά, προσπαθώντας να ακούσει όλους τους ήχους γύρω του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjypQnyjcVI/AAAAAAAAAuM/qR4dHQN7xrM/s1600-h/03.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 226px; height: 320px;" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjypQnyjcVI/AAAAAAAAAuM/qR4dHQN7xrM/s320/03.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5349336560433328466" /&gt;&lt;/a&gt;Είχε νυχτώσει βαριά, από ώρα. Πέταξε τα κόκαλα στον γκρεμό. &lt;em&gt;Από εδώ ανέβηκα, από εδώ θα κατέβω κιόλας…&lt;/em&gt; Άραγε το άλογο του να ήταν ακόμα ζωντανό; Δεν το είχε δέσει γιατί σίγουρα θα λιμοκτονούσε, αλλά από την πείνα του μάλλον θα είχε φύγει μακριά… Ίσως και να το είχαν φάει κάποια orcs χαμηλότερα, αν το είχαν βρει… &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μάζεψε τα απολύτως απαραίτητα και άφησε ό,τι δεν θα χρειαζόταν στη σπηλιά. Θυμόταν και ήξερε που ήταν, και θα ξαναπερνούσε από εκεί. Έπειτα άρχισε να περπατά και να σκαρφαλώνει αργά, σιωπηλά, προσεκτικά, όπως όλες τις προηγούμενες φορές, προς το ναό, πάνω στα βράχια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι απαλές κινήσεις του τον έφεραν περίπου μια ώρα μετά, πάνω στα βράχια που επέβλεπαν τον περίβολο του ναού. Στο δρόμο πρόσεξε μόνο τα τρία τέταρτα του φεγγαριού μαζί με κάμποσα αστέρια πάνω στο σκούρο μπλε σεντόνι του ουρανού, κάτι που σήμαινε ότι σε λίγες μέρες θα ερχόταν η πανσέληνος, ενώ ακούγονταν μόνο, πέρα από τα ελαφρά βήματα του, κάποιες σποραδικές κραυγές κάποιων πουλιών, που είχαν φτιάξει τις φωλιές τους στις άκρες των γκρεμών – ήταν αρκετά όμως για να συνθέτουν την μουσική ενός ανόσιου, καταραμένου και ανεμοδαρμένου τόπου, και να τον κρατούν σε εγρήγορση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έσκυψε απαλά πάνω σε ένα βράχο ώστε να βλέπει τον περίβολο πεντακάθαρα, από ψηλά, και άρχισε να παρακολουθεί. Δύο orcs μπροστά ακριβώς από την πόρτα, και ένα κάτω από τον πέτρινο θόλο, στην άλλη άκρη της πόρτας του ναού…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έμεινε σε εκείνο το σημείο για μιάμιση περίπου ώρα, κοιτώντας κάθε τους κίνηση. Κάποια στιγμή ένα από τα orcs μπορεί να έφευγε για λίγα λεπτά, αλλά ξαναγυρνούσε, μπορεί να ξεμάκραινε, να έκανε τον γύρο του περιβόλου, ό,τι μπορούσε να φανταστεί κανείς – είχε περάσει ολόκληρες τις δύο τελευταίες νύχτες παρακολουθώντας τον περίβολο από διαφορετικά σημεία, για να εντοπίσει τις τυχόν αλλαγές προσώπων στην φύλαξη του χώρου και στον τρόπο περιπολίας, αλλά δεν είχε δει κάτι ενδιαφέρον ή τυποποιημένο… Τρία orcs, που χάζευαν με πλήρη πολεμική εξάρτυση την αυλή ενός ναού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε σκεφτεί την στρατηγική του από μέρες, και προσπαθούσε να δει ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να δράσει. Το ξόρκι της φωτιάς δεν τριγυρνούσε τυχαία χτες και σήμερα στο μυαλό του, αλλά μήπως να προτιμούσε το ξόρκι του ύπνου;… Είχε μάθει αρκετά από τον Αράουντον, αλλά δεν ήξερε αν θα έπιαναν σε orcs…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατέληξε πως ο φρουρός κάτω από τον θόλο θα έπρεπε να απομακρυνθεί με κάτι σαν το ξόρκι της φωτιάς – ένα σημείο του σώματος του θα άρπαζε φωτιά που θα επεκτεινόταν στο υπόλοιπο σώμα του μέχρι να σβήσει σχεδόν πέντε λεπτά μετά, εκτός αν την έσβηνε γρηγορότερα με κάποιο τρόπο. Μάντευε πως θα έτρεχε αμέσως προς το χωριό, που υπήρχε μια μικρή στέρνα με νερό κάπου. Οι άλλοι δύο ή έστω ο ένας, παραξενεμένοι, θα προχωρούσαν προς αυτόν ή μπορεί και να έτρεχαν πίσω του ή στο χωριό για να ειδοποιήσουν κάποιον ή μέσα στο ναό για να ειδοποιήσουν τον σαμάνο…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjypQzxNAFI/AAAAAAAAAuU/HIcxnd4y304/s1600-h/04.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 282px; height: 320px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjypQzxNAFI/AAAAAAAAAuU/HIcxnd4y304/s320/04.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5349336563648888914" /&gt;&lt;/a&gt;Γύρισε στον φρουρό κάτω από τον θόλο. Συγκεντρώθηκε στην πλάτη του και ψιθύρισε τα λόγια της φωτιάς. Ένα κυκλικό σχήμα άρχισε να τσιγαρίζεται στην πλάτη του και ξάφνου θέριεψε και έγινε μια μεγάλη φλόγα – το orc άρχισε να ουρλιάζει από τρόμο και λίγα δευτερόλεπτα μετά, είχε λαμπαδιάσει ολόκληρο. Τα άλλα δύο μούγκριζαν κάτι ακαταλαβίστικες «λέξεις», ενώ το ένα άρχισε να τον πλησιάζει. Γύρισε στο άλλο, που είχε μείνει πιο πίσω, επικεντρώθηκε στο κεφάλι του, και ψιθύρισε το ξόρκι του ύπνου – αυτό έμεινε για λίγο ακίνητο, αμέτοχο, και έπεσε με την πλάτη προς τα πίσω, βυθιζόμενο σε έναν βαθύ ύπνο. Το φλεγόμενο orc είχε τρέξει από ώρα προς το χωριό – κάποιες κραυγές του ακούγονταν ακόμα αμυδρά, ενώ το εναπομείναν, ακούγοντας τον θόρυβο της πτώσης, άρχισε να καταλαβαίνει. Ενστικτωδώς κοίταξε προς αυτόν – το αίμα του πάγωσε. Το χέρι του orc πήγε αμέσως πάνω στο krush varrok του, και έμεινε εκεί. Το ξόρκι της παράλυσης είχε έρθει πιο γρήγορα. &lt;em&gt;Με είδαν, έχω προδοθεί&lt;/em&gt;, σκέφτηκε, &lt;em&gt;δεν υπάρχει λόγος να κρύβομαι&lt;/em&gt;. Σηκώθηκε, αλλά το orc παρέμεινε ακίνητο. Κατέβηκε γρήγορα και προσεκτικά στον περίβολο και πήγε κοντά του. Όσο και αν το ξόρκι παρέλυε τα σώματα, δεν παρέλυε τα μάτια – και τα μάτια του είχαν καρφωθεί πάνω του, δεν τον άφηναν χιλιοστό ελεύθερο, και ήταν γεμάτα μίσος. Θα μπορούσε να το σκοτώσει, όπως και τον σύντροφο του, αλλά αν γυρνούσε το τρίτο orc με παρέα και έβλεπαν νεκρούς, θα έμπαιναν αμέσως στο ναό με πολύ άγριες διαθέσεις. Αν τους έβλεπαν μαγεμένους όμως, ίσως κρατιούνταν έξω για κάμποση ώρα. Όπως και να είχε, ήταν η ευκαιρία του και μάλλον δεν θα είχε άλλη. Άφησε τα orcs εκεί, και έτρεξε στην είσοδο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπήκε μέσα και βρέθηκε σε ένα ασήμαντο κυκλικό δωμάτιο, το οποίο διέσχισε και άρχισε να κατεβαίνει κάτι σκαλιά στο τέλος του, όσο πιο γρήγορα και σιωπηλά μπορούσε. Λειχήνες και άλλα φυτά κρέμονταν από το ταβάνι σαν φυσικές κουρτίνες, κάνοντας την κατάβαση δύσκολη, ενώ και τα σκαλιά γλιστρούσαν ελαφρώς λόγω υγρασίας – ή ίσως και λόγω κάτι άλλου…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα σκαλιά τελείωναν σε ένα μεγαλόπρεπο δωμάτιο, τεράστιο, στο υπέδαφος. Ένας ναός μέσα στον ναό, με πρόσοψη τόσο μεγάλη, όσο αυτή του μεγάρου δικαιοσύνης της Αουσχάβεν – υπήρχε μια μεγάλη πόρτα στο μέσον της, αλλά του έκαναν εντύπωση τα δύο γιγάντια, πέτρινα αγάλματα των δύο orcs που κρατούσαν τους κίονες δίπλα από την είσοδο. Δεν είχε λόγο να καθυστερεί, αλλά ούτε και χρόνο να θαυμάσει την orcικη αρχιτεκτονική. Περπάτησε προσεκτικά προς την είσοδο και μπήκε μέσα. Μερικά αχνά μουγκρητά τον έκαναν να σταματήσει και να αφουγκραστεί. Ο σαμάνος; Δεν τον έβλεπε. Πέρα από την είσοδο βρισκόταν το μεγαλύτερο δωμάτιο της σπηλιάς, φωτισμένο με πυρσούς σε κάθε γωνιά του – στη μέση αυτού του δωματίου ήταν κάτι σαν ένας βωμός, πνιγμένος στο αίμα. Είχε το σχήμα και το μέγεθος του ανθρώπινου σώματος και πάνω από εκεί που ακουμπούσε το κεφάλι, όταν ένας άνθρωπος ήταν ξαπλωμένος, ήταν ένας μικρός κίονας-μοχλός με ένα γιγάντιο καρφί στην άκρη του, που θα χτυπούσε το θύμα κατ’ ευθείαν στο μέτωπο…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αηδιασμένος, περπάτησε αργά δίπλα από τον βωμό και προς την άλλη άκρη του σπηλαίου, όπου ήταν η επόμενη αίθουσα και μάλλον το μέρος όπου βρισκόταν ο σαμάνος. Πάνω από την κεφαλή του βωμού, υπήρχε ένα μικρό τραπεζάκι, όπου μάλλον απέθεταν κάτι, κατά τη διάρκεια των μακάβριων εκείνων τελετών. Φτάνοντας στην πόρτα του δωματίου, τα μουγκρητά έγιναν δυνατότερα. Κρυφοκοίταξε μέσα, και είδε τον σαμάνο να κάθεται με την πλάτη προς αυτόν. Χωρίς να σκεφτεί πως υπήρχε κάποια παγίδα, διότι μια παγίδα θα ήταν πολύ εξελιγμένο για τον τρόπο σκέψης των orcs, έβγαλε απαλά το στιλέτο του, περπάτησε αθόρυβα πίσω του, και του χάραξε το λαιμό, τραβώντας το κεφάλι του προς τα πίσω. Λίγα δευτερόλεπτα μετά ο σαμάνος σταματούσε να αντιστέκεται και αυτός τον άφησε να πέσει, κοιτώντας με τρόμο το γραφείο του. Κάτι έγραφε τόση ώρα, ακαταλαβίστικα σύμβολα με μια σκούρα κοκκινόχρωμη μπογιά, πάνω σε ένα είδος χαρτιού που δεν φαινόταν να τσακίζει, και είχε καρφωθεί με μεγάλες πρόκες σε όλες του τις άκρες για να είναι εντελώς τεντωμένο… Ήταν σχεδόν σίγουρος για την φύση του «χαρτιού», οπότε απέστρεψε το βλέμμα. Στα δεξιά του γραφείου ήταν μια μικρή πόρτα, ενώ δεν υπήρχε κάποια άλλη στο δωμάτιο, που κοίταξε εξονυχιστικά για λίγο. Περπάτησε προς αυτήν και διέσχισε ένα μικρό διάδρομο – μια δυσωδία σαπίλας άρχισε να κάνει την εμφάνιση της, και μέχρι να φτάσει στο τέλος του διαδρόμου, κρατούσε ένα μαντήλι μπροστά στο πρόσωπο του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjypRE5cDxI/AAAAAAAAAuc/XzhPZzi9_MA/s1600-h/05.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 320px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjypRE5cDxI/AAAAAAAAAuc/XzhPZzi9_MA/s320/05.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5349336568246832914" /&gt;&lt;/a&gt;Οι αισθήσεις και το στομάχι του δεν άντεξαν άλλο. Θα ήταν πολύ, για οποιονδήποτε. Στη μία άκρη του νέου δωματίου βρίσκονταν κόκαλα, αμέτρητα, χιλιάδες κόκαλα, στοιβαγμένα μέσα σε ένα θολωτό σχήμα του τοίχου, όπου κάποτε άρχισαν να τα ρίχνουν, ένα, δύο, τρία, για να φτάσουν τα δέκα χιλιάδες και να αρχίσουν να πιάνουν και χώρο του δωματίου. Στον άλλο τοίχο, επίσης με θολωτό σχήμα, νεκροκεφαλές. Χιλιάδες κεφάλια, με ένα τρύπημα στο μέτωπο. Και η μπόχα ήταν απίστευτη. Έβγαλε με αηδία το πετροπούλι που είχε φάει πριν λίγες ώρες στη μέση αυτού του σκοτεινού θεάματος και σκέφτηκε πως βγαίνοντας, θα σκότωνε όσα περισσότερα orcs μπορούσε και έβρισκε στον διάβα του. Περπάτησε μέσα από τους δύο αυτούς σωρούς ανθρώπινων υπολειμμάτων, και βρέθηκε μπροστά σε έναν βωμό. Πάνω στον βωμό ήταν το άγαλμα που έψαχνε, το αναγνώρισε, λόγω των πέντε κεράτων. Έριξε κάτω το μαντήλι του, άρπαξε το άγαλμα και το έβαλε στην τσάντα του. Το μάτι του όμως, τραβήχτηκε από αυτό που ήταν δίπλα στο άγαλμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν είχε αναρωτηθεί ποτέ πως θα καταντούσε ο χρυσός αν κάποτε θάμπωνε και αλλοιωνόταν η υφή του, κρυμμένος μέσα στα υπόγεια ενός σπηλαίου, λουσμένος πάμπολλες φορές με αίμα και ανθρώπινα υπολείμματα, ως μια τελετουργία «αγιασμού». Αλλά καταλάβαινε πως ήταν χρυσός, καθώς δεν ανήκε εκεί, φαινόταν πως ήταν για έναν πολύ διαφορετικό χώρο. Η σύνεση του, του έλεγε να σηκωθεί και να φύγει, διότι δεν ήξερε τι συνέβαινε αυτή τη στιγμή στην είσοδο του ναού, η απληστία του όμως, του έλεγε πως αν τα orcs είχαν ένα κακοσυντηρημένο χρυσό κουτί στα βάθη του ναού τους, έναν μικρό θησαυρό από μόνο του, ποιος ξέρει τι θα είχε μέσα αυτό το κουτί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν υπήρχε θέμα μάχης μεταξύ των δύο αυτών σκέψεων του. Ήταν κλέφτης, είχε αναθραφεί έτσι από παιδί, ζούσε έτσι από έφηβος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σήκωσε το μαντήλι του και χρησιμοποιώντας το, άνοιξε προσεκτικά το κουτί. Μέσα βρισκόταν μια πέτρα. Μια απλή πέτρα, που έμοιαζε ελαφρά με οψιδιανό. Σκέφτηκε μήπως θα ήταν καλύτερα να πάρει το κουτί, αλλά ενώ σήκωσε το χέρι του και το πλησίασε για να την περιεργαστεί, αυτή άρχισε να κινείται. Τρόμαξε. Η πέτρα άρχισε να αυτοκαταπίνεται ή κάπως έτσι αυτός το κατάλαβε, μια αέναη, ασταμάτητη ροή μάζας από τη μια πλευρά της στην άλλη, σαν να διαταρασσόταν μια θάλασσα κάτω από την επιφάνεια της, να αλλάζει χρώμα, να παίρνει ένα σκούρο μπλε, μέχρι που έγινε επίπεδη και μαύρη, με μπλε κυματιστές ροές στο κέντρο της και ένα απόκοσμο συναίσθημα να τον κατακλύζει αργά, σαν…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjyplWyd1EI/AAAAAAAAAuk/b4EVKEuIsBE/s1600-h/06.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 222px; height: 320px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjyplWyd1EI/AAAAAAAAAuk/b4EVKEuIsBE/s320/06.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5349336916646810690" /&gt;&lt;/a&gt;Κοίταξε το χέρι του. Τα μόρια του σώματος του, των δαχτύλων του, της ύλης του, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ενωμένα χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο, άρχιζαν να χαλαρώνουν. Έβλεπε το δάχτυλο του να διαλύεται και μετά το άλλο, και το άλλο, και τα υπολείμματα, τα μικρά στοιχεία της ύλης του, χιλιοστό με χιλιοστό, να ξεκολλούν, και να καταπίνονται από τα μαύρα κύματα της πέτρας που δεν ήταν πέτρα πια αλλά μια γιγάντια, κατάμαυρη, σκοτεινή ρουφήχτρα, που τον τραβούσε μέσα, διαλυμένο. Έκανε να απομακρυνθεί, αλλά όσο πιο γρήγορα προσπαθούσε να κινηθεί, τόσο καταλάβαινε πως δεν το σώμα του πλέον δεν ήταν συνδεμένο. Τα πόδια του τον εγκατέλειψαν στο πρώτο βήμα και έπεσε κάτω, σαν μια άμορφη μάζα ζυμαριού, χυμένη στο πάτωμα, με την ρουφήχτρα να τον καταπίνει, σταθερά. Άρχισε να ουρλιάζει από τρόμο, αλλά δεν μπορούσε πλέον να κινηθεί, διότι τα χέρια του είχαν κολλήσει με το υπόλοιπο σώμα του, σε ένα βουνό ανθρώπινης άμμου. Ποδοβολητά από orcs ακούστηκαν ξαφνικά και μερικά εμφανίστηκαν στην είσοδο του μακάβριου δωματίου. Τον κοιτούσαν μα φόβο, οι κραυγές τους έδειχναν πως ήξεραν τι είχε κάνει, και φοβούνταν. Κοίταξε γύρω του. Και το δωμάτιο άρχιζε να χάνει κομμάτια της ύλης του. Τα κόκαλα των θυσιασμένων άρχισαν να λιώνουν σε δεκάδες εκατομμύρια κόκκους και να μαγνητίζονται προς την ρουφήχτρα. Ξάφνου άρχισε να νοιώθει το κεφάλι του ελαφρύ. &lt;em&gt;Η πύλη&lt;/em&gt;, ήταν η τελευταία του σκέψη, προτού χαθεί μέσα σε αυτή…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-8943927894141781329?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/8943927894141781329/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=8943927894141781329' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/8943927894141781329'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/8943927894141781329'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2009/06/krosh-brokdar.html' title='Η πύλη της Krosh BrokDar'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjypQRhXVlI/AAAAAAAAAt8/GEsXZhaq6ko/s72-c/01.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-8425879032026626277</id><published>2009-06-12T23:10:00.003+03:00</published><updated>2009-06-17T11:23:55.453+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Διηγήματα'/><title type='text'>Ματωμένος αετός</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZLy1ZzHI/AAAAAAAAAsU/VdU50cWYwMY/s1600-h/01.gif"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 202px; height: 320px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZLy1ZzHI/AAAAAAAAAsU/VdU50cWYwMY/s320/01.gif" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5346504135545572466" /&gt;&lt;/a&gt;Σεπτέμβρης. Η καλοκαιρινή γλύκα του ανέμου είχε αλλάξει, εδώ και μερικές ημέρες, σε μια πιο ψυχρή, κοφτή ανάσα του, που υποδείκνυε πως το καλοκαίρι ήταν πλέον και τυπικά στο τέλος του, ενώ ο καιρός αργά αλλά σταθερά συννέφιαζε. Είχα αναρωτηθεί αν στο μέλλον θα βρισκόταν αυτοκράτορας για να πάρει αυτό το όνομα, αλλά μάλλον δεν θα ζούσα αρκετά για να δω κάτι τέτοιο, μπορεί και απλά να μην προτιμείτο επειδή δεν ήταν τόσο εύηχο. Ο δικός μας αυτοκράτορας λεγόταν Αύγουστος, φοβερός στρατιωτικός στον καιρό του, είχε διαδεχτεί επεισοδιακά τον Ιούλιο έπειτα από την δολοφονία του τελευταίου και την δεύτερη τριανδρία με τον Μάρκο Αντώνιο και τον Λέπιδο, και πλέον είχε γεράσει, κάτι που έκανε πολλούς λεγεωνάριους να πατούν τον όρκο τους, και καμιά φορά να τον αποκαλούν «Γέρο», με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα χρησιμοποιούσε την λέξη και ένας γιος, για να μιλήσει για τον πατέρα του – με την ίδια περιφρόνηση για τους αρχαίους, ξεπερασμένους, κουφιοξεροκέφαλους τρόπους του, αλλά και με την ίδια αγάπη, για τον άνθρωπο από τον οποίο καταγόταν και στον οποίο όφειλε την ύπαρξη του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως όμως προείπα, μόλις είχε μπει ο Σεπτέμβρης. Είχαμε ήδη δύο χρόνια μέσα στα δάση της Γερμανίας και για άλλη μια φορά εγκαταλείπαμε τα καλοκαιρινά καταλύματα μας δυτικά του Βέζερ και προχωρούσαμε ακόμα πιο δυτικά, πίσω από τον Ρήνο, όπου βρίσκονταν τα χειμερινά μας στρατόπεδα. Τα γερμανικά χωριά ήταν σχετικά φιλόξενα και εκείνο το καλοκαίρι, το ίδιο και οι κάτοικοι, το ίδιο και οι γυναίκες, αλλά ήμουν πλέον εντελώς πεπεισμένος πως η φιλοξενία τους όλα αυτά τα χρόνια, αλλά περισσότερο τους τελευταίες μήνες, οφειλόταν μόνο και μόνο στους αριθμούς μας, και όχι σε κάποια συμπάθεια που οι απλοί άνθρωποι θα ένοιωθαν για νέους στρατιώτες, βλέποντας στα πρόσωπα τους τα πρόσωπα των γιων τους, πόσο μάλλον στον σεβασμό που θα ενέπνεε ο Βάρος. Ήμασταν &lt;strong&gt;ξένοι&lt;/strong&gt;. Χιλιάδες ξένοι, με ξένα λάβαρα, με σκληρά ξένα άτριχα πρόσωπα, με άλλη θρησκεία, διαφορετικά μεγαλωμένοι, με διαφορετική άποψη σχετικά με κάθε πλευρά της ζωής. Ο Βάρος έβαζε ακόμα και σήμερα τα δυνατά του για να προσεγγίσει τους τοπικούς άρχοντες, να τους πείσει για τις αγαθές και φιλικές προθέσεις της Ρώμης και ο Αρμίνιος τον βοηθούσε όσο καλύτερα μπορούσε, φέρνοντας τον σε επαφή με κάθε πολέμαρχο και κάθε διοικητή μικρού χωριού της περιοχής που γνώριζε, αλλά πόσο φιλικές προθέσεις μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, απεσταλμένος μιας αυτοκρατορίας, μέσα στην περιοχή ανθρώπων που τις τελευταίες δεκαετίες λυμαίνονταν τα σύνορα της;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχα πρωτοδεί τον Πούμπλιο Κουιντίλιο Βάρο πριν πάρα πολλούς μήνες, λίγες ημέρες αφού η λεγεώνα στην οποία άνηκα, η &lt;em&gt;Legio XVIII&lt;/em&gt; είχε διαταχθεί να μετακινηθεί από το Ξάντεν, μέχρι το Ανρέππεν, σχεδόν δύο χρόνια πριν, τον καιρό που μόλις είχε μπει η άνοιξη. Εκείνη την ημέρα κλείναμε κάνα δίμηνο στο στρατόπεδο του Ανρέππεν, τελείωνε και τυπικά η άνοιξη και είχε σχεδόν μπει το καλοκαίρι, ίσως να ήταν καμιά εβδομάδα προτού επιτέλους ξεκινήσουμε την εκστρατεία ανατολικά του Ρήνου, οι τελευταίες ημέρες αναμονής, περιμένοντας μερικές βοηθητικές μονάδες που είχαν αργήσει να ξεκινήσουν από μια περιοχή κοντά στο Μογκοντίακουμ. Ο εκατόνταρχος Κάιος είχε διατάξει εμένα και τον Λεύκιο να κάνουμε μια από τις συνήθεις περιπολίες μας μέσα στο στρατόπεδο, σαν δύναμη αποτροπής ταραχών και τήρησης της τάξης, όταν τα βήματα μας, μας έφεραν κοντά στην σκηνή του Βάρου. Εκείνος είχε βγει έξω και συνομιλούσε με μερικούς υψηλόβαθμους εκατόνταρχους κάνοντας τον γύρο της σκηνής, για να ξεμουδιάσει τα πόδια του. Τώρα που θυμάμαι καλύτερα, εκείνη η μέρα ήταν και η πρώτη φορά που είχα δει και τον Αρμίνιο – και δεν ήταν καθόλου δύσκολο να τον ξεχωρίσω. Ο Αρμίνιος ήταν γηγενής Γερμανός, ο οποίος είχε μεγαλώσει σαν όμηρος στη Ρώμη, είχε αναθραφεί με Ρωμαϊκούς τρόπους, ήταν και τυπικά Ρωμαίος πολίτης έχοντας αποκτήσει την ιδιότητα του equestrian, και το μόνο που πρόδιδε την βαρβαρική καταγωγή του ήταν τα κοκκινωπά χρώματα των μαλλιών και της γενειάδας του, όταν άφηνε και τα δύο να μακρύνουν. Αλλά πλέον, αφού θα μεσολαβούσε για λογαριασμό της Ρώμης, και γνωρίζοντας και ο ίδιος ότι οι συμπατριώτες του θα του έδιναν περισσότερη σημασία αν έδειχνε πως δεν είχε αλεσθεί εντελώς από τον μύλο της Ρώμης, είχε αφήσει τα μαλλιά του να φτάσουν τη μέση του και τα γένια του να μακρύνουν πάρα πολύ, σε σημείο που να κρύβουν εντελώς το λαιμό του. Λογικά θα ντυνόταν και σαν Γερμανός έξω από το στρατόπεδο, αλλά μέσα σε αυτό, ακολουθούσε τον ρωμαϊκό κώδικα ένδυσης, κάτι που τον έκανε να δείχνει σαν ένας σεβάσμιος ερημίτης γέροντας, μόλις 25 ετών…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZL6z6VdI/AAAAAAAAAsc/EYTE58sndMs/s1600-h/02.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 220px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZL6z6VdI/AAAAAAAAAsc/EYTE58sndMs/s320/02.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5346504137686799826" /&gt;&lt;/a&gt;Ο Βάρος πάλι, εξωτερικά ήταν ένας μάλλον τυπικός ρωμαίος αξιωματούχος, με τη διαφορά ότι παρέμενε σφριγηλός και γεροδεμένος, όπως ήταν στα νιάτα του, και το σώμα ή η σκέψη του δεν είχε εκφυλιστεί και αμβλυνθεί από τον καθιστικό τρόπο ζωής. Είχε ένα κανονικό για τα ρωμαϊκά δεδομένα ύψος, μια υποψία κοιλιάς λόγω γήρατος που συναντούσε κανείς ακόμα και στους μεγάλους σε ηλικία λεγεωνάριους, σταθερά, σίγουρα χέρια, στιβαρά πόδια, κινήσεις μονοκόμματες και βέβαιες, και η κορυφή του κεφαλιού του συναγωνιζόταν σε πληθυσμό τριχών του κεφάλι του Ιούλιου Καίσαρα. Φαινόταν άνθρωπος πάνω στον οποίο μπορούσε να βασιστεί κανείς, το βιογραφικό αλλά και η δουλειά του σε προηγούμενες περιοχές που του είχαν ανατεθεί ήταν εντυπωσιακά καθώς απ’ ό,τι ακουγόταν εκείνο τον καιρό στις κουβέντες των λεγεωνάριων, είχε υπηρετήσει εξαιρετικά στην νεοπροσαχθείσα Συρία όπου είχε καταπνίξει με φοβερή αποτελεσματικότητα τις τοπικές εξεγέρσεις, οπότε εκείνη την εποχή φαινόταν να είναι μια από τις καλύτερες επιλογές που θα μπορούσε να είχε κάνει ο Οκταβιανός, στην προσπάθεια του να προσαρτήσει ομαλά και ειρηνικά τις περιοχές εκείνες ανατολικά του Ρήνου - αν όχι η καλύτερη επιλογή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δύο καλοκαίρια μαζί του, και με βάση αυτά που ψυλλιαζόμασταν εμείς οι απλοί στρατιώτες, ισχυροποίησε περισσότερο την αρχική μου ιδέα για τον Βάρο. Ήταν ένας εξαιρετικός έπαρχος, και αξιόλογος διπλωμάτης, στον οποίο ανατέθηκε από τον αυτοκράτορα του να αρχίσει να ετοιμάζει τον δρόμο για μια ρωμαϊκή επαρχία με γερμανικό πληθυσμό στα ανατολικά του Ρήνου, εκεί που σπάνια είχε ξαναπατήσει ξέγνοιαστα ρωμαϊκό πόδι, ερχόμενος σε συνεννόηση με τους τοπικούς οπλαρχηγούς και αρχηγούς φυλών, και όλα αυτά με την βοήθεια του Αρμίνιου, που γνώριζε τους ανθρώπους του και τους τρόπους τους. Προτάσεις, υποσχέσεις, συμφωνίες, άοκνη δουλειά από την μεριά του Βάρου για να κάνει το οριστικό πέρασμα της Ρώμης ανατολικά του Ρήνου όσο πιο απλό και ομαλό μπορούσε, για αυτήν και τους στρατούς της, να φέρει τους ρωμαϊκούς τρόπους, το ρωμαϊκό δίκαιο, το ρωμαϊκό πολιτισμό, εκεί που δεν υπήρχαν τρόποι, δεν υπήρχε δίκαιο, και &lt;strong&gt;σίγουρα&lt;/strong&gt; δεν υπήρχε πολιτισμός – εκεί που οι άνθρωποι, ώριμοι άντρες και γυναίκες, λόγω κάποιας περίεργης ιδιότητας του οργανισμού τους, &lt;strong&gt;άντεχαν και έπιναν γάλα&lt;/strong&gt;…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μπορεί όλα αυτά να φαίνονταν ωραία και καλά στους Γερμανούς, η ρωμαϊκή ασφάλεια και ειρήνη, το εμπόριο και ο πλούτος, τα λουτρά και οι απολαύσεις, οι ευκαιρίες, όλα όσα η Ρώμη υποσχόταν απλόχερα για αυτούς, και που θα έκαναν την ζωή τους ευκολότερη και καλύτερη, να ήταν ικανά να κάμψουν τις αμφιβολίες και του πιο δύσπιστου άξεστου Γερμανού, και ήταν θετικοί σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αλλά υπήρχαν δύο προβλήματα, δηλητηριώδη αγκάθια ακουμπισμένα με τέτοιο τρόπο πάνω στο απαλό δέρμα της νεαρής προσπάθειας του Βάρου, που έκαναν τους Γερμανούς να διπλοσκέφτονται την κάθε πρόταση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πρώτο ήταν το φορολογικό. Η ετήσια φορολογία της Ρώμης δεν ήταν τίποτα από όσα είχαν πληρώσει μέχρι τότε οι απλοί Γερμανοί (μερικά χωριά δεν πλήρωναν καν στον τοπικό άρχοντα), και ήταν λογικό να τους κακοφαινόταν, αλλά ήταν ένα από τα μειονεκτήματα του να ανήκεις σε μια αυτοκρατορία με φοβερές σπατάλες, ανάγκες, και διακίνηση χρήματος καθημερινά. Το τελευταίο καλοκαίρι που περάσαμε στη Γερμανία, πριν λίγες εβδομάδες, επικρατούσε φανερός αναβρασμός για τον φόρο υποτέλειας που είχε απλά συζητηθεί μεταξύ του Βάρου και των Γερμανών φυλάρχων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το δεύτερο ήταν ο τρόπος που είχαμε μπει στην γη τους. &lt;strong&gt;Ακάλεστοι&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχαμε ξεκινήσει από το Ανρέππεν με γρήγορους ρυθμούς και σχηματισμούς εκστρατείας, με τον τυπικό τρόπο που ένας Ρωμαϊκός στρατός μετακινείται. Ολόκληρη πολεμική εξάρτηση, την κόκκινη κάπα μας στην πλάτη, πάνω από αυτήν είχαμε κρεμάσει τις ασπίδες μας, με το αριστερό χέρι κρατούσαμε εκείνο το περίεργο ραβδί με το σχήμα του Τ που αφήναμε να πέσει στην πλάτη μας και στο οποίο στερεώναμε ένα δέμα με τα μπογαλάκια μας, ενώ με το δεξί χέρι κρατούσαμε ένα pilum, που μας βοηθούσε στο περπάτημα. Το κράνος το κρεμούσαμε στο στέρνο μας, άλλες φορές μπορεί και να το φορούσαμε. Μερικές εβδομάδες μετά, και αφού είχαμε περάσει από αρκετά γερμανικά χωριά, με τον απλό κόσμο να μας υποδέχεται χλιαρά ως επί το πλείστον, φτάσαμε στα καταλύματα μας στον Βέζερ, όπου ήλπιζα να καταφέρω να δω έστω για μια φορά, μια γεφύρωση ενός ποταμού, κάτι που δεν είχα καταφέρει στον Ρήνο – θυμάμαι πως την πρώτη φορά που τον είχα διασχίσει, στο δρόμο για το Ξάντεν, προσπαθούσα να φανταστώ τον τρόπο με τον οποίο οι μονάδες μηχανικού του Καίσαρα τον είχαν γεφυρώσει παλαιότερα, αλλά δεν μπορούσα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZMlfM_TI/AAAAAAAAAsk/39w61QD8xuc/s1600-h/03.gif"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 213px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZMlfM_TI/AAAAAAAAAsk/39w61QD8xuc/s320/03.gif" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5346504149142666546" /&gt;&lt;/a&gt;Στο Ξάντεν, ένα στρατόπεδο τα βόρεια σύνορα του οποίου &lt;strong&gt;ήταν&lt;/strong&gt; ο ποταμός Ρήνος, και στο οποίο εμείς είχαμε έρθει από τα νοτιοανατολικά, ξαναδιασχίζοντας τον, είχα συναντήσει διάφορους ανθρώπους, έχοντας μείνει εκεί για σχεδόν τέσσερα χρόνια μαζί με τους υπόλοιπους συντρόφους του contubernium μου. Από τους γερασμένους ψαρομάλληδες λεγεωνάριους που θυμούνταν με νοσταλγία τις επικές εκστρατείες του Δρούσου στην περιοχή πριν περίπου 15 χρόνια, μέχρι τους νεαρούς άρτι καταταγμένους και ψαρωμένους λεγεωνάριους που μόλις είχαν διασχίσει τον Ρήνο, που νόμιζαν πως ήταν αθάνατοι, και πίστευαν ότι ήταν οι φυσικοί απόγονοι της ηρωικής &lt;em&gt;Legio III Gallica&lt;/em&gt; του Καίσαρα ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Το Ξάντεν ήταν μια περιοχή στην οποία είχα καταφέρει να έρθω σε κάποια επαφή με τους Γερμανούς μετανάστες, οπότε η λαογραφία και τα σκηνικά πέρα από τον Ρήνο δεν μου ήταν τόσο άγνωστα. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Δρούσου (είχε πέσει από το άλογο του), ο αδερφός του ο Τιβέριος πήρε τα ηνία του στρατεύματος και προσπάθησε να αναδιοργανώσει τις γύρω περιοχές. Οι σκέψεις του για εγκατάλειψη της περιοχής, αφού δεν ήταν αρκετά πλούσια για να γίνει αξιόλογη ρωμαϊκή επαρχία, προσέκρουαν στην επιθυμία του Δρούσου να μετακινήσει τα σύνορα του πολέμου από τον Ρήνο, βαθύτερα, στον Έλβα, οπότε μια εκκένωση της επαρχίας της Germania Inferior θα φαινόταν (και επί των πραγμάτων θα ήταν) υποχώρηση – και ο ρωμαϊκός αετός, το ρωμαϊκό πολεμικό genius, &lt;strong&gt;δεν υποχωρούσε ποτέ&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι κάτοικοι του Ξάντεν ήταν κυρίως μεγάλοι σε ηλικία Γερμανοί που δεν είχαν μετακινηθεί από τις εστίες τους ενώ η Ρώμη προχωρούσε προς αυτούς, και εκρωμαϊσμένοι Γαλάτες από προηγούμενες γενιές, που είχαν βρει την ευκαιρία να ζήσουν εκεί, μετακινούμενοι ανατολικά. Περίπου 2 χρόνια αφ’ ότου πήγα, θα γινόμουν μάρτυρας της μεγάλης μετανάστευσης των Γερμανών αυτή τη φορά, από τα ανατολικά, όταν ο Τιβέριος επιτέθηκε στους Συγάμβρους και νικώντας τους, πέρασε χιλιάδες από δ’ αύτους από τον Ρήνο, δίνοντας τους γη και αγροκτήματα για να κατοικήσουν. Εκείνο τον καιρό αυτοί οι μετανάστες άρχισαν να αποκαλούνται Κουγκέρνιοι, και να δημιουργούν αρκετά προβλήματα, τουλάχιστον στην αρχή. Θυμάμαι πως κάποτε, με τα λειψά γερμανικά που είχαμε μάθει, συζητούσαμε με έναν τέτοιο Κουγκέρνιο, αρκετά μεγαλύτερο από εμάς, για το πώς είναι η κατάσταση ανατολικά του Ρήνου. Εκείνος είχε απαντήσει διπλωματικά, αλλά με πολύ νόημα. «Ας πούμε, Ρωμαίοι, ότι εσείς εδώ ζείτε υπό την ειρήνη του Τζούπιτερ, απλά, σιωπηλά, χορτάτοι, με μπελάδες μια στο τόσο, ασφαλείς όμως…». Είχε χαμογελάσει, δείχνοντας μας τα σάπια, μαυρισμένα δόντια του. «Αυτά, &lt;strong&gt;εδώ&lt;/strong&gt;. Ανατολικά του Ρήνου όμως, στα δάση εκείνα, βασιλεύει ο Γούντεν…». Δεν περιέγραψε παραπέρα την περιοχή ανατολικά του Ρήνου - είπε μόνο πως πρόκειται για την κατοικία του θεού του. Αυτά που έζησα από τότε, τον δικαιολόγησαν απόλυτα μέσα στην μνήμη μου, για αυτή του την απάντηση. Θυμάμαι πως σαν παιδί, οι ιστορίες που άκουγα για τις άκρες της γης, για γκρεμούς που καταπίνουν τα πλοία και ατέελιωτα δάση όπου ζούσαν άνθρωποι με έτρωγαν ο ένας τον άλλο ζωντανό, με τρόμαζαν. Μεγαλώνοντας, δεν πίστευα αυτές τις ιστορίες. Ο Ρήνος, με βάση τις αφηγήσεις των Γερμανών που έρχονταν από αυτόν και τα λόγια των λεγεωνάριων που μπορεί να τον πέρασαν σε κάποιες αναγνωριστικές αποστολές, έμοιαζε να είναι ένα τέτοιο μέρος, ένα σύνορο του κόσμου, ένα τελευταίο σημείο που προστάτευε εμάς, πριν το χάος. Η Ρώμη είχε φτάσει στις άκρες του κόσμου - και τώρα ήθελε να επεκταθεί και πέρα από αυτές...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZNaZKLmI/AAAAAAAAAss/iBfISiGxvS0/s1600-h/04.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 239px;" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZNaZKLmI/AAAAAAAAAss/iBfISiGxvS0/s320/04.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5346504163344395874" /&gt;&lt;/a&gt;Λίγο καιρό μετά η λεγεώνα μου έμενε στάσιμη και εκτός σχεδιασμού για την επερχόμενη εκστρατεία. Ακούγαμε (και μερικές τις είδαμε) για δέκα λεγεώνες που μετακινούντο μακριά στα ανατολικά μας, στην μεγαλύτερη πολεμική επιχείρηση που προσπαθούσε να ξεκινήσει ο ρωμαϊκός στρατός, υπό τον Τιβέριο, σε μια τελική προσπάθεια να καταστήσει την περιοχή εκείνη και τυπικά επαρχία της Ρώμης, νικώντας επιτέλους τον Μαροβόδουο, τον βασιλιά των Μαρκομάνιων της Βοημίας, και έτσι καταστρέφοντας τον τελευταίο θύλακα αντίστασης στην περιοχή. Το σχέδιο ακυρώθηκε τελευταία στιγμή, όταν ξέσπασε μια επανάσταση στην Παννονία και ο Τιβέριος διατάχθηκε να κατευθυνθεί αμέσως εκεί με μερικές από τις λεγεώνες που είχε μαζέψει, ενώ οι υπόλοιπες στάθμευσαν εκεί που βρίσκονταν, περιμένοντας την επιστροφή του. Έμεινε ο Βάρος, ο χαρισματικός έπαρχος, να προσπαθήσει να επαρχιοποιήσει τις γύρω περιοχές, και εμείς, οι λεγεώνες των συνοριακών φυλακίων, να τον βοηθήσουμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το δεύτερο καλοκαίρι που περάσαμε με τον Βάρο πέρα από τον Ρήνο, και ενώ ο Τιβέριος δεν είχε ακόμα επιστρέψει από την Παννονία, μόνο όταν το contubernium μου μαζί με μερικά άλλα αποσπάστηκε σε ένα χωριό που είχε ζητήσει από τον Βάρο βοήθεια και προστασία, κατάλαβα ότι τα πράγματα και η ατμόσφαιρα στα γερμανικά χωριά είχαν αλλάξει άρδην, με αυτή μας την εκστρατεία. Μόνο όταν είδα τον τρόμο, την καχυποψία, την ανασφάλεια στα πρόσωπα των γέρων, που δεν είχαν ξαναδεί τα κόκκινα λάβαρα της Ρώμης μέσα στην πόλη τους, σαν δύναμη κατοχής, ακόμα και βοηθητική, μόνο τότε το συνειδητοποίησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπαίναμε επί δύο χρόνια σε μια ξένη γη, ακάλεστοι, εισβολείς, και ζητούσαμε από το λαό αυτό, που δεν είχε κεντρική διοίκηση και ανέκαθεν πολεμούσε τους γείτονες του, τις αντίπαλες γερμανικές φυλές, να μας ανεχτεί ενώ θα στήναμε σιγά σιγά την δική μας διοικητική δομή, τους ζητούσαμε να γίνουν γρανάζια στον μηχανισμό της πολυεθνικής μας αυτοκρατορίας και παρά τους καλούς τρόπους και τις προσπάθειες που θα κατέβαλλε ο Βάρος για να μην προσβάλλει τους συνομιλητές του, υπήρχε ένα δεδομένο που τους προσέβαλλε ήδη, και που ο Βάρος δύσκολα θα είχε παραβλέψει, αλλά εύκολα δεν θα είχε κατανοήσει στην πραγματική του διάσταση, επειδή δεν βρέθηκε ποτέ στη θέση εκείνου του γηραιού Γερμανού φύλαρχου, που είχε κάθε φορά απέναντι του στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρά τα λόγια του, ο Βάρος δεν είχε έρθει φιλικά, και πολλά από τα «ναι» των Γερμανών, ήταν ψεύτικα. Η δύναμη συνοδείας του Βάρου, τρεις ολόκληρες λεγεώνες και μερικές βοηθητικές μονάδες, συνολικά πάνω από 20000 άτομα… Πηγαίναμε &lt;strong&gt;ειρηνικά&lt;/strong&gt;; Ποιος θα μας εναντιωνόταν; Ποιος θα τολμούσε;... Ο Βάρος ήξερε την απάντηση. Ήμουν σίγουρος πως την ήξερε. Απλά δυσκολευόταν να την δει πανοραμικά, γιατί παρά τις ικανότητες του, ήταν ένας απλός έπαρχος με εξαιρετικές γνώσεις στον τρόπο της διοίκησης μιας πολιτείας, αλλά με καμία γνώση περί τα στρατιωτικά, με καμία αντικειμενική πληροφορία για τις δυνάμεις του εχθρού και με καμία γνώση περί της ψυχολογίας ενός προσαρτώμενου λαού - αυτά πρέπει &lt;strong&gt;να τα ζήσει&lt;/strong&gt;, &lt;strong&gt;να τα υποστεί&lt;/strong&gt; ένας έπαρχος για να μπορεί να τα αξιολογήσει στην αληθινή τους διάσταση...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνο το ψυχρό δεύτερο καλοκαίρι στα γερμανικά χωριά λοιπόν, έφτανε στο τέλος του, όταν ήρθε ένας αγγελιοφόρος του Βάρου από το κυρίως στράτευμα στον Βέζερ, που ζητούσε να αφήσουμε ό,τι κάναμε και να επιστρέψουμε αμέσως για να ενωθούμε με τους υπόλοιπους, στο δρόμο για τα χειμερινά μας καταλύματα, κοντά στον Ρήνο. Ανακουφισμένοι, μαζέψαμε τα πράγματα μας, συναντηθήκαμε με τον τοπικό φύλαρχο ενημερώνοντας τον για την αποχώρηση μας και μαζευτήκαμε όλοι οι γύρω λεγεωνάριοι, περίπου 1000 άτομα, στο δρόμο για τον Βέζερ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZNsN3DDI/AAAAAAAAAs0/2Oe4zWwur9Q/s1600-h/05.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 231px; height: 320px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZNsN3DDI/AAAAAAAAAs0/2Oe4zWwur9Q/s320/05.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5346504168128842802" /&gt;&lt;/a&gt;Λίγες ημέρες μετά φτάσαμε στον Βέζερ, και ακόμα τα πράγματα στο στρατόπεδο ήταν χαλαρά, εν αναμονή των υπόλοιπων μονάδων που είχαν σταλθεί σε χωριά στα βόρεια και που θα έρχονταν σε μερικές ημέρες. Το contubernium μου διασπάστηκε σε κομμάτια με τους δύο γηραιότερους να τρέχουν να βρουν τις γυναίκες και τα μούλικα τους, που δεν είχαν δει για εβδομάδες, στην πλευρά του στρατοπέδου που κατασκήνωναν οι (παράνομες) οικογένειες των λεγεωνάριων (παράνομες επειδή ένας λεγεωνάριος δεν δικαιούτο να κάνει οικογένεια, αλλά το μέτρο είχε καταπατηθεί εδώ και δεκαετίες, οπότε υπήρχε μια σιωπηλή αποδοχή της κατάστασης από τους ανώτερους), οι αμέσως επόμενοι σε ηλικία έτρεξαν να βρουν τις πόρνες που ακολουθούσαν το στράτευμα και από τους 8, μείναμε οι 3 νεότεροι σε ηλικία και χρόνια στράτευσης, φορτωμένοι με κάποιες επιπλέον αποσκευές και την διαταγή να στήσουμε την σκηνή μας, στην πλευρά του στρατοπέδου που θα καταλύαμε. Εγώ, ο Λεύκιος με τον οποίο είχα καταταγεί παρέα, και ο νεαρός Τίτος, μερικά χρόνια μικρότερος μας. Αποφασίσαμε να πάμε στο κατάλυμα μας και να αφήσουμε τα πράγματα, έπειτα να παρουσιαστούμε για υπηρεσία στον Κάιο. Στο δρόμο προς το μέρος που θα κατασκηνώναμε, σταματήσαμε να χαζέψουμε λίγο δύο λεγεωνάριους που μονομαχούσαν γυμνοί με δύο ξύλινα κοντάρια στο μήκος των pila τους, αλλά χωρίς μεταλλικά στελέχη, και τους οποίους κοιτούσαν καμιά εικοσαριά άλλοι λεγεωνάριοι που τους ήξεραν, βάζοντας στοιχήματα. Ο Λεύκιος πήρε μαζί του τον Τίτο και λίγο μετά μου έφεραν μια βαθιά γαβάθα ζεστής κρεμμυδόσουπας, από έναν μάγειρα εκεί δίπλα.&lt;br /&gt;«Σας έδωσε;»&lt;br /&gt;«Ναι, ο Λεύκιος του είπε ότι μόλις ήρθαμε από πορεία και πεινάμε, και μας έδωσε τρεις μερίδες, αρκεί να επιστρέψουμε τις γαβάθες μετά.»&lt;br /&gt;Ο Λεύκιος χαμογέλασε αυτάρεσκα και άρχισε να πίνει λαίμαργα την δικιά του. Είχε καλή γεύση και ήταν ό,τι έπρεπε, μετά από την πορεία που είχε προηγηθεί. Αφού φάγαμε, επιστρέψαμε τις γαβάθες στο μάγειρα που έκανε πως δεν μας γνώριζε, και πήγαμε να φτιάξουμε τη σκηνή μας, κουρασμένοι και μισοφαγωμένοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέντε ημέρες μετά, οι μονάδες που περιμέναμε από τα βόρεια δεν είχαν φτάσει ακόμα, αλλά η κατάσταση είχε επιδεινωθεί, και μάλιστα κατά πολύ. Οι αναφορές που έρχονταν, αλλά και τα νέα που έφερε ο ίδιος ο Αρμίνιος από τα βορειοδυτικά, έλεγαν πως μόλις είχε ξεσπάσει μια ενωμένη τοπική εξέγερση μερικών φυλών, με τους Χάουκες ηγέτες, σαν κίνημα αντίδρασης κατά της Ρώμης και της ύπαρξης της στα γερμανικά εδάφη, σε μερικά χωριά. Ο Βάρος δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, και οι αναφορές τον είχαν ανησυχήσει, όσο βέβαια θα μπορούσε να ανησυχήσει ένας άντρας με τρεις ρωμαϊκές λεγεώνες πίσω του. Αποφάσισε να ξεκινήσει για τον Ρήνο αμέσως, προτού τον πιάσει ο χειμώνας, και να περάσει και από την περιοχή της εξέγερσης, για να την τακτοποιήσει όπως γνώριζε, από τον καιρό που ήταν στη Συρία, δηλαδή με διπλωματία - και αν αυτό δεν είχε αποτέλεσμα, με φωτιά και ατσάλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σχεδόν μια εβδομάδα αφότου ο στρατός είχε ξεκινήσει να προχωρεί, ο Αρμίνιος και η συνοδεία του, αποτελούμενη από κατώτερους τοπικούς οπλαρχηγούς ζήτησαν να αποχωρήσουν για να μαζέψουν τις συμμαχικές προς τη Ρώμη φυλές, κυρίως τους Χερούσκους και τους συμμάχους τους, που ηγούντο από τον πατέρα του Αρμίνιου, και να συναντήσουν τον Βάρο κοντά στο σημείο της εξέγερσης, ώστε να τον βοηθήσουν όσο καλύτερα μπορούσαν στην κατάπνιξη της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτός τους έδωσε την άδεια. Ο Αρμίνιος ήταν άνθρωπος εμπιστοσύνης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZ-a78-NI/AAAAAAAAAs8/nekWBgFox7o/s1600-h/06.gif"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 205px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZ-a78-NI/AAAAAAAAAs8/nekWBgFox7o/s320/06.gif" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5346505005303920850" /&gt;&lt;/a&gt;Κρατήθηκε λίγο ακόμα, από τη στιγμή που είχε αφήσει πίσω του τις πύλες του ρωμαϊκού στρατοπέδου. Δεν ήθελε να προδοθεί από απροσεξία, δεν θα ήταν ταιριαστό, όχι στα τελευταία δευτερόλεπτα του σχεδίου του – ενός σχεδίου που είχε περπατήσει καλύτερα απ’ όσο μπορούσε να ελπίζει, τη στιγμή που το κατέστρωνε. Οι Ρωμαίοι είχαν πέσει στην παγίδα σαν μεθύστακες, που γυρνούν το βράδυ σπίτι τους και δεν βλέπουν πως πατάνε σε φωλιές σκαντζοχοίρων. Αμέσως μόλις απομακρύνθηκε αρκετά από το στρατόπεδο, καλπάζοντας με τους άλλους δύο συντρόφους του, ξεκαρφίτσωσε την σφραγίδα του απεσταλμένου της Ρώμης από τον γιακά του, και την πέταξε, με μίσος και αηδία, μακριά. Ήταν επιτέλους ελεύθερος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μερικά χιλιόμετρα μακριά από το στρατόπεδο σταμάτησαν τα άλογα τους σε ένα δάσος και φόρεσαν τα γερμανικά τους ρούχα, δέρματα και γούνες, αφήνοντας τους ρωμαϊκούς τους χιτώνες εκεί, μέσα στη λάσπη, ποδοπατημένους από τα άλογα τους. Ούτε αυτοί θα τους χρειάζονταν πλέον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγες ώρες αργότερα έφτασαν στο γερμανικό στρατόπεδο, "στρατόπεδο" τρόπος του λέγειν, καθώς έμοιαζε περισσότερο με έναν καταυλισμό αποτελούμενο από πολλές σκηνές μέσα σε ένα σκοτεινό δάσος, τόσο σκοτεινό που είχε αναγκάσει τους στρατιώτες να ανάψουν φωτιές κοντά στις σκηνές τους για να βλέπουν γύρω τους, ενώ έξω από το δάσος ήταν ακόμα μέρα, μόλις μεσημέρι. Ένας νεαρός ανιχνευτής οδήγησε τον Αρμίνιο στην σκηνή του πατέρα του, του Σιγίμερου, που του είχε αναθέσει να συγκεντρώσει όλο το στρατό στο σημείο εκείνο. Μαζί του ήταν ο Ουλφ και ο Καράτακος, καθισμένοι μπροστά σε ένα μακρόστενο τραπέζι, με ένα πρόχειρο χάρτη απλωμένο πάνω του, μια μεγάλη κανάτα που μάλλον περιείχε κρασί, τρία ποτήρια, και μια ξύλινη πιατέλα γεμάτη με ψητό κρέας που άχνιζε ακόμα – βοδινό, αναγνώρισε η μύτη του Αρμίνιου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πατέρα.»&lt;br /&gt;«Ήρθες τελικά. Για κάποιο λόγο αναρωτιόμουν μήπως πήγε κάτι στραβά. Σε περίμενα από χτες το βράδυ.»&lt;br /&gt;«…Θα έφευγα χτες βράδυ, αλλά ένας καλός πληροφοριοδότης μου στο στρατόπεδο μου είπε για μια κουβέντα του Βάρου με τον Σεγέστη, που κρυφάκουσε. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Σεγέστης ήξερε για εμένα και τη σχέση μου με τις εξεγέρσεις στα βόρεια. Του είπε να με προσέχει.»&lt;br /&gt;«Σε κατονόμασε;»&lt;br /&gt;«Ναι.» Ο Αρμίνιος εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε πως ήταν πραγματικά τυχερός που ο Βάρος δεν πίστεψε τον Σεγέστη, αλλιώς τώρα θα ήταν φυλακισμένος ή και νεκρός και οι Ρωμαίοι είτε θα πήγαιναν εκεί πανέτοιμοι, είτε θα κατευθύνονταν αμέσως προς τον Ρήνο για να διαχειμάσουν. «Είναι έτοιμος ο στρατός;»&lt;br /&gt;«Ναι. Σε μια ώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε.»&lt;br /&gt;«Να ξεκινήσουμε σε μισή. Μου πήρε μόνο 6 ώρες να έρθω εδώ, άρα έχουμε ένα προβάδισμα τουλάχιστον 5 ωρών, με την ταχύτητα που κινούνται οι Ρωμαίοι. Μέχρι να φτάσουμε στο σημείο της ενέδρας θα…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Και πως ξέρουμε ότι δεν είναι παγίδα;» πετάχτηκε ο Καράτακος, έχοντας σηκωθεί όρθιος.&lt;br /&gt;Ο Αρμίνιος τον κοίταξε παραξενεμένος. Στα δασιά, πυρόξανθα γένια του, μικρά κομματάκια κρέατος είχαν απομείνει, ενώ και τα χείλη του είχαν πάρει μια αμυδρή υποψία κοκκινωπού χρώματος, μάλλον ενθύμια κάποιας προσφιλούς του δραστηριότητας προ λίγων λεπτών.&lt;br /&gt;«Δεν ήρθες χτες, την ώρα που είχες πει να σε περιμένουμε, ανέφερες κάτι για προδοσία, και τώρα θέλεις να βιαστούμε… Μήπως προδίδεις και εσύ, εμάς, και θέλεις να προλάβεις τον Σεγέστη, οδηγώντας μας κατ’ ευθείαν πάνω στα δυνατότερα ρωμαϊκά τμήματα της εμπροσθοφυλακής; Είχες πει ότι η μάχη θα είναι μάχη φθοράς, μήπως άλλαξες γνώμη και για αυτό;»&lt;br /&gt;Ο Αρμίνιος χαμογέλασε φιλικά, προσπαθώντας να κρύψει την εύθυμη νότα στο χαμόγελο του. Έμοιαζε να ήταν πολύ εξελιγμένος τρόπος σκέψης για τον Καράτακο, που τη στιγμή που όλοι οι λαβύρινθοι σκέψεων έπαιρναν υπόσταση μέσα στο μυαλό του, προτιμούσε απλά να χτυπά τα πάντα και τους πάντες με το τσεκούρι του και να αδιαφορεί…&lt;br /&gt;«Να ξέρεις Αρμίνιε, πως αν προσπαθήσεις να παίξεις οποιοδήποτε παιχνίδι μαζί μας, θα το πληρώσεις. Ήσουν Ρωμαίος τόσα χρόνια, ξαφνικά γίνεσαι Γερμανός αλλά συνεχίζεις να έχεις ρωμαϊκούς τρόπους, αν αποδειχτεί πως είσαι ακόμα Ρωμαίος και στο πεδίο της μάχης, θα σε σκοτώσω!» συνέχισε ο Καράτακος, και χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι, σαν να ήθελε να σφραγίσει τον μόλις ρηθέντα λόγο του, με την δύναμη των χεριών του.&lt;br /&gt;Ο Αρμίνιος συνέχισε να χαμογελά. &lt;em&gt;Είναι μεθυσμένος&lt;/em&gt;, σκέφτηκε. «Φίλε μου, το να χτυπάς το χέρι σου στο τραπέζι είναι &lt;strong&gt;γερμανική&lt;/strong&gt; συνήθεια. Οι Ρωμαίοι ό,τι κάνουν, το κάνουν αθόρυβα, αλλά &lt;strong&gt;το κάνουν &lt;/strong&gt;– και πετυχαίνουν. Ίσως καταλάβαινες τι εννοώ, αν τους έβλεπες από κοντά.», του είπε φωναχτά. Γύρισε στον πατέρα του. «Δώσε διαταγή σε μισή ώρα να είμαστε έτοιμοι να φύγουμε. Και πες τους να μην πάρουν σκηνές μαζί τους, άσε τους Ρωμαίους να ταξιδεύουν με τα σπίτια τους στην πλάτη τους, και αυτό είναι ρωμαϊκή συνήθεια... Και εξάλλου, &lt;strong&gt;εμείς είμαστε στο σπίτι μας&lt;/strong&gt;.» Έκανε μερικά βήματα προς την έξοδο, και ξαναγύρισε στον Καράτακο, που τον κοίταζε ακόμα, συνοφρυωμένος. «Καθάρισε τα μούτρα σου, είσαι λερωμένος. Και να εύχεσαι που βιαζόμαστε, αλλιώς αυτή τη στιγμή θα είχες ένα δεύτερο κοκκινωπό χαμόγελο, στον λαιμό σου, για αυτά που μόλις είπες. Αυτό &lt;strong&gt;είναι&lt;/strong&gt; ρωμαϊκή συνήθεια.» του είπε χαμογελώντας ψυχρά, και βγήκε έξω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZ_j7VQ-I/AAAAAAAAAtE/26Lq_bSimH0/s1600-h/07.gif"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 214px;" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZ_j7VQ-I/AAAAAAAAAtE/26Lq_bSimH0/s320/07.gif" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5346505024897106914" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;em&gt;Η είδηση της επίθεσης ήρθε σε εμάς περίπου δέκα ή δεκαπέντε λεπτά, αφότου ξεκίνησε η μάχη, τόσο πήρε στον αγγελιοφόρο να τρέξει με το άλογο του στη μέση της παράταξης όπου βρισκόμασταν, λίγο πιο μπροστά από τον Βάρο. Καταλάβαμε τι συνέβαινε, όταν ιδρωμένος, με τον φόβο και την αγωνία στο πρόσωπο του, φώναξε τον Κάιο με τον τίτλο του και του έδειξε προς τα πίσω, συνεχίζοντας την ξέφρενη πορεία του. Αυτός μας είπε να συνεχίσουμε την πορεία μας, έτοιμοι να αλλάξουμε από σχηματισμό εκστρατείας σε σχηματισμό μάχης ανά πάσα στιγμή, και έτρεξε, όσο γρήγορα η πανοπλία του του επέτρεπε, προς τα πίσω, για να πάρει οδηγίες. Πέντε λεπτά αφότου είχε φύγει, ακούστηκαν οι πρώτες γερμανικές κραυγές που επιχειρούσαν να μας τρομάξουν, μετά τα πρώτα σφυρίγματα από τα βέλη, και λίγο μετά οι πρώτες κραυγές πόνου – οι άντρες του contubernium μου και μερικών άλλων τρέξαμε κοντά ο ένας στον άλλο, φτιάξαμε έναν κύκλο, υψώσαμε τις ασπίδες μας ψηλά και χωθήκαμε από κάτω. Ο Κάιος με τους άλλους δύο εκατόνταρχους δεν είχαν επιστρέψει ακόμα, έτσι μερικοί κατώτεροι αξιωματικοί, τρομαγμένοι, αγχωμένοι, άρχισαν να φωνάζουν στους τοξότες μας να βγουν και να αρχίσουν να ρίχνουν με τη σειρά τους στους Γερμανούς, αλλά ήταν άδικος κόπος. Όποιος τοξότης προσπάθησε να βγει στο ανοιχτό πεδίο, έχασε τη ζωή του προτού καν αγγίξει ένα βέλος από τη φαρέτρα του. Δύο λεπτά μετά ακούστηκε ποδοβολητό αλόγων – δύο μονάδες ιππικού μας επέστρεφαν από λίγο πιο μπροστά, όπου δεν γνωρίζαμε τι συνέβαινε. Μόλις μας είδαν καθηλωμένους και προστατευμένους χωρίστηκαν στα δύο και έτρεξαν να επιτεθούν στους τοξότες, που χάθηκαν μέσα στα δέντρα, στα σπίτια τους. Ένας αξιωματικός των ιππέων ήρθε μπροστά μου και με ρώτησε γαυγίζοντας που ήταν ο διοικητής μου. Μόλις του απάντησα ότι είχε πάει για διαταγές πιο πίσω, άρχισε να βρίζει την ίδια του τη μάνα, ενώ ο Τίτος που στεκόταν δίπλα μου τον ρώτησε τι να κάνουμε… «Τι νομίζεις πως κάνει ένας Ρωμαίος στρατιώτης ρε; Πολεμάει! Πολεμήστε ρε γαμημένοι! Πολεμήστε! Χαααρκ!», έπειτα γεμάτος οργή κλότσησε με τις φτέρνες του το άλογο του στα πλευρά και έτρεξε στα δέντρα, εκεί όπου μερικοί άλλοι ιππείς είχαν παγιδέψει μια χούφτα τοξότες και προσπαθούσαν να τους σκοτώσουν. Οι γηραιότεροι δίπλα μας, μας είπαν να αρχίσουμε να πετάμε ό,τι δεν θα μας χρειαζόταν σε σύντομο χρόνο, και μόλις που ήμασταν να το κάνουμε, όταν εμφανίστηκε ο Κάιος, έχοντας πετάξει όλη του την οικοσκευή, με ασπίδα και γυμνό σπαθί στο χέρι…&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;«Έχουμε πρόβλημα, επιτίθενται και πιο πίσω και μάλλον από τύχη ή από λάθος δικό τους δεν μας έχουν επιτεθεί και από αριστερά ακόμα… Πετάξτε τα πάντα, κρατήστε μόνο τα όπλα σας. Οι διαταγές μας είναι να υποχωρήσουμε προς τον Ρήνο. Σπρώξτε τους δυτικά!»&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Λίγο μετά, μας προσπέρασαν τέσσερις αγγελιοφόροι, που κατευθύνονταν στην εμπροσθοφυλακή, για να παραδώσουν τις διαταγές που είχαμε μόλις ακούσει. Τα αγωνιώδη πρόσωπα τους, μαζί με τα αφρισμένα στόματα των αλόγων τους, ήταν μόνο η εξωτερική πλευρά των συναισθημάτων τους, εκείνη τη στιγμή – η εσωτερική, πήγαινα στοίχημα τον μισθό ενός χρόνου, πως αν έπαιρνε υλική μορφή, θα ήταν ένα θέαμα που δεν θα ξεχνούσα ποτέ στη ζωή μου. Προχωρήσαμε δυτικά, διασχίζοντας το ατέλειωτο δάσος, χαράσσοντας τον δρόμο μας μέσα από ανθρώπινη σάρκα, ατσάλι και αίμα.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKaA8mvaDI/AAAAAAAAAtM/gUk0wBzxdmY/s1600-h/08.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 229px; height: 320px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKaA8mvaDI/AAAAAAAAAtM/gUk0wBzxdmY/s320/08.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5346505048701495346" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;em&gt;Το ίδιο βράδυ είχαμε καταφέρει να προχωρήσουμε μόνο μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα από το σημείο που μας επιτέθηκαν – οι Γερμανοί μας έσπρωχναν μόνο μέχρις ότου τσιμπήσουμε το δόλωμα τους και γυρίσουμε να τους κυνηγήσουμε, έπειτα μας τραβούσαν αριστοτεχνικά μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες μέτρα πίσω, προς το σημείο από όπου ερχόμασταν. Στο πρόχειρο στρατόπεδο οι μόνες σκηνές που είχαν στηθεί ήταν για τους τραυματίες, και αυτοί ήταν πολλοί. Διάσπαρτες μονάδες και από τις τρεις λεγεώνες είχαν μαζευτεί γύρω από ένα μεγαλούτσικο ξέφωτο, καταλαμβάνοντας χώρο και από το γύρω δάσος, αν και τα λάβαρα μόνο δύο λεγεώνων ήταν στην γύρω περιοχή. Δεν μπορούσα να μη σκέφτομαι τι απέγινε στην &lt;em&gt;Legio XVII&lt;/em&gt; που ήταν στην εμπροσθοφυλακή, αν και μερικοί στρατιώτες της υπήρχαν ανάμεσα μας. Το μοναδικό μου τραύμα ήταν γρατσουνιές από κάποιες άτσαλες πτώσεις μου και τις τριβές της πανοπλίας στο σώμα μου, αλλά ήμουν καλά. Το ίδιο και ο Λεύκιος, το ίδιο και ο Τίτος. Ο Χέμερικ, δεύτερης γενιάς εκρωμαϊσμένος Γαλάτης, ο πρώτος της οικογένειας του που υπηρετούσε στον Ρωμαϊκό στρατό, ένας από τους γηραιότερους του contubernium μου, είχε εξαφανιστεί μετά από μια από τις αντεπιθέσεις μας στη Γερμανική γραμμή δέρματος και ατσαλιού που μας πίεζε δυτικά. Δεν είχα ιδέα τι θα είχε απογίνει η Γαλάτισσα και τα πιτσιρίκια του, που ακολουθούσαν το στράτευμα, ακόμα πιο πίσω… Πέρα από αυτόν, και τον Λέντουλο που είχε χάσει το μισό αυτί του όταν ένας πέλεκυς έσκισε το κράνος του οριζόντια, οι υπόλοιποι ήμασταν εντάξει. Αυτό δεν σήμαινε τίποτα όμως. Θα μπορούσαμε πολύ άνετα να πάθουμε κάτι. Πάμπολλοι νεώτεροι σύντροφοι μας έκλαιγαν σαν μικρά παιδιά ή ούρλιαζαν από πόνο, νοιώθοντας το πυρωμένο ατσάλι πάνω τους, θυμίζοντας το μας, ενώ η νύχτα ήταν μεγάλη, και σκοτεινή.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Τους σποραδικούς ψίθυρους για λιποταξία, διέκοψαν οι πρώτες αναταραχές, λίγες ώρες μετά. Είχαν έρθει φορώντας μαύρα δερμάτινα παντελόνια, και έχοντας βάψει κατάμαυρα τα πρόσωπα τους, περνώντας μέσα από τα μικρά αλλά υπαρκτά κενά του προστατευτικού μας δακτυλίου. Αθόρυβοι σαν σκιές. Οι πρώτες ρωμαϊκές κραυγές πόνου από μακριά μας ειδοποίησαν, ετοιμαστήκαμε όσο πιο σύντομα μπορούσαμε, και τρέξαμε στο σημείο της αναταραχής. Ένας εκατόνταρχος διέταξε μερικούς τοξότες που κρατούσαν φλεγόμενα βέλη, να ρίξουν στα σκοτάδια. Πιο δίπλα ένας σκλάβος του στρατοπέδου και ένας λεγεωνάριος έσκιζαν στα γρήγορα μερικούς χιτώνες σε λωρίδες, για να τις χρησιμοποιούν οι τοξότες ως προσάναμμα. Μερικές φλεγόμενες γλώσσες τινάχτηκαν προς τα δέντρα – άλλα πήραν φωτιά, άλλα όχι. Όμως πλέον φαινόταν καθαρά τι συνέβαινε. Ο Κάιος μας διέταξε να τρέξουμε στο αριστερό μέτωπο για να αποφευχθεί υπερκέραση και υπακούσαμε – επί πέντε, δέκα, είκοσι, τριάντα λεπτά, δεν κατάφερα να μετρήσω, κρατούσαμε γερά, αν και χάσαμε και τον Λέντουλο. Η προσταγή &lt;em&gt;Recedite!!! Recediteeeeee!!!!&lt;/em&gt; στην αρχή ήρθε σαν ένας μεγάλος αναστεναγμός ανακούφισης, για να μετατραπεί μετά από δύο δευτερόλεπτα σε κραυγή τρόμου, καθώς ο εχθρός μας είχε υπερκεράσει. Ο Κάιος μας διέταξε και αυτός να υποχωρήσουμε και με έπιασε από τον ώμο, τραβώντας με πίσω, βρίζοντας με, κλωτσώντας με, και εμένα, και τον επόμενο, και τον επόμενο.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKaBWrOHeI/AAAAAAAAAtU/q38lpgJ5LHI/s1600-h/09.gif"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 242px;" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKaBWrOHeI/AAAAAAAAAtU/q38lpgJ5LHI/s320/09.gif" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5346505055699607010" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;em&gt;Μπήκαμε στο δάσος, τρέχαμε για λεπτά, ώρες, ώσπου βρεθήκαμε σε ένα μικρό θύλακα αντίστασης, περίπου 40 ή 50 λεγεωνάριων διαφόρων ηλικιών. Καθίσαμε πίσω τους να ξεκουραστούμε, ενώ γύρω μας άλλοι έπεφταν αποκαμωμένοι ή συνέχιζαν να τρέχουν. Πιο μακριά έβλεπα αμυδρά τις αντανακλάσεις των πυρσών πάνω στις πανοπλίες μερικών άλλων λεγεωνάριων που είχαν σχηματίσει και αυτοί το δικό τους θύλακα, παρατεταγμένων σε θέσεις μάχης, αλλά δεν θα μας έβλεπαν και δεν θα μας άκουγαν. Δίπλα μου ο Λεύκιος, με το χέρι του πνιγμένο στα αίματα από μια πληγή κοντά στην κλείδωση του μπράτσου του, με κοιτούσε έχοντας μια γκριμάτσα πόνου στο πρόσωπο του. «Δεν θα βγούμε ζωντανοί από εδώ…» μου είπε παραπονεμένα. Συμφώνησα. Σηκώθηκα άτσαλα και προσέγγισα τον Κάιο που μιλούσε με τον aquilifer της Legio XVIII που εντελώς τυχαία μετά το κυνηγητό είχε καταλήξει εκεί που ήμασταν εμείς.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;«Κύριε.»&lt;br /&gt;Ο Κάιος με κοίταξε, γεμάτος αγωνία.&lt;br /&gt;«Δεν θα τα καταφέρουμε…»&lt;br /&gt;«Το ξέρω.» Γύρισε στον αετοφόρο. «Θα έρθεις;»&lt;br /&gt;«Ναι… Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, πρέπει να τον προστατέψω, και δεν μπορούμε να αμυνθούμε εδώ που είμαστε.»&lt;br /&gt;«Φίλοι, αδέρφια!» φώναξε ο Κάιος στους μαζεμένους λεγεωνάριους που κοιτούσαν προς το στρατόπεδο από όπου είχαμε όλοι δραπετεύσει νωρίτερα. «Προτείνω να υποχωρήσουμε, για να σωθούμε. Εδώ δεν θα καταφέρουμε τίποτα και δεν έχουμε και διαταγές από κανέναν. Θα πολεμήσουμε άλλη φορά.»&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Κάποιοι γηραιότεροι λεγεωνάριοι άρχισαν να τον βρίζουν, αλλά αυτός τους ανταπάντησε με το σοβαρότερο επιχείρημα εκείνη τη στιγμή. «Δεν έχουμε ελπίδα αντίστασης μέσα στο δάσος. Και έτσι όπως είμαστε αυτή τη στιγμή, δεν έχουμε ελπίδα &lt;strong&gt;γενικά&lt;/strong&gt;.»&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Κάποιοι λεγεωνάριοι μας ακολούθησαν, κάποιοι άλλοι όχι. Έμειναν εκεί. Τρέχαμε, περπατούσαμε, προχωρούσαμε. Περάσαμε αποκαμωμένους λεγεωνάριους που είχαν ξοδέψει και την τελευταία ικμάδα ενέργειας τους και είχαν ξαπλώσει ασθμαίνοντας στο έδαφος, άλλους που είχαν αυτοκτονήσει με τα ξίφη τους, μια άλλη ομάδα περίπου δεκαπέντε ατόμων που προσπαθούσε να στήσει ενέδρα στους επερχόμενους Γερμανούς. Δεν μας άκουσαν όταν τους είπαμε να φύγουν.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Δεν ξέρω αν ήταν δικές τους οι κραυγές που ακούσαμε πίσω μας, κάμποση ώρα μετά.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ώρες αργότερα, και ενώ είχε αρχίζει να φωτίζει ελαφρά, είχαμε καθίσει κάτω από μερικά δέντρα, περίπου εικοσιπέντε λεγεωνάριοι, προσπαθώντας να πάρουμε λίγο ύπνο, να φάμε το τελευταίο ξεροκόμματο και τη γαλέτα που μας είχε απομείνει, να ξεκουράσουμε λίγο τα πόδια μας. Ο Κάιος είχε στείλει τον Τίτο, σαν πιο ξεκούραστο, νεαρότερο και γρηγορότερο, περίπου εκατό μέτρα πιο πίσω, για να μας ενημερώσει σε περίπτωση που έβλεπε Γερμανούς να μας ακολουθούν. Τον Τίτο δεν τον ξαναείδα από τότε… Μόνο την πλάτη του θυμάμαι, να απομακρύνεται. Κάποια στιγμή ακούστηκε ένα περίεργο σύρσιμο πίσω από ένα δέντρο και ο aquilifer της Legio XVIII, που καθόταν μπροστά από το δέντρο, έσκυψε προσεκτικά να δει τι ή ποιος ήταν. Ένα μεγάλο τσεκούρι του έκοψε το κεφάλι, ενώ από το λαιμό του πρόλαβε να ακουστεί μόνο ένας απόκοσμος αναστεναγμός, και μετά κύλησε ένας μικρός πίδακας αίματος. Τη στιγμή που το άψυχο σώμα του ξάπλωνε κάτω, ξεπρόβαλλε πίσω από το δέντρο ένας θηριώδης Γερμανός με ένα χαζό χαμόγελο. «Το διασκεδάζουν;» σκέφτηκα, προτού μου ορμήσει… Η μάζα του σώματος του με παρέσυρε και με καταπλάκωσε – τα αβυσσαλέα μάτια του ήθελαν να με ξεσκίσουν, ενώ η αναπνοή που έβγαινε από το ξεδοντιασμένο στόμα του, βρώμαγε κρασί. Από τον ήχο της μάχης γύρω μας κατάλαβα πως είχε φέρει και παρέα, αλλά δέκα δευτερόλεπτα μετά ένοιωσα την λαβή του πάνω μου να ελαφρώνει και τα μάτια του άρχισαν να ξεμακραίνουν, ράθυμα, στραγγισμένα από ζωή. Ο Κάιος τράβηξε το pilum από την πλάτη του και τον έσπρωξε από πάνω μου. Γύρω μας υπήρχαν άλλοι δύο λεγεωνάριοι και τρεις Γερμανοί νεκροί. Οι υπόλοιποι ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKaBzCA2JI/AAAAAAAAAtc/OFZ9MwbGuAQ/s1600-h/10.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 178px; height: 267px;" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKaBzCA2JI/AAAAAAAAAtc/OFZ9MwbGuAQ/s320/10.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5346505063311399058" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;em&gt;Ο Λεύκιος με βοήθησε να σηκωθώ ενώ ο Κάιος μου έδειξε το genius, δίπλα από το άψυχο σώμα του αετοφόρου, λεκιασμένο από το αίμα αυτού, από το αίμα της Ρώμης. «Πιάσε τον αετό, κρύψε τον στο δισάκι σου, και συνεχίζουμε.» Έσκυψα κοντά, τον ξεκάρφωσα από το κοντάρι του, και τον έχωσα στην τσάντα που έτρεχε διαγώνια στο σώμα μου. Ήταν βαρύς, θα με ενοχλούσε στο τρέξιμο, αλλά δεν μπορούσα να τον αφήσω εκεί, με τίποτα…&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Σήμερα το πρωί συναντηθήκαμε με μερικούς ακόμα επιζώντες και προχωρώντας περισσότερο, βρεθήκαμε σε έναν βάλτο. Εκεί βρήκαμε ένα μεγάλο κομμάτι του στρατού να έχει σταματήσει και τους ανώτερους εκατόνταρχους με τους legati να τσακώνονται σχετικά με το τι δρόμο να ακολουθήσουμε - κανείς δεν ήξερε που ήταν ο Βάρος ή ποιες ήταν οι τελευταίες διαταγές που είχε δώσει. Ο Κάιος μου είπε να μη βγάλω σε κοινή θέα τον αετό διότι μόνο άγχος θα προκαλούσε σε όλους, και δεν θα με βοηθούσε κανείς να τον μεταφέρω και ίσως να είχε δίκιο. Απλά τον φύλαξα. Δεν ξέρω τι θα απογίνουμε, μάλλον θα ξεκινήσουμε σε λίγη ώρα. Μακάρι να βγούμε ζωντανοί, αν και δεν ξέρω ακόμα τι δρόμο θα πάρουμε… Το όνομα μου είναι Σέβερος, είμαι λεγεωνάριος της Legio XVIII και αυτή τη στιγμή έχω το πολεμικό της πνεύμα, τον αετό της, μέσα στο δισάκι μου, ενώ είμαστε περικυκλωμένοι από Γερμανούς, στη μέση του πουθενά… Τα φύλλα της περγαμηνής τα βρήκα επίσης μέσα στο δισάκι μου, ενώ το μελάνι και το φτερό τα αγόρασα σήμερα το πρωί από έναν μαυραγορίτη εδώ στον βάλτο, έναντι μισθού δύο μηνών – όταν τον ρώτησα τι είχε σκοπό να κάνει με τα σηστέρσια, μου χαμογέλασε και μου είπε να ανησυχώ για το φτερό και το μελάνι μου… Με προβλημάτισε. Ίσως και να είχε δίκιο.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKafL1UFdI/AAAAAAAAAtk/LqSipgCvD6I/s1600-h/11.gif"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 213px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKafL1UFdI/AAAAAAAAAtk/LqSipgCvD6I/s320/11.gif" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5346505568185226706" /&gt;&lt;/a&gt;Ο Αρμίνιος τύλιξε ξανά όλα τα φύλλα μαζί… Το σώμα πάνω στο οποίο τα είχε βρει, είχε μείνει ακέφαλο. Κοίταξε γύρω του. Τόσα κεφάλια καρφωμένα με σιδερένια καρφιά πάνω στα δέντρα, σε μικρά παλούκια καρφωμένα στη γη, αφημένα σε σωρούς στη μέση του ξέφωτου… Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε… Το τμήμα του Σέβερου είχε κάνει τον κύκλο της λίμνης και είχε συνεχίσει την πορεία του, μέχρις ότου έπεσε σε ενέδρα μερικά χιλιόμετρα βαθύτερα στο δάσος. Έβγαλε με δυσκολία το βαρύ δισάκι από το πτώμα και το πέρασε πάνω στον ώμο του, ενώ έριξε μέσα άτσαλα και τα φύλλα της περγαμηνής. Περπατώντας προς τα εκεί που ο Καράτακος με τον πατέρα του στέκονταν και θαύμαζαν το έργο τους, είδε μερικούς άντρες του να περιφέρονται με κομμένα ρωμαϊκά κεφάλια και να τα φιλάνε, να τα δένουν στις ζώνες τους, να τα πετάνε μακριά. &lt;em&gt;Έχουν δίκιο οι Ρωμαίοι που μας λένε βάρβαρους&lt;/em&gt;, σκέφτηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Νικήσαμε!» είπε ο Καράτακος χαρούμενος, και λίγο πιωμένος.&lt;br /&gt;«Τι θα κάνουμε τώρα, γιε μου;» ρώτησε ήρεμα, αλλά και με την αγωνία της επόμενης μέρας ο Σιγίμερος.&lt;br /&gt;«Θα ενωθούμε πατέρα. Θα πιέσουμε και τους υπόλοιπους εδώ γύρω να μας ακολουθήσουν και θα θέσουμε την περιοχή ανατολικά του Ρήνου υπό τον έλεγχο μας.»&lt;br /&gt;«Θα τα καταφέρουμε;»&lt;br /&gt;«Η λευτεριά δεν αγοράζεται φτηνά πατέρα. Κάτι έμαθα τόσα χρόνια.»&lt;br /&gt;«Ναι…» Αυτός έσκυψε το κεφάλι. «Έλα στη σκηνή μου αργότερα. Έχουμε πολλά να πούμε.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKagbQi8mI/AAAAAAAAAts/xnx_pS7QiRQ/s1600-h/12.gif"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 187px;" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKagbQi8mI/AAAAAAAAAts/xnx_pS7QiRQ/s320/12.gif" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5346505589505847906" /&gt;&lt;/a&gt;Όταν ο Αρμίνιος έμεινε μόνος του, περπάτησε προς τον σωρό των κομμένων κεφαλιών και έκατσε στις φτέρνες του, έκοψε ένα λεπτό φύλλο κάποιου χόρτου με κοκκινωπό χρώμα, και άρχισε να το στρίβει αμήχανα. Κοιτούσε ένα ματωμένο πρόσωπο κατάματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα τους ενώσω. Οι Ρωμαίοι έρχονται πίσω μέχρις ότου νικήσουν ή μέχρις ότου δεν μπορούν πλέον να ξαναέρθουν. Θα τους ενώσω.» Αναστέναξε. «&lt;strong&gt;Και θα αντισταθούμε&lt;/strong&gt;.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέταξε θυμωμένος το φύλλο στο πρόσωπο που κοιτούσε, και σηκώθηκε. «&lt;strong&gt;Κάψτε τους&lt;/strong&gt;. Κάψτε τους, &lt;strong&gt;διότι θα ξανάρθουν&lt;/strong&gt;.» διέταξε έναν στρατιώτη που ήταν εκεί δίπλα, εκείνος ένευσε, και ο Αρμίνιος συνέχισε τον δρόμο του προς τη σκηνή του πατέρα του.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-8425879032026626277?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/8425879032026626277/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=8425879032026626277' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/8425879032026626277'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/8425879032026626277'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2009/06/blog-post_12.html' title='Ματωμένος αετός'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SjKZLy1ZzHI/AAAAAAAAAsU/VdU50cWYwMY/s72-c/01.gif' height='72' width='72'/><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-4459959263213168531</id><published>2009-06-04T18:53:00.015+03:00</published><updated>2009-06-09T09:42:18.020+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Λεωφορείο</title><content type='html'>&lt;div align="left"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SifvZ69ea4I/AAAAAAAAArQ/448Vh5TmtF4/s1600-h/01.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 299px; DISPLAY: block; HEIGHT: 320px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5343502711501253506" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SifvZ69ea4I/AAAAAAAAArQ/448Vh5TmtF4/s320/01.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Χτες το πρωί ο πρώτος άνθρωπος που με καλημέρισε ήταν ένας Αλβανός. Τα κουδούνια χτύπαγαν σαν τρελά από τις 7, ενώ χουζούρευα άκουγα έναν ακαθόριστο θόρυβο, αλλά μόνο όταν άνοιξα την πόρτα μου, φώναξα «μάναααα» και είδα αυτόν να με κοιτάει, θυμήθηκα. «Καλημέρα.» «’μέρα και σε σένα» του είπα νυσταγμένος και μπήκα στο μπάνιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα με καλημέρισε Έλληνας. Με μια κοιλιά από την πόρτα του δωματίου μου έως την πόρτα του μπάνιου. Αλλά σήμερα δεν άνοιξα αμέσως την πόρτα μου, άνοιξα πρώτα την πόρτα του μπαλκονιού, κοίταξα για λίγο το Παναχαϊκό, και πήρα μερικές ανάσες. Μουντός καιρός, γκρίζος ουρανός, λίγο μετά τις 7, ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα. Χτες έπιασε μια τρελή βροχή κατά το απόγευμα, αλλά σήμερα μέχρι τώρα έχει πολύ καλό καιρό, ήλιο, και υποφερτή έως καθόλου ζέστη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έπιασα το cd player, έβγαλα ένα φτιαχτό μου cd-r από μέσα και έψαξα μια στιγμή να βρω ένα παλιό cd, στη δισκοθήκη μου. &lt;em&gt;Taken By Force&lt;/em&gt;, των Scorpions. Τέτοια εποχή το είχα αγοράσει… Το 2001; Κάπου εκεί, τον Απρίλη εκείνης της χρονιάς ξεκίνησε η επαφή μου με τη μουσική μου, με το &lt;em&gt;Moment Of Glory&lt;/em&gt;. Τις τελευταίες μέρες, και ενώ είχα να ακούσω το δίσκο για χρόνια, μου έρχονταν στο μυαλό riffs, στίχοι και μελωδίες από κάποια τραγούδια του. Έβαλα το &lt;em&gt;We’ll Burn The Sky &lt;/em&gt;μέχρι το δεύτερο ρεφραίν και μετά έβγαλα εντελώς το δίσκο. Στη δεξιά πλευρά της δισκοθήκης μου, την λιγότερη φωτεινή, έχω μαζέψει δίσκους που χαίρομαι να ακούω. Έβγαλα δύο από Graveland, έναν Manes, έναν Watain, τον τελευταίο από Lutomysl, είδα και το &lt;em&gt;Atlantean Monument&lt;/em&gt;, το &lt;em&gt;Written In Waters&lt;/em&gt;, το &lt;em&gt;By Honour&lt;/em&gt;, το &lt;em&gt;Untold&lt;/em&gt;, το &lt;em&gt;Opferblut&lt;/em&gt;, για καμιά ώρα ταξίδευα ολομόναχος, μέσα στο ημίφως. Τελευταίο που άκουσα, ήταν το &lt;em&gt;The Thin Line Between Love And Hate&lt;/em&gt;, από το &lt;em&gt;Brave New World&lt;/em&gt;. Έπειτα έκλεισα το cd player, έστειλα ένα μήνυμα στην ωραία κοιμωμένη, και πήρα εσώρουχα για να μπω στο μπάνιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;I will hope, my soul will fly…&lt;br /&gt;So I will live forever…&lt;br /&gt;Heart will die, my soul will fly…&lt;br /&gt;And I will live forever…&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βγήκα από το μπάνιο φορώντας τα ίδια ρούχα με πριν, ένα μαύρο σορτσάκι και μια μαύρη κοντομάνικη μπλούζα που πίσω έχει το όνομα μου και κάτι στίχους των Falkenbach, στέγνωσα τα μαλλιά μου και πήγα στην κουζίνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ξύπνησες Γιώργο μου;», μου είπε η μητέρα μου.&lt;br /&gt;«Ναι… Τη γκρι μπλούζα μου ψάχνω, έχει στεγνώσει;»&lt;br /&gt;«Θα κατέβεις κάτω; Έχει στεγνώσει, αλλά είναι απλωμένη, κάτσε λίγο να τη σιδερώσω… Δε μου είπες, σ’ αρέσει πως το φτιάχνω το σπίτι μου;»&lt;br /&gt;«Ωραίο είναι.» Εδώ και δύο μέρες έχει βάλει έναν παλιό γνωστό με το συνεργείο του να βάψουν το μισό σπίτι. Ένα απαλό κίτρινο χρώμα, και ένα σομών, σωμόν, δεν ξέρω πως γράφεται, ένα σκούρο κοκκινωπό χρώμα τέλος πάντων, για τους βόρειους τοίχους του σπιτιού. Δεν είναι άσχημο, αλλά δεν με στέλνει κιόλας, θα δω πως θα φαίνεται από το απόγευμα και μετά. Κάνα τριήμερο του επόμενου μήνα προβλέπεται κολασμένο, καθώς θα τους βάλει να βάψουν το υπόλοιπο σπίτι, και τα δωμάτια μας (έχει διαλέξει ένα γκρι χρώμα και κάποιες αποχρώσεις του για το δικό μου) συμπεριλαμβανόμενα, και θα γίνει ένας ψιλοχαμός… Είχε να το βάψει 14 χρόνια βέβαια, οπότε δικαιολογείται. Θυμάμαι αμυδρά πως τότε, με την ευκαιρία του βαψίματος, η μητέρα μου είχε πετάξει στα σκουπίδια μια αφίσα που είχα κρεμάσει σε έναν τοίχο του δωματίου, και που έδειχνε τον Ρόμποκοπ να βγαίνει μέσα από τις φλόγες. Την έψαχνα για πολύ καιρό μετά, ακόμα και στην αποθήκη του υπογείου, μέχρις ότου το πάρω απόφαση πως την έχασα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έμεινα να κοιτάζω για κάνα δυο λεπτά τον μάστορα, όταν ξαναήρθε στην κουζίνα. «Έτοιμος.» Η μπλούζα καθόταν στο κρεβάτι μου. Ντύθηκα, πήρα τα πράγματα μου, και ξαναπήγα στη μάνα μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Φεύγω.»&lt;br /&gt;«Στο καλό. Να περάσεις από το μαγαζί μετά, και κάτσε λίγο, να έρθει εδώ ο πατέρας σου να με βοηθήσει, εντάξει;»&lt;br /&gt;Πήγα να της πω «Ο μικρός δεν μπορεί να σε βοηθήσει;» αλλά θυμήθηκα πως είχε ήδη φύγει για το σχολείο. Έδινε βυζαντινή μουσική σήμερα, είπε πως έγραψε για 17,5.&lt;br /&gt;«Εντάξει, θα κάτσω. Έφυγα.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο δρόμος μέχρι το μαγαζί ήταν σιωπηλός, δεν συνάντησα κανέναν. Μπήκα μέσα λέγοντας ένα φευγαλέο «γεια» στον πατέρα μου, μόνο για να με καλημερίσει με σφυρίγματα, σαν να καλούσε ένα γίδι κοντά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εεεεεε, χωριό!»&lt;br /&gt;Του χαμογέλασα και του είπα καλημέρα. Δεν είχα όρεξη να τον πειράξω εκείνη τη στιγμή.&lt;br /&gt;«Έτσι, καλημέρα λένε οι άνθρωποι.»&lt;br /&gt;«Εισιτήρια θέλω.»&lt;br /&gt;«Πάρε. Που πας; Μέσα;»&lt;br /&gt;«Ναι, έχω μια δουλειά που ξέχασα να κάνω προχτές.»&lt;br /&gt;«Πας να πληρώσεις κάνα λογαριασμό;»&lt;br /&gt;«Ναι.»&lt;br /&gt;«Του ιντερνέτ;»&lt;br /&gt;«Ναι.»&lt;br /&gt;«Πίσω από την πλάτη μου τις κάνετε όλες τις δουλειές με τη μάνα σου!»&lt;br /&gt;«Αν σου το ζητούσα θα γκρίνιαζες για κάνα διήμερο πρώτα και θα μου έλεγες πως έχω του σπιτιού και φτάνει αυτή, δεν θέλεις να πληρώνεις κερατιάτικα κλπ κλπ, τα ξέρω πλέον, οπότε σε παρακάμπτω.» Για το σπίτι χρησιμοποιούσα νετκάρτα, αλλά έκλεισε η εταιρεία πριν κάτι μήνες. Εκείνο τον καιρό το αυτόματο online σύστημα ενημερώσεως των Windows είδε επίσης πως τα XP μου είναι πλαστά, και μου αρνείται πρόσβαση στο net. Η σύνδεση είναι μια ασύρματη, κινητής τηλεφωνίας, για το laptop, φοιτητικής χρέωσης.&lt;br /&gt;«Ναααιιιι, με παρακάμπτεις, αλλά άμα θες κάτι μεγαλύτερο, σε μένα έρχεσαι.»&lt;br /&gt;«Θες τίποτα από μέσα, γέρο μου;»&lt;br /&gt;«Όχι, απλά να έρθεις μετά εδώ.»&lt;br /&gt;«Θα έρθω.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με την άκρη του ματιού μου χάζευα πρωτοσέλιδα εφημερίδων. Είχε έρθει μόνο το ένα πρακτορείο. Το &lt;em&gt;Έθνος&lt;/em&gt;, που ήταν πάνω πάνω, είχε την κόρη του Καραβέλα, μια πολύ αδύνατη κοπέλα, να αναρωτιέται γιατί την έπιασαν και πως η κυβέρνηση αποκαλύπτει την ανικανότητα της και μπλα μπλα. Βαριόμουν να κοιτάξω άλλες πολιτικές, οι αθλητικές έγραφαν ονόματα για τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό και τα διοικητικά της ΑΕΚ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Φεύγω, πάω κάτω.»&lt;br /&gt;«Καλώς.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η περιοχή που μένω θεωρείται παράκαμψη από πολλά λεωφορεία, άλλοι οδηγοί ανεβαίνουν, άλλοι βαριούνται, δεν βγάζεις άκρη. Αν θέλεις να βρεις λεωφορείο για Πάτρα πρέπει να περπατήσεις κάνα χιλιόμετρο περίπου για να πας στον κεντρικό δρόμο όπου θα περάσει σίγουρα. Περπατούσα χωρίς κέφι αλλά μάλλον ούτε και βαριεστημένος, σιγοτραγουδώντας το κομμάτι του &lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=Bz2Ho62dVr0"&gt;Nightmare Before Christmas &lt;/a&gt;(«in this town, we call home, everyone hail to the pumpkin song…»), περνώντας μπροστά από το φροντιστήριο αγγλικών που πήγαινα κάποτε και θα ξαναπάω σε λίγο καιρό, από το σχολείο με ένα μάτσο γυμνασιάκια να αναρωτιούνται αν έκαναν σωστές τις ερωτήσεις σωστού ή λάθους σε κάποιο διαγώνισμα (πρέπει να μιλούσαν για Χημεία), ώσπου έφτασα στη στάση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SifvjTKJONI/AAAAAAAAArY/YyocwTy0ScQ/s1600-h/02.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 213px; DISPLAY: block; HEIGHT: 320px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5343502872615663826" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SifvjTKJONI/AAAAAAAAArY/YyocwTy0ScQ/s320/02.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Κάθισα σε ένα παγκάκι, ενώ λίγο πιο μακριά πρόσεξα μια περίεργη από την γύρω περιοχή, που δουλεύει στον παιδικό σταθμό, κοντά στο μαγαζί. Έχει ένα μάλλον ναζιάρικο στυλ ομιλίας και φερσίματος, κάτι σαν γατούλα, το οποίο συνδυάζει με ένα ψυχρό, πονηρό πρόσωπο και αλλοπρόσαλλα χρώματα στο μακιγιάζ της (σήμερα τα μάγουλα της έμοιαζαν σχεδόν μωβ), ενώ το άσχημο είναι πως τσεκάρει όποιον άντρα βρει μπροστά της – παλιότερα που ερχόταν στο μαγαζί για εισιτήρια και τύχαινε να είμαι εγώ, ένοιωθα σαν να γίνομαι αποδέκτης φλερτ της γκόμενας του τέρατος του Φρανκενστάιν, ενώ ο πατέρας μου συνηθίζει να την δουλεύει, απ’ ό,τι μου λέει ο μικρός. Εγώ σήμερα δεν της έδωσα σημασία, μια φορά συναντήθηκαν οι ματιές μας, και έκανα πως δεν την αναγνώρισα, και δεν με ενόχλησε ούτε αυτή. Το λεωφορείο ήρθε μετά από κάνα δεκάλεπτο, μπήκα μέσα, δεν βρήκα να καθίσω, οπότε στάθηκα στη μέση, όρθιος, και άρχισα να σκέφτομαι όσα με προβλημάτιζαν, δηλαδή το θέμα της πρακτικής, που με ταλαιπωρεί αυτές τις μέρες και η πτυχιακή. Δεν πρόκειται να γράψω τίποτα αυτή τη στιγμή, εξάλλου δεν αφορά κανέναν, απλά έχω τσαντιστεί και με τις δύο υποθέσεις και μακάρι να κλείσουν πριν το τέλος της εβδομάδας. Ενώ προχωρούσε το λεωφορείο, χάζευα έξω, αλλά δεν έδινα σημασία σε τίποτα, πίσω από τα μάτια μου έτρεχαν άλλες εικόνες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποια στιγμή πλησίασα τις πόρτες, χτύπησα το κουδούνι και κατέβηκα με δύο άλλα άτομα. Το μαγαζί δεν ήταν και τόσο μακριά, γύρω στα 15 ή 20 μέτρα με τα πόδια, αλλά ενώ περπατούσα, είδα δύο παιδιά, με μαυριδερά σώματα, και έναν παππού λίγο πιο κάτω να τα βρίζει. «Μπουνταλάδες. Α να χαθείτε κωλόπαιδα. Αλητεία! Άντεστε ρε στο διάολο…». Πήγα να του πω «τι έγινε ρε παππού;» διότι είχαν γυρίσει άλλα 4 άτομα και τους κοίταζαν, αλλά δεν ήταν δουλειά μου, οπότε απλά προχώρησα στο μαγαζί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέσα γινόταν ένας κακός χαμός από κόσμο, ήταν άλλα 4 άτομα στην ουρά για εξόφληση λογαριασμών και άλλα τρία άτομα πιο μέσα για αγορές συσκευών, ενημερώσεις περί πακέτων και διάφορα άλλα. Ένας μαυριδερός ψηλός τύπος με μια τεράστια κοιλιά που εξείχε κάτω από το κοντομάνικο μπλουζάκι που φορούσε, με τον λιπόσαρκο γιο του, ήταν μάλλον η ατραξιόν για εκείνη την ημέρα. Κάποτε ο πατέρας μου, μου είχε πει «χοντρός άνθρωπος σημαίνει αναίσθητος άνθρωπος», αλλά δεν τον είχα πιστέψει. Ακόμα δεν το πιστεύω σαν ρητό, έχω μιλήσει με ανθρώπους ποικίλων σωματότυπων και έχω καταλήξει ότι η αναισθησία δεν αφορά το σώμα, αλλά το πνεύμα. Αλλά έχω δει και ανθρώπους με ροπή προς το πάχος οι οποίοι έχουν μια πολύ σταρχιδιστική στάση ζωής και όλο τους το attitude προδίδει κάτι σαν απάθεια και ψώνιο, οπότε ίσως και να περιέχει κάποια μικρά ψήγματα αλήθειας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χάζευα κάτι συσκευές όταν ήρθε η σειρά μου αλλά δεν το πρόσεξα. Μια κυρία που ήταν πίσω μου και προς στιγμήν μου θύμισε κάποια άλλη, είπε στη Σοφία «προηγείται ο νεαρός», αλλά βλέποντας πως είχε πάει μπροστά στο ταμείο, απάντησα πως δεν βιάζομαι και εξυπηρετήθηκα μετά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Σοφία είναι μια υπάλληλος με καρέ καστανά μαλλιά και μεγάλα, σκουροκάστανα μάτια, κοντούλα και γεματούλα, που με είχε εξυπηρετήσει και την ημέρα που έκανα την σύνδεση, μέσα Δεκέμβρη… Σχεδόν έξι μήνες πριν. Δεν είμαι σίγουρος αν με θυμάται τώρα πια, αν και τότε για να ξεκινήσω τη σύνδεση είχε γίνει μια μικροφασαρία. Με είχε δει σίγουρα τρεις φορές να πηγαίνω και άλλες τρεις φορές να φεύγω άπραγος, καθώς την πρώτη φορά είχα πάει να πάρω πληροφορίες σχετικά με τις χρεώσεις, τη δεύτερη είχα ξεχάσει το φοιτητικό πάσο μου και την τρίτη δεν είχα ιδέα ποιο ήταν το ΑΦΜ μου. Με την τέταρτη φορά, καταφέραμε και ξεκινήσαμε επιτέλους τη σύνδεση. Πάντως σήμερα μου έκανε εντύπωση που άκουσε αμέσως το επώνυμο μου, και αυτό επειδή συνήθως ο κόσμος παρακούει – κάτι που με έχει αναγκάσει να μάθω σαν μια μικρή φράση τα πρώτα τέσσερα γράμματα και όποτε δείχνουν να μην καταλαβαίνουν, απλά τα αναφέρω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πλήρωσα τους τελευταίους δύο λογαριασμούς που χρωστούσα και βγαίνοντας από το μαγαζί σκεφτόμουνα πότε θα την κόψω τη σύνδεση, διότι έχει καταντήσει μπελάς όσο είμαι στην Πάτρα, και ποια να βάλω… Περπάτησα ξανά μέχρι την στάση του λεωφορείου, όπου και απλώς έκατσα και περίμενα, κάνοντας βόλτες, ξεμουδιάζοντας τα πόδια μου, ξεκινώντας να αγχώνομαι για την πτυχιακή ξανά. Ένα κοριτσάκι εκεί δίπλα, κοιτούσε τα ψάρια στο διπλανό ψαράδικο, ενώ η μητέρα του, που κοιτούσε μήπως έρχεται το λεωφορείο, του ζητούσε να μην απομακρυνθεί. Ένας παππούς που πέρασε, περπατώντας αργά, στηριζόμενος στη μαγκούρα του, με κοιτούσε με μια έκφραση σαν να με γνώριζε. Κοιτούσα οτιδήποτε, άνθρωπο, περιστέρι, αυτοκίνητο, μέχρι να έρθει το λεωφορείο. Βαριόμουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκατσα σε κάποιες πλάγιες θέσεις που έχουν τα λεωφορεία, ακριβώς μπροστά από τη γαλαρία. Δύο κορίτσια και μια γυναίκα κάθονταν στην γαλαρία, ενώ αριστερά μου και απέναντι μου κάθονταν άλλες δύο κυρίες. Κοίταξα το εισιτήριο μου. Κόκκινο, φοιτητικό. «0.70 ΕΥΡΩ ΑΣΤ. ΚΤΕΛ ΠΑΤΡΩΝ – Οι παραβάτες πληρώνουν μέχρι και 40 φορές την αξία του εισιτηρίου.» Ξανακοίταξα ψηλά και άρχισα να βάζω σε λειτουργία μια παλιά μου συνήθεια, που τελευταία είχα αφήσει στην άκρη – να ξυπνώ τον μικρό ανθρωπολόγο, κοινωνιολόγο. ψυχολόγο μέσα μου, πείτε τον όπως θέλετε, απλά παλιότερα (και ακόμα και σήμερα) μ’ άρεσε να παρακολουθώ τους ανθρώπους, και απλά να μαντεύω τι σκέφτονται, τι κάνουν, που πάνε, πως κινούνται, πως φέρονται, πως μιλούν, τι λένε – ήταν συνήθεια από παλιά νομίζω, όταν πολλές φορές ανακάλυπτα πως δεν είμαι και το κέντρο της προσοχής ενώ η λακωνικότητα μου δεν με έκανε και τόσο δημοφιλή, οπότε απλά παρακολουθούσα τους ανθρώπους προσπαθώντας να κατανοήσω πως μπορούσαν και ήταν τόσο κοινωνικοί, τι έκαναν και μαγνήτιζαν άλλους με τη συμπεριφορά τους, τέτοια πράγματα. Μεγαλώνοντας διαπίστωνα πως δεν ήταν και κάποια φοβερή ιδιότητα που δεν είχα, πέρα από απλώς καλή διάθεση και όρεξη για άσκοπο μπούρου μπούρου, οπότε η λακωνικότητα μου όχι μόνο με προφύλασσε κάπως, αλλά έκανε και τον κόσμο να με ακούει πιο προσεκτικά, όταν αποφάσιζα να μιλήσω. (Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν στιγμές που δε με πιάνει ακατάσχετη λογοδιάρροια, απλά είναι σπάνιες και χρειάζεται ωραία παρέα.)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα που καθόταν τέρμα άκρη στη γαλαρία ήταν γύρω στα 16 ή 17. Νεανικό ντύσιμο, με ένα ipod στα αυτιά και ένα μικρό σταυρό στο λαιμό, είχε στερεώσει τα πόδια της στο μπροστινό κάθισμα, και χάζευε στο κινητό της, ενώ δίπλα της είχε ακουμπήσει μια τσάντα από κατάστημα ρούχων. Ήρεμη, όχι πολλές έγνοιες μάλλον, πέρα από το ότι το απόγευμα θα έπρεπε να πάει να πάρει μια τρίευρη κάρτα για το τηλέφωνο και να κάτσει να διαβάσει λίγο για το μάθημα που θα γράφει αύριο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κυρία δίπλα της ήταν λίγο πιο σύνθετη περίπτωση. Αρκετά χοντρή και κοντή, τα πόδια της δεν ακουμπούσαν στο πάτωμα του λεωφορείου, είχε σωριαστεί σχεδόν στη γαλαρία ενώ τα χέρια της έπεφταν άγαρμπα πάνω στο μεγαλούτσικο σωσίβιο γύρω από την κοιλιά της – από μακριά ίσως να φαινόταν σαν μια μπάλα με εξέχοντα παχουλά μέλη να προδίδουν την ανθρώπινη φύση της. Στο διπλανό κάθισμα είχε αφήσει μια τσάντα από ένα κατάστημα λευκών ειδών και μια τσάντα από κάποιο σούπερ μάρκετ. Η αγχωμένη εικόνα του προσώπου της με έκανε να σκεφτώ πως μάλλον είχε δουλειές να κάνει στο σπίτι και δεν είχε μαγειρέψει κιόλας, ενώ η ώρα ήταν περίπου 10:20.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απέναντι μου καθόταν μια άλλη παχουλή κυρία με βαμμένα ξανθιά μαλλιά. Δεν είδα τι τσάντα κρατούσε διότι την είχε βάλει ανάμεσα στα πόδια της, αλλά έδειχνε στενοχωρημένη, προβληματισμένη, λίγο γερασμένη πριν την ώρα της. Το δέρμα της είχε θαμπώσει κάπως ή έτσι φαινόταν μέσα στο λεωφορείο, κάτι που έκανε τη βέρα της να γυαλίζει και να δείχνει εντελώς ξένη με το υπόλοιπο σώμα της. Όταν μου πέρασε από το μυαλό σκέφτηκα πρώτα οικογενειακά προβλήματα, οικονομικές δυσκολίες, αλλά μπορεί πολύ εύκολα να έκανα λάθος και αυτή να είναι η εικόνα της ή να ήταν απλώς κουρασμένη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SifvuwpxC0I/AAAAAAAAArg/j5Cy0fedkGQ/s1600-h/03.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; DISPLAY: block; HEIGHT: 240px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5343503069511486274" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SifvuwpxC0I/AAAAAAAAArg/j5Cy0fedkGQ/s320/03.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Το πιο ενδιαφέρον «έκθεμα» του τετράτροχου θηριοτροφείου όμως, ανέβηκε στη στάση που είναι στου Μαρούδα, λίγο πριν το νοσοκομείο του αγίου Ανδρέα. Έκατσε μπροστά από την κοπέλα που καθόταν στην άκρη της γαλαρίας και περιέγραψα πιο πάνω, τόσο άγαρμπα που το αριστερό της μπούτι χτύπησε και κατέβασε τα πόδια της κοπέλας, που ακουμπούσαν στο μπροστά κάθισμα – ίσως να μην τα ένοιωσε, από τα στρώματα λίπους που κάλυπταν κυρίως το κάτω μισό του σώματος της. Ντυμένη στην τρίχα, με σκούρο καφέ παντελόνι, σανδάλια, λινή χρωματιστή μπλούζα, ασημένιο ρολόι Bvlgari, δύο ασημένια βραχιόλια και στα δύο χέρια, μια κοτρώνα στο δάχτυλο αντί για βέρα, μια πέτρα σαν μαργαριτάρι γύρω από το λαιμό και δύο μεγάλα σκουλαρίκια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχω ξαναπεί κάποια στιγμή, ότι τα κοσμήματα στους ανθρώπους, έστω και μια υποψία τους, με απωθούν. Μου φέρνουν στο νου ψυχές που αγαπούν την χλιδή και την επίδειξη, και αρέσκονται σαν μικρά παιδιά να τσαλαβουτούν στα νερά της λίμνης του περιττού, ψυχές δηλαδή δειλές, αδύναμες, πλαστικές… Μου αρέσουν περισσότερο οι ψυχές που φοράνε δύο απλά κουρέλια και περνάνε τον καιρό τους πάνω στα ψηλά βουνά, μόνες τους, συνέχεια αναζητώντας, χωρίς υποψία άχρηστου αστραφτερού πράγματος πάνω τους. Μετά σκέφτηκα εκείνες τις άλλες ψυχές, που περνάνε τον καιρό τους στις πόλεις των κοιλάδων, διασκεδάζοντας όλη μέρα. «Αν μπορούσα να ξαναρχίσω τη ζωή μου, θα ήταν ένα τεράστιο party, θα πέθαινα στο χορό, θα ήθελα να μυρίσω τον ιδρώτα του κάθε τελειωμένου τύπου απέναντι μου, αφού θα είχαμε ξεφαντώσει, και ας μην τον ξανάβλεπα στη ζωή μου.» Αυτό μου έλεγε κάποια χτες. Ίσως ο Σοπενάουερ να είχε δίκιο τελικά. &lt;em&gt;Ο άνθρωπος το μόνο που κάνει, από τη στιγμή της γέννησης έως τη στιγμή του θανάτου του, είναι να βρίσκει και να φαντάζεται νέους τρόπους για να σκοτώσει την ώρα του&lt;/em&gt;. Ίσως να είχε δίκιο για όλους μας…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πρόσωπο της ήταν στρογγυλό με μυτερές άκρες, και είχε ένα μεγαλούτσικο προγούλι κάτω από το σαγόνι της. Χωριάτισσα. Σουφρωμένα, σφιχτά χείλη, στριφνή, στραμμένη (στο μυαλό της) προς τα πάνω μύτη που ζάρωνε με την κάθε δυσοσμία, μάτια που σε κάρφωναν αμέσως και περίμεναν πότε θα κάνεις την πουστιά, επειδή αυτό ήθελε από εσένα η ιδιοκτήτρια τους – μπροστά της να δείξεις ποιος πραγματικά είσαι. Είχα γνωρίσει υπεραρκετούς τέτοιους ανθρώπους στη ζωή μου. Το σόι και όλο το παράπλευρο συγγενολόι του πατέρα μου είχε τέτοιους χαρακτήρες. Έπειτα άρχισα να χαμογελώ, αναρωτώμενος πόσες δεκαετίες αιμομιξίας απατούνται για τη δημιουργία ενός τέτοιου υβριδίου…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/Sifv_L-ym1I/AAAAAAAAArw/F_-Ng7P25sY/s1600-h/05.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; DISPLAY: block; HEIGHT: 235px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5343503351725333330" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/Sifv_L-ym1I/AAAAAAAAArw/F_-Ng7P25sY/s320/05.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Στη μέση της διαδρομής μπήκαν μέσα στο λεωφορείο μερικά πιτσιρίκια, γύρω στα 15. Ένα αγόρι έκατσε στην κενή θέση αριστερά μου, και μια χαριτωμένη κοπέλα με γυαλιά και σιδεράκια, απέναντι μου, μεταξύ των δύο γυναικών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«…βασικά είναι καλή κοπέλα.»&lt;br /&gt;«Ναι ε;»&lt;br /&gt;«Αλλά είναι και λίγο αθώα… Αγαθιάρα, ξέρεις. Δεν είναι ωραίο σε γυναίκα αυτό.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ήθελα να κρυφακούσω, αλλά κανείς άλλος δεν μίλαγε εκεί γύρω, οπότε απλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο νεαρός απ’ ό,τι κατάλαβα ήταν γόνος καθηγητών, οι οποίοι τον πίεζαν να γίνει επίσης καθηγητής. Δεν του άρεσε η ιδέα να πάει για λύκειο στο ίδιο λύκειο που πήγα εγώ, και έλεγε πως ήθελε να πάει κάποια στιγμή να ζήσει στο L.A. και πως πέρυσι με τις φωτιές, τον είχε πιάσει μια στενοχώρια που καιγόταν η πολιτεία. &lt;em&gt;Καλιφόρνια. Ωραίο μέρος για διακοπές ή έστω μια επίσκεψη. Τεράστιες παραλίες με αμμουδιά, μεγάλες παραθαλάσσιες λεωφόροι, ατέλειωτα μπικίνι.&lt;/em&gt; Χαμογέλασα λίγο με την ιδέα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Που θα πας διακοπές;» ρώτησε την κοπέλα.&lt;br /&gt;«Σκόπελο, λίγες μέρες. Εσύ;»&lt;br /&gt;«Εγώ θα πάω πρώτα κατασκήνωση επειδή το θέλω πολύ, και μετά θα πάω με γονείς Σάμο και Κρήτη, ενώ παίζει να πάω και μόνος μου, δηλαδή με μια φίλη μου που είναι 20 ετών και τη γνωρίζουν οι γονείς μου, και στη Ρόδο.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διακοπές… Δε θυμάμαι πόσα χρόνια έχω να πάω. Μέχρι και την έλευση του ευρώ, κάπου πήγαινα κάθε χρόνο με τους γονείς μου, μετά το ευρώ ίσως φύγαμε για κάνα τριήμερο, αν και δεν θυμάμαι εντελώς σίγουρα, αλλά μετά, και αφού ο πατέρας μου ξεκίνησε να φτιάχνει το σπίτι στο χωριό, και έριξε και τον δεύτερο όροφο το 2004 νομίζω, δεν έχουμε πάει κάπου. Δεν με πειράζει, μπορώ να ζήσω χωρίς διακοπές υποθέτω, ούτε φέτος προβλέπεται κάτι καθώς δεν υπάρχουν τα χρήματα και θα ντρεπόμουν να τους ζητήσω οτιδήποτε πλέον, ούτε του χρόνου διότι θα υπηρετώ, ενώ για του παραχρόνου θα αποφασίσω αν μπορώ, που θα είναι… Για φέτος όμως, δεν ξέρω που θα ήθελα να πάω. Θα μου έφτανε μια απλή παραλία χωρίς κόσμο, και ας έμενα σε μια σκηνή, ας μετακινιόμουν με ποδήλατο και ας την έβγαζα με κονσέρβες, αρκεί να μπορούσα να βουλιάξω στην αμμουδιά, διακοπές είναι, όχι η ευκαιρία να ζήσω χλιδάτα για λίγες μέρες βγάζοντας απωθημένα, ούτε ευκαιρία να χτυπηθώ σαν τρελός σε μερικά κλαμπ μέχρι το πρωί, να κοιμάμαι την υπόλοιπη μέρα, και να χρειαστώ και δεύτερο σετ διακοπών μέσα στο καλοκαίρι για να ξεκουραστώ και από το πρώτο σετ… Δεν ξέρω που θα ήθελα να πάω. Υποθέτω θα διάλεγε εκείνη και για τους δύο μας, Μήλο π.χ., που αναφέρει συνέχεια…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/Sifv21GpHsI/AAAAAAAAAro/zMSRVhwFeRc/s1600-h/04.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; DISPLAY: block; HEIGHT: 240px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5343503208145297090" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/Sifv21GpHsI/AAAAAAAAAro/zMSRVhwFeRc/s320/04.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Ένα σκούντημα στον ώμο. «Συγγνώμη, να σε ρωτήσω κάτι; Ανεβαίνει Δεμένικα;» Μια κοπέλα που καθόταν γαλαρία και δεν έβλεπα γιατί θα έπρεπε να γυρίσω το κεφάλι μου, αλλά ήταν γνωστή φυσιογνωμία.&lt;br /&gt;Είχα ρωτήσει τον οδηγό. «Όχι, δεν ανεβαίνει.»&lt;br /&gt;«Ευχαριστώ.» Χαμογέλασε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περπάτημα για άλλο ένα χιλιόμετρο μέχρι το μαγαζί. &lt;em&gt;Πρέπει να κάτσω να τελειώνω με την επιμέλεια της πτυχιακής, μακάρι να βρω χρόνο, έφαγα ένα πρωινό έτσι σήμερα… Θα αφήσω λίγο το Breath of Fire IV, ποιος το γαμάει, εξάλλου θα το διέκοπτα διότι φεύγω τη Δευτέρα και θα στρωθώ το βράδυ να τελειώνω, να δω αν θα έχει απαντήσει στο μήνυμα και ο άλλος της πρακτικής… Τελικά έκανα μαλακία, έπρεπε να του είχα στείλει από την προηγούμενη εβδομάδα ειδοποίηση ότι θα κατέβω. Τι ηλίθιος… Και αυτό που με αγχώνει περισσότερο, είναι ότι θα αρχίσουν να με αμφισβητούν οι γονείς, το περιμένω μια από αυτές τις μέρες, όσο βλέπουν ότι δεν έχει απαντήσει ακόμα θα πιστεύουν ότι με κοροϊδεύει ο άνθρωπος…&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Οι καλές οικογένειες τα μαζεύουν τα παιδιά τους, κυρ Αντρέα, δεν τα αφήνουν να σεργιανίζουν παντού!» Η Θεώνη, από τον κάτω δρόμο, είχε πάει στον πατέρα μου και έδινε διάλεξη καλής διαγωγής των παιδιών και ανατροφής από την οικογένεια. Την ανηψιά της που έμενε μαζί της επειδή οι γονείς της έφυγαν για έξω και την άφησαν να μεγαλώσει μαζί της, και που στη δευτέρα και τρίτη γυμνασίου (μέχρις ότου κοπεί από απουσίες και αλλάξει σχολείο λόγω των κακών επιρροών) ήταν πασίγνωστη για τα ροζ κατορθώματα της, δεν την είχε μάλλον στο νου της εκείνη τη στιγμή. Άφησα τα πράγματα μου και ήρθε μπροστά μου, ενώ ο πατέρας μου κοιτούσε κάτι στα περιοδικά. Μου άφησε ένα αροξόλ στον πάγκο. «Αυτό φύλαξε το μου θα περάσω να το πάρω εγώ αργότερα πάω πρώτα στον φούρνο να πάρω ψωμί ή μήπως να το πάρω τώρα για να μην περνάω μετά από εδώ αχ και τι θα σκεφτούν για εμένα που θα βάλω πράγμα που αγόρασα από άλλο μαγαζί μέσα στο μαγαζί τους (έπρεπε να της θυμίσω ότι οι φούρνοι δεν πουλάνε αροξόλ) καλά άσε θα πω του Νιόνιου να περάσει μετά να το πάρει αυτός άντε έφυγα γεια.» Το άφησα δίπλα και πέρασε μετά από είκοσι λεπτά και το πήρε αυτή, ενώ πέρασε και ο Νιόνιος μετά από καμιά ώρα να το ζητήσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πατέρας μάζευε ήδη τα πράγματα του. «Περιμένω τον Σ. μόνο, που θα φέρει μια παραγγελία, τίποτα άλλο, όποιος έρθει τον διώχνεις διότι είμαστε κομπλέ.»&lt;br /&gt;«Εντάξει.»&lt;br /&gt;«Και να πάρεις ψωμί!»&lt;br /&gt;«ΟΚ. Ένα και μισό.»&lt;br /&gt;«Ωραία… Λοιπόν, έφυγα.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για κάνα δίωρο ηρέμησα, χαζεύοντας κάποιες εφημερίδες, αν και απ’ ό,τι έχω παρατηρήσει, όλο το ζουμί κρύβεται σε μικρότερες. Πρώτα ξεφύλλισα το νέο τεύχος του &lt;em&gt;Απολλωνείου Φωτός&lt;/em&gt;, που είχα να δω για κάνα χρόνο στο μαγαζί. Εξώφυλλο ο Καρατζαφέρης. «Ρήξη και ανατροπή ή νέα παράταξη εθνική;» Αν θυμόμουν καλά, ούτε τον Καρατζαφέρη γουστάρει το περιοδικό, λόγω των ιδεολογικών ταχυδακτυλουργικών του δεξιοτήτων. Πρώτη σελίδα, διαφημίσεις βιβλίων με ενδιαφέροντα θέματα, αλλά δυστυχώς η κάθε μονογραφία του &lt;em&gt;Φωτός&lt;/em&gt; αποδεικνυόταν άνθρακας και ανούσια, γενικόλογη, ρηχή. Συντακτικό σημείωμα κατά των εκλογών της Κυριακής. «Αντισταθείτε στην απάτη των εκλογών. Αποχή από τις εκλογές του συστήματος.» Έπρεπε να μπω στη δεύτερη σελίδα του κειμένου για να χαμογελάσω, με το ότι επαληθεύτηκα. «Έλληνα Πατριώτη, μην πέφτεις θύμα του κοινοβουλευτισμού, ενός μασονικής προέλευσης θεσμού νομότυπης υφαρπαγής της εξουσίας, με το τέχνασμα της αντιπροσωπευτικότητας.» Έχουν φάση κάτι τέτοια underground περιοδικά και όπου τα βρίσκω τα μαζεύω, ανεξαρτήτως πολιτικού προσανατολισμού, ίσως για τη συλλεκτική αξία που κάποτε μπορεί να αποκτήσουν. Προχτές βρήκα εφημερίδα αρχαιοελληνικού προσανατολισμού με τίτλο &lt;em&gt;ΗΕΛΛΗΝΩΝΛΟΓΟΣ&lt;/em&gt;, με ένα ωραίο, άξιο ανάγνωσης άρθρο, αλλά δεν την κράτησα. Κοίταξα λίγο το &lt;em&gt;Στόχο&lt;/em&gt; και τον &lt;em&gt;Ελ. Κόσμο&lt;/em&gt;, αλλά οι εφημερίδες αυτές από ένα σημείο και μετά αξίζουν μόνο για να τυλίγουν ψάρια σε ψαράδικα. Δύο άλλες εφημερίδες, μια κομμουνιστική με τίτλο &lt;em&gt;Νέα Ανατροπή &lt;/em&gt;και μια αναρχική με τίτλο &lt;em&gt;Διαδρομή Ελευθερία&lt;/em&gt;ς ήταν ωραίες, αλλά μου φάνηκε πως η αναρχική είχε πιο πολλά πράγματα να πει, ζητώντας και αυτή να μην πάει κανείς να ψηφίσει, διότι η ψήφος ισοδυναμεί με ψήφο εμπιστοσύνης και στήριξης του συστήματος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ενημέρωση…&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν θέλει να ενημερωθεί σήμερα κάποιος, πρέπει να μην ανήκει πουθενά, να έχει ανοιχτά μυαλά, μάτια και αυτιά, να διαβάζει τα πάντα κάθε χρώματος, να τα επεξεργάζεται ολομόναχος, και να φτιάχνει την άποψη του ολομόναχος. Οι παραταξιακές εφημερίδες και γενικά τα ΜΜΕ, από τη στιγμή που λίγο ή πολύ έχει χρωματιστεί πολιτικά η ελληνική κοινωνία, απευθύνονται μόνο ως μέσο καταπράυνσης της ήττας και των σκανδάλων και ψυχολογικής στήριξης για την «αλήθεια του σκοπού», στα απανταχού κομματόσκυλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η υπόλοιπη ώρα στο μαγαζί πέρασε ωραία και άνετα, αν και συγχύστηκα ελαφρώς από κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις πελατών που είναι άστα να πάνε. Ο 27χρονος που μοιάζει 15 χρόνια μεγαλύτερος, εργάζεται σε ένα γηροκομείο σαν νοσοκόμος και έχει αρχίσει να το χάνει εδώ και καιρό (πέρυσι το καλοκαίρι μου παραπονιόταν ότι έβαλαν στην Πάτρα κάμερες σε κάποια φανάρια και δεν μπορείς να ρίξεις καμιά κατακεφαλιά σε έναν αστυνόμο που θα έρθει να σε γράψει αν περάσεις με κόκκινο, επειδή θα σε δει η κάμερα και θα πληρώσεις επιπλέον πρόστιμο!!!), ο καλογυμνασμένος μπάτσος που παίρνει μια εφημερίδα και καμαρώνει πως διαβάζει την εφημερίδα του ο διοικητής του, ενώ μια φορά το μήνα ζητάει τσόντες από τον πατέρα μου και του έχει εκμυστηρευτεί στα σοβαρά, γεμάτος παράπονο, πως δεν έχει γαμήσει εδώ και οχταετία, ο δάσκαλος γυμνασίου που διαβάζει μόνο &lt;em&gt;SportDay&lt;/em&gt;, μάλλον έχει μπιφτέκι αντί για μυαλό και οι μαθητές του, του υπαγορεύουν τι βαθμούς θέλουν στο τρίμηνο, η γιαγιά που έρχεται και παίρνει την &lt;em&gt;Ελευθεροτυπία&lt;/em&gt; κάθε μέρα μόνο για να μου πιάσει κουβέντα και να μου πει πόσο καλύτερα ήταν τα πράγματα στην Αθήνα που έμενε, η τυφλή από τη γωνία που πάντα φωνάζει το όνομα της μάνας μου προτού μπει στο μαγαζί και όποτε της δίνω τα ρέστα τα κοιτάει για μισό λεπτό προτού σιγουρευτεί πως δεν την κλέβω, ο κυρ Άρης που 8 στις 10 φορές είναι σκνίπα, έχει σκίσει τις καραμέλες γάλακτος Κόκος και το γιαούρτι με 2% λιπαρά το διαβάζει &lt;em&gt;Τotal 82&lt;/em&gt;, και άλλοι πολλοί…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το θετικό είναι πως πέρασαν δύο σχολικοί φίλοι, δηλαδή ένας φίλος και ένας γνωστός. Ο γνωστός άφησε την σχολή ηλεκτρολογίας για να μπει στην εμποροπλοιάρχων και ο άλλος έχει μπλέξει με το &lt;em&gt;ΝΑΡ&lt;/em&gt; ή το &lt;em&gt;ΠΑΜΕ&lt;/em&gt;, δε ξέρω, με έψηνε να ψηφίσω &lt;em&gt;ΑΝΤΑΡΣΥΑ&lt;/em&gt; την Κυριακή και θα τελειώσει τη σχολή του σε 2 χρόνια…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SifwJJ1ibvI/AAAAAAAAAr4/2PuW3NqWApQ/s1600-h/06.bmp"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; DISPLAY: block; HEIGHT: 183px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5343503522948345586" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SifwJJ1ibvI/AAAAAAAAAr4/2PuW3NqWApQ/s320/06.bmp" /&gt;&lt;/a&gt;Γυρνώντας σπίτι, βοήθησα τη μάνα μου να βάλει το σύνθετο της τηλεόρασης στη θέση του και ενώ καθάριζε τις βιντεοκασέτες βρήκε μια κάρτα μνήμης του playstation που είχα χάσει εδώ και δύο χρόνια (τα αρχεία υπάρχουν ακόμα μέσα) και μετά μου έδειξε τα νεογέννητα γατάκια (ενός μήνα) της γειτονιάς που έρχονται και τρώνε στην αυλή μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να τα υιοθετήσουμε, τι λες; Έτσι ήρθαν μια μέρα εδώ όλα πριν κάνα τρίμηνο.»&lt;br /&gt;«Ε αφού εδώ έρχονται και τρώνε, δικά σου, σιγά μην έρθει κανείς να παραπονεθεί…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προσωπικό μου αγαπημένο εκείνο με ένα κοκκινωπό χρώμα της φωτιάς και μπλε μάτια, που έμοιασε στη μητέρα του. Τα άλλα είναι όλα γκρίζα, και μοιάζουν στον πατέρα τους. Καιρό είχαμε να έχουμε ζώα στη αυλή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εντάξει. Ώρα να συνεχίσω την πτυχιακή. Άντε να τελειώνω. &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-4459959263213168531?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/4459959263213168531/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=4459959263213168531' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/4459959263213168531'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/4459959263213168531'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2009/06/blog-post.html' title='Λεωφορείο'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SifvZ69ea4I/AAAAAAAAArQ/448Vh5TmtF4/s72-c/01.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-7180917358984153031</id><published>2009-05-09T22:04:00.007+03:00</published><updated>2009-05-12T11:33:16.936+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Διηγήματα'/><title type='text'>Ο θεός που έδενε τ' ατσάλι</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SgXUIrA8YyI/AAAAAAAAAnk/SDWK8JCgnyk/s1600-h/folkvangcover.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 220px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SgXUIrA8YyI/AAAAAAAAAnk/SDWK8JCgnyk/s320/folkvangcover.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5333902579140944674" /&gt;&lt;/a&gt;Έπαιρνε μορφή…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια, δύο, τρεις φορές, το σφυρί αντηχούσε τον ψυχρό, μεταλλικό, μονότονο ήχο του, ανά τρία δευτερόλεπτα. Σπίθες πετάγονταν εδώ και εκεί σαν μικρές γλώσσες φωτιάς που ήθελαν να τον γλείψουν, αναλαμπές στιγμιαίας ζωής μέχρις ότου το ξίφος αποκτήσει ανάσα και αρχίσει να τραγουδά σκίζοντας τον άνεμο, ξεθηκαρωμένο, έτοιμο να πιει αίμα. Πλάγια χτυπήματα στις άκρες της αιχμής, τρία συνήθως, και έπειτα γύρισμα ανάποδα, πάλι τρία χτυπήματα, για να είναι ομοιόμορφη κάθε πλευρά, δεν τον ενδιέφερε η αιχμηρότητα εκείνη τη στιγμή, θα το τρόχιζε αργότερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SgXUTnkmhzI/AAAAAAAAAns/AwfznBG4mh8/s1600-h/00.+Booklet+01_khaos%5B%5D.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 259px;" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SgXUTnkmhzI/AAAAAAAAAns/AwfznBG4mh8/s320/00.+Booklet+01_khaos%5B%5D.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5333902767195326258" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;em&gt;Θεέ του ατσαλιού, δώσε του καρδιά και ψυχή!&lt;/em&gt; ήταν η μόνη του σκέψη, βγαίνοντας έξω στα χιονισμένα τοπία με ένα λυκοτόμαρο δεμένο γύρω από τη μέση του, κάπου στις ερημιές της κεντρικής Γερμανίας. Περπάτησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε κοντά σε μια στοιβάδα χιόνι και βύθισε το καυτό κομμάτι ατσαλιού που κρατούσε από την ξύλινη λαβή, μέσα της – εκείνο άρχισε να σβήνει τη δίψα του με ένα τραχύ, τσιτσιριστό θόρυβο, που δεν είχε ξανακούσει, για μερικά λεπτά. Έπειτα το σήκωσε και το κοίταξε. Ήθελε και άλλη δουλειά, και άλλο ζέσταμα, και ξανά χτύπημα με το σφυρί, και ξανά σβήσιμο, και ξανά, και ξανά, και ξανά, μέχρις ότου αρχίσει το ίδιο να δείχνει κάπως έτοιμο να πολεμήσει, και ξανά, και ξανά, και ξανά, είχε ακόμα δουλειά, το ήξερε, είχαν περίεργες πεποιθήσεις οι παλιοί όταν δέναν τ’ ατσάλι…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SgXUg0PdXjI/AAAAAAAAAn0/Wh-XLb1bq_o/s1600-h/fury-of-the-goths.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 218px;" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SgXUg0PdXjI/AAAAAAAAAn0/Wh-XLb1bq_o/s320/fury-of-the-goths.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5333902993934605874" /&gt;&lt;/a&gt;Και οι Ρωμαίοι ήταν σχεδόν εκεί, δεν είχε απομείνει πολύς καιρός. Ξεφύσησε, κοίταξε γύρω του τα χιονισμένα δέντρα, αφουγκράστηκε τη σιωπή του δάσους, και ξαναμπήκε στη σπηλιά, με σκοπό να συνεχίσει τη δουλειά του – θα τους υποδεχόταν έτοιμος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;Συνεχίζεται - με τον τρόπο του...&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-7180917358984153031?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/7180917358984153031/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=7180917358984153031' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7180917358984153031'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7180917358984153031'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2009/05/blog-post.html' title='Ο θεός που έδενε τ&apos; ατσάλι'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SgXUIrA8YyI/AAAAAAAAAnk/SDWK8JCgnyk/s72-c/folkvangcover.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-7699822842754739261</id><published>2009-04-29T17:32:00.003+03:00</published><updated>2009-04-29T19:11:39.681+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Στοχασμοί'/><title type='text'>Στην ερημιά</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SUyU4cXFelI/AAAAAAAAAaU/Ty17TV8DZ0M/s1600-h/IMG_0110.JPG"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 240px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SUyU4cXFelI/AAAAAAAAAaU/Ty17TV8DZ0M/s320/IMG_0110.JPG" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5281760160405355090" /&gt;&lt;/a&gt;Τελικά, γιατρεύεται κανείς ευκολότερα και αποτελεσματικότερα στην άγρια μοναξιά του – στην απομόνωση του, παρά στην εγκατάλειψη. Η ανούσια πομφολυγολογία στις ανθρώπινες πεδινές εκτάσεις, από κάτω, είναι πάντα ξυπνητήρι - αυτός ξαναβάζει προτεραιότητες.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-7699822842754739261?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/7699822842754739261/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=7699822842754739261' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7699822842754739261'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7699822842754739261'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2009/04/blog-post.html' title='Στην ερημιά'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SUyU4cXFelI/AAAAAAAAAaU/Ty17TV8DZ0M/s72-c/IMG_0110.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-3963323461814560079</id><published>2009-03-19T21:06:00.006+02:00</published><updated>2009-03-19T23:01:07.416+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>The thorns that sign my warpath...</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/ScKYHrjCbOI/AAAAAAAAAjU/k_3rRU3XN5c/s1600-h/kittels3.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 234px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/ScKYHrjCbOI/AAAAAAAAAjU/k_3rRU3XN5c/s320/kittels3.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5314977767966797026" /&gt;&lt;/a&gt;Είναι κάποιες στιγμές σε οποιαδήποτε ηλικία και αν είναι κανείς, που μπορεί ενώ κάθεται σιωπηλός να τον χτυπάει μια ιδέα που τον ταράζει και του υπενθυμίζει κάτι που λόγω του καθημερινού μποτιλιαρίσματος της κοινωνίας και του τρόπου ζωής μας είχε βάλει στην άκρη του μυαλού, που ενώ μπορεί να περπατά στον δρόμο και να βλέπει ένα περιστέρι να προσγειώνεται στο έδαφος, να χοροπηδάει για λίγο και να ξανασηκώνεται, να τον επισκέπτεται στα χείλη μια στιγμιαία θλίψη, σαν πικρό κρασί παλαιότερων εποχών, που τον γεμίζει νοσταλγία για την ανεμελιά ή ακόμα και την αθωότητα του παρελθόντος, ή που όλα όσα κάνει, ζει, πετυχαίνει, δοκιμάζει, συνθέτει, καταστρέφει και επανασυναρμολογεί, δεν βγάζουν κανένα απολύτως νόημα – απλά κόμποι στο νήμα του μυαλού, της καρδιάς, και της ζωής, κόμποι αχρείαστοι, που μόνο όσοι έχουν την πολυτέλεια να τους ξεμπλέξουν, τους χαίρονται…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άσχετα με το πόσους δρόμους έχουμε ταξιδέψει, το πόσες τοποθεσίες έχουμε γνωρίσει, το πόσους ανθρώπους έχουμε συναντήσει, οι πιο ανήσυχοι άνθρωποι μάλλον έχουμε μέσα μας συνέχεια, σε λανθάνουσα ή φλεγόμενη κατάσταση μια επιθυμία, μια δίψα, ένα κινητήριο μοχλό για κάτι μεγαλύτερο, που δεν μας αφήνει σε ησυχία, που μας κάνει παρανοϊκούς στα μάτια του απλού κόσμου, που θέτει το πνεύμα μας σε μια διαδικασία αυτοερωταπαντήσεων, οι οποίες μπορεί να μην ακούγονται, οι οποίες μπορεί και να μην υπάρχουν καν σαν σκέψεις, ωστόσο μας δελεάζουν – μια μακρύτερη ακρογιαλιά να περπατήσουμε και να αφήσουμε τα χνάρια μας, ένα νέο, διαφορετικό ποτό για να απολαύσουμε μπροστά σε αυτή τη θάλασσα, ένας φωτεινότερος ήλιος για να δούμε μέσα από το ποτήρι μας, μια ουσιαστικότερη ύπαρξη μέσα στα φωτεινά μάτια αυτού του ήλιου, ένας πυρωμένος επαναπροσδιορισμός μέσα στην φωτιά ενός νέου γίγνεσθαι… Ακόμα και αν νοιώθουμε πλήρεις, ακόμα και αν δεν τα σκεφτόμαστε, ακόμα και αν νοιώθουμε πως έπειτα από τόσο σφυρηλάτημα χρόνων ή δεκαετιών, έχουμε πάρει την τελική μορφή μας ή έστω την μορφή που θα έχουμε για πολλά χρόνια ακόμα, αρκεί μια απλή ελπίδα ή δυνατότητα να περάσει από μπροστά μας σαν ανοιξιάτικο αεράκι και να κάνει το μυαλό μας να φτερουγίσει μακριά, στιγμιαία – να συνειδητοποιήσουμε ότι &lt;strong&gt;κάτι&lt;/strong&gt; μας λείπει…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή η τάση αναχωρητισμού μου, ήταν ανέκαθεν και ο λόγος που δεν πλησίαζα τους ανθρώπους. &lt;em&gt;Σήμερα είμαι εδώ, αύριο θα είμαι εκεί, παραμεθαύριο θα είμαι παραπέρα, και ποιος ξέρει που αλλού θα πάω και που θα καταλήξω…&lt;/em&gt; Ακόμα και σήμερα έτσι σκέφτομαι και δεν μπορώ παρά να βλέπω τους γύρω μου σαν άγκυρες, οι οποίες θα δεθούν στο πόδι μου και θα με εμποδίσουν να κινηθώ ελεύθερος. Αυτή μου η «αδυναμία δεσίματος», είναι και ο λόγος που όποτε κοιτώ στο παρελθόν μου, ακόμα και ένα μήνα νωρίτερα, βλέπω μόνο σκοτάδια – και άσχετα με το αν ήμουν σίγουρος για κάτι, άσχετα αν επαληθεύτηκα ή διαψεύστηκα, άσχετα αν είχα προβλέψει το οτιδήποτε, συνεχώς αποφαίνομαι πως «ήμουν χαζός»… Και σε καμιά εβδομάδα αυτό θα σκέφτομαι, για τη συγκεκριμένη ανάρτηση…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάπως πρέπει να δικαιολογήσω την ύπαρξη και αυτού του blog, αν και δεν έχω καμία όρεξη για blogs, για γράψιμο, για τίποτα ιδιαίτερο αυτό τον καιρό, τα έχω παρατήσει όλα… Και ούτε ξέρω τι θέλω… Ή μπορεί και να ξέρω αλλά να απογοητεύομαι με τα σχέδια μου και τις υπάρχουσες συνθήκες… Κανονικά δεν θα έπρεπε να νοιώθω τόσο μουδιασμένος, είμαι κατά πολύ μπροστά από το πρόγραμμα που έχω θέσει, έχω δουλειά να κάνω καθώς προχτές ξεκίνησα και επισήμως τη συγγραφή της πτυχιακής, η καθημερινότητα περνάει, άδεια, κουτσά, στραβά, αλλά περνάει, όμως δεν μπορώ να μην δυσπιστήσω με αυτή μου την πνευματική «αδράνεια» - άσχετα αν το μυαλό μου δουλεύει πολύ καλά και καθημερινά το βλέπω στα χαρτιά μου…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/ScKYTsMEzzI/AAAAAAAAAjc/RerdbpXstVs/s1600-h/Kittelsen-Fattigmann.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 265px; height: 320px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/ScKYTsMEzzI/AAAAAAAAAjc/RerdbpXstVs/s320/Kittelsen-Fattigmann.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5314977974297349938" /&gt;&lt;/a&gt;Το ερώτημα μου παραμένει: Έχω ένα άστρο ψηλά στον ουρανό, όνειρο του Τώρα, μεγάλη ελπίδα του Αύριο και μέγιστη αβεβαιότητα του Μεθαύριο, καθώς μόνο μέχρι ένα σημείο μπορώ να προβλέψω το μέλλον και την πορεία μου…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στήνω την ματιά μου στο άστρο αυτό, και προχωρώ απερίσκεπτος και κατ’ ευθείαν πάνω του ή το κρατώ στον ουρανό και διασκεδάζω στην πορεία;… Οι κίνδυνοι υπάρχουν και στις δύο περιπτώσεις. Στην πρώτη, οι κίνδυνοι και τα αποτελέσματα της στέρησης με παράλληλη κενότητα, στην δεύτερη οι κίνδυνοι της παραγνώρισης με τα διασκέδαση και το χάσιμο του στόχου…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είμαι αρκετά ώριμος για να γνωρίζω πως σε όλα τα πράγματα η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση, και σε όλους τους δρόμους, το μονοπάτι που επιλέγουν οι σώφρονες άνθρωποι είναι το μεσαίο – ο πλουραλισμός αποδεικνύεται το καλύτερο δόρυ, όταν θες να καμακώσεις το Όλον… Έχω πάρει τον μεσαίο δρόμο, αλλά παραμένω αρκετά «κολλημένος», αρκετά «κομπλεξικός», και αρκετά ισχυρογνώμονας για να θέλω τα πράγματα όπως τα θέλω. Θλίβομαι – αιτία και αυτής της ανάρτησης – όταν δεν μου δίνεται η ευκαιρία όμως, να τα κάνω και να τα φέρω όπως θέλω…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο οδοιπόρος ξεκουράστηκε αρκετά… Σηκώνεται από τη σκιά του δέντρου, και ετοιμάζεται να συνεχίσει τον δρόμο του. Πιάνει την αριστερή πλευρά του στήθους του με το δεξί του χέρι, και εύχεται η καρδιά του να παραμείνει δυνατή απέναντι σε κάθε ανάγκη, απέναντι σε κάθε φωτιά, καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, μέσα στη σιωπή…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-3963323461814560079?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/3963323461814560079/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=3963323461814560079' title='12 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/3963323461814560079'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/3963323461814560079'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2009/03/blog-post.html' title='The thorns that sign my warpath...'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/ScKYHrjCbOI/AAAAAAAAAjU/k_3rRU3XN5c/s72-c/kittels3.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>12</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-5035216151650707601</id><published>2009-02-13T13:59:00.007+02:00</published><updated>2009-02-13T23:12:15.649+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Διασταυρώσεις πορειών...</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZVfnhlAi3I/AAAAAAAAAfw/OJuX-A8qcdg/s1600-h/Rosewhite.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 250px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZVfnhlAi3I/AAAAAAAAAfw/OJuX-A8qcdg/s320/Rosewhite.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5302249268931758962" /&gt;&lt;/a&gt;Σήμερα ξύπνησα λίγο πριν τις 8, καθόλου συνηθισμένο, αλλά δεν είχα προγραμματίσει κάτι σημαντικό για να κάνω και χτες το βράδυ ξενύχτησα διαβάζοντας το &lt;em&gt;Principles of War&lt;/em&gt;, του Κλαούζεβιτς, οπότε η ώρα μάλλον δικαιολογείται. Αφού σπατάλησα λίγα δευτερόλεπτα χαζεύοντας το ταβάνι, σηκώθηκα και άναψα τον θερμοσίφωνα. Ξαναμπαίνοντας στο δωμάτιο, πρόσεξα δίπλα από τη βαλίτσα μου ένα μικρό βουνό με βιβλία της εξεταστικής και μη έχοντας κάτι καλύτερο να κάνω, βάλθηκα να τα ξεχωρίζω. Τα περισσότερα τα έβαλα στο πατάρι, αλλά κάποια λίγα τα κράτησα για τις επόμενες ημέρες. Στο ίδιο πνεύμα της εξεταστικής, έσβησα από το πρόγραμμα και από τη δήλωση μου τα μαθήματα που πέρασα και μετά έστρωσα το κρεβάτι, έβγαλα καθαρά εσώρουχα και ρούχα, και κάποια στιγμή άκουσα τον θερμοσίφωνα να σβήνει… Μετά το μπάνιο, στέγνωμα μαλλιών, βούρτσισμα δοντιών, ντύσιμο και έτοιμος να φύγω. Θα περνούσα από το ταμιευτήριο να πάρω κάποια λεφτά, μετά από το περίπτερο να πάρω εισιτήρια για όλη την ημέρα, μετά από το σούπερ μάρκετ για να πάρω κάνα κρουασάν και υλικά για τοστ όταν θα γυρνούσα από το γυμναστήριο, και μετά μια εξάδα νερό, που μόλις μου είχε τελειώσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ανάσα του Βορέα με άγγιξε μόλις άνοιξα την εξώπορτα και ενώ προχωρούσα προς την πλατεία, πρόσεξα στα δέντρα πως είχε χιονίσει το βράδυ, ελαφρά βέβαια, αλλά είχε χιονίσει. Στρίβοντας στη γωνία για να περάσω μπροστά από τον αϊ Νικόλα, κατευθυνόμενος προς το ταμιευτήριο, έστριψε και εκείνη, αλλά από την απέναντι γωνία. Η καρδιά μου σφίχτηκε, αλλά το βήμα μου δεν άλλαξε. Φορούσε μαύρες μπότες, ένα μαύρο παντελόνι, ένα επίσης μαύρο μπουφάν ενώ συνήθως όποτε την είχα δει είχε ένα λευκό, είχε περάσει μια τσάντα σαν θήκη laptop στον δεξί της ώμο που έπεφτε στην αριστερή πλευρά του σώματός της, τα ξανθά της μαλλιά απλώνονταν στην κουκούλα του μπουφάν της, ενώ μασουλούσε ανέμελα μια τυρόπιτα από ένα φούρνο εκεί κοντά, που συνηθίζω να παίρνω και εγώ… Την κοιτούσα συνεχώς, περάσαμε σε απόσταση περίπου ενάμιση μέτρου ο ένας από τον άλλο μπροστά από την εκκλησία, δεν με πρόσεξε αλλά και να με πρόσεχε, αμφιβάλλω αν θα με αναγνώριζε, δυόμιση μήνες μετά… Δεν θα είχα πρόβλημα να της πω έστω μια καλημέρα, αν έβλεπε ο ένας τον άλλο, αλλά έτσι ήταν πάντα - με όλες ήμουν ξένος. Η τελευταία φορά που την είχα δει ήταν πριν δυόμιση εβδομάδες ενώ είχα ήδη μπει στο λεωφορείο και μιλούσα με ένα φίλο για το μάθημα που θα γράφαμε σε λίγη ώρα. Εκείνη τη μέρα βιαζόταν και ήταν με εκείνη τη φίλη της, αλλά το λεωφορείο ήταν σχεδόν γεμάτο και δεν πέρασε καν από κοντά μου, εγκλωβίστηκαν μπροστά, ενώ εμείς καθόμασταν πίσω. Εκείνη την ημέρα επίσης, μου είχε γεννήσει μια λέξη, όχι και τόσο κολακευτική στο μυαλό, ίσως λόγω βιασύνης ή αφηρημάδας της: &lt;em&gt;Χαμένη&lt;/em&gt;. Πριν από εκείνη την ημέρα, την είχα δει με κάποια άλλη φίλη της και δύο τύπους να τις πειράζουν, στον πεζόδρομο, την βραδιά που έγιναν τα μεγάλα επεισόδια για τον φόνο του Αλέξη – περιμένει κανείς να δει άλλου είδους άτομα, ψηλά, δυνατά, που εκπέμπουν σεβασμό, ιδιαίτερα όταν ο ίδιος είναι ένα τέτοιο άτομο, και συνήθως μένει άναυδος όταν βλέπει τυπικούς, καθημερινούς και ασήμαντους ανθρώπους, κουραμπιεδόμαγκες, δίπλα από το αντικείμενο, έστω και εφήμερα, του πόθου του… Πιο πριν από εκείνη την ημέρα, η τελευταία φορά που την είχα δει ήταν τότε που της μίλησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα όμως ήταν πολύ όμορφη, πάρα πολύ όμορφη. Αφού έφτασα στη γωνία που έστριψε και ήμουν έτοιμος να στρίψω και εγώ, σταμάτησα και γύρισα να την κοιτάξω για μερικά δευτερόλεπτα, ενώ εκείνη συνέχιζε τον δρόμο της, χωρίς να έχει συμβεί τίποτα… &lt;em&gt;Όμορφη&lt;/em&gt;... Χαμογέλασα πικρά και γύρισα να φύγω, προσέχοντας φευγαλέα το πρόσωπο μου, αδυνατισμένο και σκληρό, με μια άγρια και σκοτεινή ομορφιά, στα τζάμια των πορτών του αϊ Νικόλα… Λίγα λεπτά μετά, μπήκα στο ταμιευτήριο, όταν μου φώναξε μια υπεύθυνη. &lt;em&gt;Κύριε, μας συγχωρείτε, περιμένετε λίγο διότι το ΑΤΜ είναι άδειο&lt;/em&gt;. Ένευσα απλά και βγήκα έξω, &lt;em&gt;είμαι κύριος μονάχα του εαυτού μου&lt;/em&gt; σκέφτηκα, και γνωρίζω πως θα με ενοχλεί για όλη μου τη ζωή αυτή η προσφώνηση, έκατσα σε ένα μαρμαράκι της τράπεζας και έμεινα εκεί μέχρι να γεμίσουν το ΑΤΜ, να παρακολουθώ τον κόσμο που περνούσε, και να σκέφτομαι όλη την ιστορία του Καραμουρτζούφλη, όπως και το πόσο τυχεροί είναι κάποιοι, ενώ πόσο άτυχοι είναι κάποιοι άλλοι άνθρωποι, σε κάποια θέματα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απόρησα με τον εαυτό μου, όταν, λίγο προτού κατέβω από το λεωφορείο που με πήγαινε στη σχολή, συνήλθα από τις σκέψεις μου και συνειδητοποίησα πως σήμερα το πρωί, πέρα από τα χρήματα που είχα πάρει από το ΑΤΜ, δεν είχα κάνει τίποτα άλλο από εκείνα τα πράγματα που είχα σκοπό να κάνω, προτού κλείσω την πόρτα του σπιτιού…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-5035216151650707601?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/5035216151650707601/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=5035216151650707601' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/5035216151650707601'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/5035216151650707601'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2009/02/blog-post.html' title='Διασταυρώσεις πορειών...'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZVfnhlAi3I/AAAAAAAAAfw/OJuX-A8qcdg/s72-c/Rosewhite.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-4664532406303065762</id><published>2009-01-31T23:37:00.006+02:00</published><updated>2009-01-31T23:50:25.283+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Διηγήματα'/><title type='text'>Κόκκινο λάβαρο</title><content type='html'>&lt;br&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SYTE7EABH4I/AAAAAAAAAd8/1fcqSMlG_DQ/s1600-h/794372.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 218px; height: 286px;" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SYTE7EABH4I/AAAAAAAAAd8/1fcqSMlG_DQ/s320/794372.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5297575580659687298" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Ο πάτερ Σίθρικ έφερε τον σιδερένιο σταυρό του στο στόμα του, τον φίλησε και άρχισε να μονολογεί λατινικές λέξεις, γεμάτος φόβο, θλίψη, και περισυλλογή. Γέρος από τα χρόνια που πέρασαν, και υπέρβαρος από τα τραπέζια στα οποία είχε ξοδέψει ώρες, καθώς ήταν, προσπάθησε να βολέψει καλύτερα το μεγάλο του σώμα στην μικρή, στενή καρέκλα, που είχε σχεδιαστεί για έναν άντρα κανονικού αναστήματος και βάρους, αλλά δεν τα κατάφερνε. Κάθε εκατοστό που κουνιόταν ή τριβόταν πάνω στην καρέκλα, αυτή έτριζε διαμαρτυρόμενη και ο ήχος της ήταν λεπτός, διαπεραστικός, ενοχλητικός γενικότερα, για τη σκηνή και την ώρα. Σηκώθηκε με δυσκολία, ενώ ακόμα ψιθύριζε τα λατινικά του, και έκανε μερικά βήματα για να ξεμουδιάσει τα πόδια του, ενώ ο Μπριν τον κοίταζε ανήσυχος και αμήχανος…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μπριν ήταν ένα νεαρό αγόρι 17 ετών, γιος ενός κατώτερου ιππότη που υπηρετούσε στον βασιλικό στρατό και έτσι είχε το σπάνιο προνόμιο να μένει με την οικογένεια του στο κάστρο. Ταπεινοί άνθρωποι, που κοιτούσαν τη δουλειά τους, δεν έδιναν δικαιώματα, και ήταν πιστοί στον βασιλιά, εν ολίγοις τυπικοί, καθημερινοί άνθρωποι, χωρίς κάποια σπάνια τρέλα ή κάποια ιδιαιτερότητα που θα τους ανέβαζε ή θα τους κατέβαζε σκαλοπάτια στην εκτίμηση των άλλων, απλών, επίσης καθημερινών και καθ’ όλα ασήμαντων ανθρώπων. Όντας γιος ιππότη, ο Μπριν είχε κάθε εχέγγυο να γίνει και ο ίδιος ιππότης, έτσι είχε τεθεί μερικά χρόνια πριν υπό την προστασία του σερ Άντρικ και τον υπηρετούσε ως ιπποκόμος, αλλά ο σερ τον είχε απαρνηθεί και δεν τον είχε αναζητήσει, ούτε είχε προσπαθήσει να σχετιστεί με οποιοδήποτε τρόπο μαζί του, όπως ακριβώς έκαναν και οι γονείς του άλλωστε, από την προηγούμενη ημέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πάτερ-Σίθρικ γύρισε σε αυτόν με μάτια γεμάτα οίκτο και του εξομολογήθηκε, με πνιχτή φωνή, πως δεν είχε κάτι άλλο να του πει ή να κάνει, για να τον βοηθήσει… Έφυγε, με βαρύ βήμα, χωρίς να πει κάτι άλλο, κλείνοντας την πόρτα πίσω του, ενώ ο Μπριν σκούπιζε τα δάκρυα του, συνειδητοποιώντας πως το τέλος είχε σχεδόν φτάσει – πόσες φορές οι άνθρωποι δεν είναι τόσο τυφλοί, ώστε να συνεχίζουν την πορεία τους προς τον τοίχο, και να συνειδητοποιούν πως υπάρχει τοίχος μπροστά τους, μόνο στο πρώτο δευτερόλεπτο του αγγίγματος με αυτόν, για να σφαλιαριστούν, αμέσως μετά, για να ξυπνήσουν… &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την πριγκίπισσα Μπέλα, ο Μπριν την ήξερε από τότε που ήταν παιδιά. Όμορφο κοριτσάκι, όχι περισσότερο ή λιγότερο έξυπνο από όλα τα κοριτσάκια εκείνης της ηλικίας, ένα μάλλον συνηθισμένο πλάσμα, με τη διαφορά πως ήταν σπορά του πατέρα της, και οι θέσεις είναι που κάνουν τους ανθρώπους και την αξία τους – ήταν πριγκίπισσα. Αυτό βέβαια δεν την εμπόδιζε να παίζει κρυφτό και διάφορα άλλα παιδικά παιχνίδια με όλα τα υπόλοιπα παιδιά του κάστρου, ώστε να μην νοιώθει μόνη και να γνωρίζει σιγά σιγά και τον «αληθινό» κόσμο – η νίκη, η ήττα, η χαρά, ο πόνος, όλοι οι συνειδησιακοί και αισθητηριακοί μηχανισμοί ενός ανθρώπου θρέφονται και αναπτύσσονται μόνο με τον συγχρωτισμό, ήταν η γνώμη του πατέρα της, οπότε την άφηνε ελεύθερη να κάνει όλα όσα έκαναν όλα τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας της, με τη διαφορά πως τα κανονικά παιδιά δεν είχαν έναν σωματοφύλακα σαν τον Γκοντρ να προσέχει κάθε τους κίνηση, ακόμα και διακριτικά. Αλλά ακόμα και έτσι, η Μπέλα δεν διέφερε σε πολλά άλλα πράγματα από τα άλλα παιδιά της ηλικίας της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SYTFIuNMuyI/AAAAAAAAAeE/RBAU6UeAO2A/s1600-h/97264-Nude_Statue_by_whizzywhizzer.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 300px; height: 212px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SYTFIuNMuyI/AAAAAAAAAeE/RBAU6UeAO2A/s320/97264-Nude_Statue_by_whizzywhizzer.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5297575815327562530" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Ο Μπριν στην αρχή της φερόταν όπως θα φερόταν στην μικρή του αδελφή, που είχε χάσει από πνευμονία κάμποσα χρόνια πριν, ενώ εκείνη ήταν ακόμα βρέφος και αυτός πιτσιρικάς. Αυτή η απώλεια είχε απομακρύνει αρκετά τους γονείς του μεταξύ τους, και η «απόσπαση» του στον σερ Άντρικ είχε έρθει σαν ευλογία, λίγο καιρό μετά. Η φιλία μεταξύ εκείνου και της Μπέλα συνέχιζε να αναπτύσσεται, ακόμα και να εμπλέκει, από την μεριά του, μερικά στοιχεία πλατωνικού έρωτα, αλλά φυσικά εκείνη ήταν πριγκίπισσα και δεν ήταν για τα χέρια ή τις ορέξεις του, ούτε φυσικά υπήρχε περίπτωση να γυρίσει να τον κοιτάξει, βλέποντας σε αυτόν το οτιδήποτε. Τον τελευταίο καιρό ο Γκοντρ τον είχε απομακρύνει μερικές φορές με αρκετή επιθετικότητα από την Μπέλα, όταν έκρινε πως το φέρσιμο του γινόταν κάπως ασφυκτικό, αλλά ο Μπριν δεν πτοείτο και προσπαθούσε συνέχεια να βρει τρόπους να είναι κοντά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πρώτη και μοναδική του μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν η Γκουέν, η κόρη του μυλωνά, ένα βράδυ που ο σερ είχε αποκοιμηθεί και εκείνος δεν είχε τι να κάνει στον στάβλο, που συνήθως κοιμόταν. Στους γονείς του δεν υπήρχε περίπτωση να πήγαινε, οπότε βγήκε μια βόλτα για να πάρει λίγο αέρα, όταν περνώντας μπροστά από τον φούρνο, είδε μέσα την Γκουέν να προσπαθεί να ανάψει τη φωτιά για τον πατέρα της, που θα πήγαινε αργότερα να ξεκινήσει να ψήνει το ψωμί, οπότε προσφέρθηκε να τη βοηθήσει – γνώριζε πολύ καλά να ανάβει φωτιές, επειδή ο σερ Άντρικ τις χρειαζόταν πολύ και συχνά, τόσο στο σπίτι του, όσο και σε ταξίδια. Η Γκουέν ήταν μάλλον το τυπικό χωριατόπουλο, από τα οποία είχε δει κάμποσα ο Μπριν στα γύρω χωριά όταν ταξίδευε εκτός του κάστρου με τον σερ Άντρικ, ψηλή, σπυριάρα, παχουλούλα, με μεγαλούτσικα και λευκά σαν τη ζύμη του πατέρα της στήθη, και φυσικά απονήρευτη – σε κάθε περίπτωση, μια άνοστη κοπέλα, που εκείνος κατάφερε να κάνει δική του εκείνο το βράδυ, στον ίδιο πάγκο που ο πατέρας της λίγο αργότερα θα έπλαθε το ψωμί. Συνεχίστηκε για λίγο καιρό ακόμα, ενώ και ο σερ Άντρικ τους έπιασε κάποια στιγμή στον στάβλο, αλλά δεν είπε κάτι, ούτε έκανε κάποια παρατήρηση στον Μπριν, ο οποίος άρχιζε να την βαριέται και να σκέφτεται την Μπέλα όλο και πιο πολύ…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια από τις πολλές όμορφες και τσαχπίνες τσουλίτσες του κάστρου, η Τέελικ, στεκόταν με γυναικεία χαριτωμενιά μπροστά στον Γκοντρ εκείνο το απόγευμα, χρησιμοποιώντας τον δείκτη της για να παίξει με μια τούφα από τα μαλλιά της και μιλώντας του αθώα, με ανοιχτό το στόμα, ενώ εκείνος την κοιτούσε αμήχανος και σκεπτόμενος τι να κάνει μαζί της, και με τις δύο έννοιες, και ενώ οι φίλες της την χάζευαν χασκογελώντας από μακριά, βάζοντας στοιχήματα αν την επόμενη ημέρα θα μπορούσε να περπατήσει… Ήταν η ιδανική στιγμή που έψαχνε ο Μπριν, ενώ η Μπέλα έτρεχε με τα υπόλοιπα παιδιά να ξεφύγει από τον χοντρομπαλά Τάντεους, που τα κυνηγούσε κάνοντας τον δράκο. Η Μπέλα δεν πονηρεύτηκε όταν ο Μπριν την φώναξε, και άφησε το παιχνίδι και τα άλλα παιδιά για να πάει μαζί του. Την φώναξε σε έναν άδειο στάβλο εκεί κοντά, για να της δείξει μερικά νεογέννητα κουνελάκια, παρόμοια με αυτά που είχαν δει πριν κάμποσο καιρό σε έναν άλλο σταύλο στην άλλη πλευρά του κάστρου, εκείνη τη μέρα που ο βασιλικός σταβλάρχης τους μιλούσε για τα άλογα και τους έκανε τα πρώτα μαθήματα ιππικής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SYTFj_2ozOI/AAAAAAAAAeM/BW0QQqXgYEI/s1600-h/114301-Sadness_by_GlamisGirl.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 300px; height: 223px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SYTFj_2ozOI/AAAAAAAAAeM/BW0QQqXgYEI/s320/114301-Sadness_by_GlamisGirl.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5297576283921239266" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Η Μπέλα έψαχνε ακόμα να βρει τα κουνελάκια μέσα στα δεμάτια από τριφύλλι, ενώ εκείνος έκλεινε την πόρτα του σταύλου. Την έριξε σε ένα μεγάλο κομμάτι μουσαμά που υπήρχε εκεί δίπλα και της έκλεισε το στόμα για να μην ακουστεί. Ο Γκοντρ είχε παραμερίσει με δύναμη την Τέελικ από ώρα, μη βλέποντας την Μπέλα στην αυλή, και την δρασκέλιζε, ρωτώντας τα παιδιά σε ποιο σημείο την είδαν τελευταία φορά. Η Μπέλα προσπάθησε να ουρλιάξει αλλά το χέρι του Μπριν την είχε φιμώσει δυνατά. Αναγκάστηκε να το δαγκώσει, προσπαθώντας να τον πονέσει όσο περισσότερο μπορούσε. Ο Μπριν ούρλιαξε από πόνο ενώ η κραυγή της Μπέλα ελευθερώθηκε. Ο Γκοντρ την άκουσε αμέσως και έτρεξε προς τον στάβλο. Ο Μπριν προσπάθησε να την ξαναφιμώσει και με το δεξί του χέρι άδραξε μια μεγαλούτσικη πέτρα που βρήκε εκεί δίπλα. Τυφλωμένος από μίσος και θέληση, την σήκωσε ψηλά. Το όμορφο, λευκό πρόσωπο της Μπέλα, με τα ωραία χαρακτηριστικά και τα πράσινα μάτια, λερώθηκε με νοσηρή, κόκκινη μπογιά και η αντίσταση της, σαν από θαύμα, σταμάτησε, την ίδια στιγμή που η αλαβέρδα του Γκοντρ χτυπούσε την πόρτα του στάβλου. Μερικά δευτερόλεπτα μετά η πόρτα άνοιξε με δύναμη και ο Μπριν είδε έναν αλλόφρονα Γκοντρ με μερικούς φρουρούς από πίσω του. Με τη σιδερένια του μπότα τον κλώτσησε με δύναμη στο στομάχι, κόβοντας του την ανάσα, τον έπιασε από το σβέρκο και τον έριξε στα πόδια των φρουρών, όπου το ξύλο ήταν ακόμα χειρότερο. Ο Γκοντρ έσκυψε πάνω από το νεκρό σωματάκι της Μπέλα, κάλυψε την γύμνια που δεν κάλυπτε το σκισμένο φόρεμα της με τον μουσαμά, και την κουβάλησε στο κάστρο. Ο Μπριν είχε λιποθυμήσει από ώρα, αλλά οι στρατιώτες δεν θα σταματούσαν να τον χτυπούν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SYTGKKeDdvI/AAAAAAAAAeU/pDiypRPi9dw/s1600-h/364676740_804a762866.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 155px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SYTGKKeDdvI/AAAAAAAAAeU/pDiypRPi9dw/s320/364676740_804a762866.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5297576939605948146" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Ο βασιλιάς δεν δέχτηκε να τον δει. Από την ώρα που ξύπνησε, ήταν σε εκείνο το μπουντρούμι με ένα ξύλινο κρεβάτι, ένα τραπέζι και δύο καρέκλες και ο μόνος που πήγε να τον δει ήταν ο πάτερ Σίθρικ. Λίγο αργότερα οι φρουροί πήγαν και τον μάζεψαν από το μπουντρούμι, ενώ δεν του στέρησαν και ένα φοβερό χέρι ξύλο ενώ του περνούσαν τις αλυσίδες. Ένα σχεδόν διαλυμένο πτώμα βγήκε στο προαύλιο του κάστρου, υποβασταζόμενο από δύο φρουρούς, με τον απλό κόσμο που παρακολουθούσε να μην κρύβει καθόλου τα φανερά του αισθήματα μίσους και αηδίας για εκείνον. Πάνω σε μια εξέδρα που είχε στηθεί δίπλα από ένα πύργο του κάστρου, στεκόταν ο Γκοντρ, κρατώντας ένα δερμάτινο σάκο που μέσα του κάτι στριφογυρνούσε με μανία, και με ένα σιδερένιο κλουβί δίπλα του. Απέναντι του, με σιδερένιο πρόσωπο και θλιμμένη ματιά, ο βασιλιάς παρακολουθούσε. Με ένα νεύμα του, στρίμωξαν τον Μπριν μέσα στο κλουβί χωρίς να του λύσουν τα χέρια, ενώ ο Γκοντρ έριξε τον σάκο μέσα στο κλουβί και κλείδωσε την πόρτα. &lt;em&gt;Ανεβάστε τον!&lt;/em&gt;, φώναξε ψηλά στον πύργο, στους στρατιώτες που κάθονταν στις επάλξεις. Μέσα από το δερμάτινο σάκο, ξεπρόβαλλαν δύο νυφίτσες, με γυμνωμένα δόντια.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-4664532406303065762?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/4664532406303065762/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=4664532406303065762' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/4664532406303065762'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/4664532406303065762'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2009/01/blog-post.html' title='Κόκκινο λάβαρο'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SYTE7EABH4I/AAAAAAAAAd8/1fcqSMlG_DQ/s72-c/794372.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-7924638851618551393</id><published>2008-12-22T22:02:00.005+02:00</published><updated>2008-12-26T14:37:17.748+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Διηγήματα'/><title type='text'>Επάνοδος</title><content type='html'>&lt;div align="left"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SU_t9jWEniI/AAAAAAAAAak/LK_Qob0opc0/s1600-h/l_b41baed05e5769b52da6e5349b06563a.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5282702529644502562" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; CURSOR: hand; HEIGHT: 262px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SU_t9jWEniI/AAAAAAAAAak/LK_Qob0opc0/s320/l_b41baed05e5769b52da6e5349b06563a.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt;I&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Ξημέρωνε σε λίγο – &lt;em&gt;η γη παίρνει φωτιά&lt;/em&gt;, όπως έγραφε παλιότερα σε κάποιο ποίημα του, αιώνες πριν, μάλλον σε κάποια άλλη ζωή. Τώρα πια δεν θυμόταν το όνομα που θα του είχε δώσει και ίσως να μην είχε πραγματική σημασία… Περπατώντας μόνος του αλλά παρέα με τόσους άλλους ακόμα, ψυχρά πρόσωπα με σκληρά χαρακτηριστικά, ανταριασμένα βλέμματα καρφωμένα στον ορίζοντα, σιωπηλοί όγκοι που τραβούσαν κατά κει όπου η φωτιά θα τους κατέτρωγε και όπου θεοί και άνθρωποι θα ξεχνούσαν αυτούς και τα ονόματα τους, θυσίες αναγκαίες σε όλη τη διάρκεια των αιώνων… Χείλη ξεραμένα, λαιμοί κλεισμένοι ερμητικά, καρδιές σφιγμένες και πλακωμένες από φόβο, κάθε τραγούδι που μπορεί να απελευθερωνόταν από τα στήθη των πιο γενναίων θα πέθαινε λίγο μετά, σαν ένας ελεύθερος αετός που παγώνει ακαριαία εν πτήσει και έπειτα πέφτει στο πεδίο του θανάτου του, μόνος και έρημος. Η σιωπή της καρδιάς του, σαν την μεγαλύτερη του αδελφή που θα τον πρόσεχε και θα τον φύλαγε, μεθυσμένος από το σπινθηροβόλο λυκαυγές του χαμού του, ένας παλιός όρκος παρμένος πάνω στην λευκή κυριαρχία του χειμώνα, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, προχωρούσε, άδειος, ενώ η απόσταση από εκείνη μεγάλωνε συνεχώς, κάτω από τις μπότες του…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SU_uTBQKteI/AAAAAAAAAas/Wxjv5HTSdks/s1600-h/rasluka.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5282702898450052578" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; CURSOR: hand; HEIGHT: 275px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SU_uTBQKteI/AAAAAAAAAas/Wxjv5HTSdks/s320/rasluka.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt;ΙΙ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Αρκετά είχε κλάψει χαμένη μέσα στην μαύρη νύχτα της ψυχής της, και μόνο η σκοτεινή θάλασσα του ουρανού από πάνω της ήξερε την απάντηση για το «γιατί» που την κατέτρωγε, η ίδια θάλασσα που κάποτε με τα δεκάδες αστραφτερά της μάτια να τους παρακολουθούν, τους είχε ενώσει κάποια ώρα τόσο μακρινή, που πια, ακόμα και η ανάγλυφη εκείνη ανάμνηση, άρχιζε να απομακρύνεται. Κουλουριασμένη στο κρεβάτι της σαν ένα εύθραυστο πλασματάκι που ζητούσε προστασία, με το σώμα της σε στάση εμβρύου, τα μάτια της δύο λίμνες που ξεχείλιζαν από πόνο προς την μεριά του κρεβατιού που κοιμόταν εκείνος, ο δροσερός αέρας χάιδευε την σιωπή της και έδινε ένα μικρό, χωλό νόημα ψύχρας στα δάκρυα της. &lt;em&gt;Πηγαίνω!… Γιατί;… Ποτέ!… Δεν θα ξαναγυρίσεις;… &lt;/em&gt;Η απάντηση δεν ήρθε όμως και ο άνεμος την μετέφερε στα μακρινά και σκοτεινά λιβάδια του νυχτερινού ουρανού… Της φαινόταν πως τελικά τα νερά της μαύρης αβύσσου του πόνου, είναι πάντα ικανά να σβήσουν τις θηριώδεις φωτιές της χαράς, αλλά αυτό ακουγόταν σαν κάτι που θα έλεγε εκείνος – και εκείνος ήταν πια μια ανάμνηση. Σιωπηλή, δακρυσμένη, κουβαριάστηκε περισσότερο σαν σπόρος γύρω από τον εαυτό της, και έμεινε να αφουγκράζεται την σιωπή της νύχτας, την ίδιας νύχτας που κάποτε έφερε τις καρδιές τους κοντά και ύστερα τους χώρισε, με καπνό, με δροσιά, με ομίχλη…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SU_ui8GIdGI/AAAAAAAAAa0/XshLHXNgYMM/s1600-h/l_04fcd7d3126a1a8c2605399e91ea3265.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5282703171943691362" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; CURSOR: hand; HEIGHT: 302px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SU_ui8GIdGI/AAAAAAAAAa0/XshLHXNgYMM/s320/l_04fcd7d3126a1a8c2605399e91ea3265.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt;ΙΙΙ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Το πυρωμένο σίδερο, η παγωμένη αίσθηση του νερού πάνω στη σάρκα και η ομίχλη, η μόνη πραγματικότητα που ζούσε. Καθισμένος μπροστά από τη φωτιά και χαμένος στις σκέψεις του, προσπαθούσε να αγνοήσει τις κραυγές πόνου που ακούγονταν κάθε τόσο από εκεί δίπλα και να βυθιστεί στη σιωπή του, να ξεχαστεί εγκαταλείποντας τον έξω κόσμο. Το επόμενο πρωινό, οι σπίθες της ανατολής θα ξαναέκαιγαν τα υπολείμματα της βραδινής φεγγαρόσκονης, και αυτές θα ανέρχονταν ξανά στους ουρανούς, σιγοτραγουδώντας τον πένθιμο σκοπό τους για άλλη μια φορά. Οι κόμποι στην κλωστή του χρόνου φαίνονταν περισσότεροι από ποτέ και εκεί, περιτριγυρισμένος από πέτρινες σκιές με ανθρώπινη μορφή, κάθε ικμάδα εσωτερικής δύναμης του φαινόταν να στραγγίζεται αργά, συναισθήματα και αισθήσεις, όλα αφημένα στην τύχη τους και παρασυρόμενα μακριά, παρ’ όλα αυτά θα ορκιζόταν πως παρέμεναν βαθιά μέσα του σαν στοιχειά, και καθρεφτίζονταν σαν λειασμένος πάγος, μέσα στα μάτια του. Πήρε ένα φύλλο χαρτί, κατάλευκο αλλά νοτισμένο από χιονόνερο, έβαλε τις σκέψεις του σε τάξη, και με ένα μολύβι έγραψε μερικές λέξεις. &lt;em&gt;Εδώ που είμαι, οι νεκροί κοιτάνε τον κόσμο μέσα από τα μάτια μου. &lt;/em&gt;Έμεινε να το κοιτάζει για λίγο, απαθής, ψυχρός, και μετά το έριξε στη φωτιά, μη μπορώντας να το κρατάει, έκαιγε σαν κάρβουνο… Πήρε ένα άλλο φύλλο και έμεινε ξανά να το παρατηρεί για λίγο σιωπηλός, προτού επιτέλους αποφασίσει να αφήσει τον πυρετό της άκρης του μολυβιού του να χορέψει στην άψυχη, λευκή κόλλα, και να της δώσει νόημα. Μερικά γράμματα, κάποια ίδια, κάποια διαφορετικά το ένα από το άλλο, ένα γυναικείο όνομα σχηματίστηκε στο χαρτί και ένοιωσε στα αυτιά του την σιωπή πιο εκκωφαντική από ποτέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SU_wlfmAsTI/AAAAAAAAAa8/cGUdoVRgMY0/s1600-h/1183641768_eef3d7714b.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5282705414855635250" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; CURSOR: hand; HEIGHT: 213px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SU_wlfmAsTI/AAAAAAAAAa8/cGUdoVRgMY0/s320/1183641768_eef3d7714b.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt;ΙV&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Η γη παίρνει φωτιά&lt;/em&gt; – στίχος που από ό,τι πρόσεξε, επαναλαμβανόταν πολύ συχνά, μάλλον επειδή κάθε ανατολή που έβλεπε αυτή την εντύπωση του έδινε, από τότε που ήταν μικρός, μια ηλιαχτίδα που τρυπάει το κενό και όλα παίρνουν νόημα, η ζωή ξεκινά… Κοιτάζοντας σιωπηλή τις αμέτρητες λευκές κόλλες που είχε αφήσει στο τραπέζι και που πάνω τους εκείνος είχε σκορπίσει σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα, προσπαθούσε να κάνει μια ιδιότυπη χαρτογράφηση της ψυχής του με τα πιο πρωτόγονα και αξιόπιστα ανθρώπινα εργαλεία, το μυαλό και την καρδιά της. Ένοιωθε πως γύρω της ο χώρος ψύχραινε ενώ μια νέα αίσθηση άρχιζε να αναδύεται αργά από την σκηνή, η ίδια αίσθηση που θα αναδυόταν αν από τον χώρο είχαν περάσει σκιές θεών συζητώντας διακριτικά για τα μυστικά τους, λίγη ώρα νωρίτερα. Οι σκέψεις της άρχιζαν να γίνονται πιο αιχμηρές, ενώ στην άκρη της λεπίδας τους, σιγότρεμε μια σταγόνα απόγνωσης. Θα θυμόταν άραγε το πρόσωπο του σε μερικά χρόνια, θα σχημάτιζαν ποτέ τα αστέρια έστω μια υποψία του που θα την έκανε να ριγήσει; Και αν ψιθύριζε το όνομα του, μπορεί ο ψίθυρος της να διέσχιζε χιλιόμετρα και να έφτανε στα αυτιά του, αν τολμούσε να ψελλίσει την βαθύτερη και ενδότερη επιθυμία της, θα ακουγόταν άραγε μέχρι εκεί; Ο τρυφερότερος χώρος της καρδιάς της του άνηκε, τα καθαρότερα μάτια του μυαλού της ήταν συνέχεια καρφωμένα πάνω του, αλλά κάτω από μια νέα ανατολή, δεν θα ξανασυναντούσε ο ένας τον άλλο, θαμπωμένες ελπίδες, προδομένοι και οι δύο από τις επιθυμίες τους, πληγωμένοι από τον χειμώνα, ξεχασμένοι και έρημοι μέσα στην σιωπή τους…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SU_w0I2BqtI/AAAAAAAAAbE/ges5mYOffUQ/s1600-h/emptiness.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5282705666446830290" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; CURSOR: hand; HEIGHT: 254px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SU_w0I2BqtI/AAAAAAAAAbE/ges5mYOffUQ/s320/emptiness.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;strong&gt;V&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Μέσα σε εκείνη την στιγμιαία και απαραίτητη γύμνια των αισθήσεων, εκεί όπου η σύνθεση των εικόνων από την αντίληψη μας δεν λαμβάνει χώρα αμέσως και άρα η νόηση είναι για μερικές στιγμές ανενεργή, και συγκεκριμένα εκείνες ακριβώς τις στιγμές όπου τα πράγματα γδύνονται από κάθε προϋπάρχον νόημα, τα σχήματα απογυμνώνονται και χάνουν κάθε προεδραιωμένη ουσία και οι ρυθμοί χάνουν κάθε συχνότητα και λόγο ύπαρξης, η συρροή και η συνοχή του περιβάλλοντος γύρω μας εξαφανίζεται και εμφανίζεται μπροστά στα ενδότερα μάτια μας με όλη του τη μεγαλειότητα και την ουσία, το σημείο της ζωής μας εκείνο όπου συναντώνται η προέλευση και ο προορισμός μας, το κέντρο και η περιφέρεια του νοητού κύκλου της πορείας μας, η κορυφή και η βάση της λογικής μας, το μέσα και το έξω της καρδιάς μας, το Όλον και το Τίποτα του περιεχομένου μας, η ύπαρξη και η ανυπαρξία των συναισθημάτων μας, η γη και ο ουρανός που μας δεσμεύουν, η απόλυτη βεβαιότητα και η βεβαιότερη απολυτότητα όσον αφορά τις αλήθειες και τις πλάνες μας, η ψευτιά της ομοιότητας και η ομοιότητα του ψέματος με τα οποία διαποτίζουμε κομμάτια της ζωής μας, η κατάσταση εκείνη όπου η φράση «γεμάτος με τα πάντα» προσιδιάζει στον ουσιαστικά άδειο και η φράση «άδειος από τα πάντα» προσιδιάζει στον ουσιαστικά γεμάτο, τότε που η αναγνώριση του εαυτού μας στην ολόκληρη ολοκλήρωση που αποδεικνύει την ανυπαρξία και μόνο κάθε προσωπικής ύπαρξης, αλλά πολύ περισσότερο από αυτό, αποδεικνύει την προσωπική και μόνο ύπαρξη κάθε ανυπαρξίας, το σημείο όπου το όριο του κάθε αόριστου αλλά και το αόριστο του κάθε ορίου βλέπονται κατάματα, οι καταστάσεις της ψυχής όπου συνυπάρχουν η απόλυτη δεκτικότητα με την απόλυτη αρνητικότητα, η πηγή μιας αέναης επιστροφής στην πιο αρχέγονη και αιώνια αιωνιότητα του ανθρώπου, η Ηρακλείτεια θέση περί αρμονίας της διαφωνίας και διαφωνίας της αρμονίας, με λίγα λόγια η διασκόρπιση της Ενότητας στον χώρο και η επαναπορρόφηση του Όλου μέσα σε Ένα, η εύρεση ουσίας πάνω στην οποία προσκολλάται το πνεύμα του ανθρώπου και μετά ξεκινά το σπειροειδές παιχνίδι της ζωής, ο ερεθισμός, το τέντωμα της ψυχής, αυτό το συναίσθημα που συνυφαίνεται μόνο με ένα ζωντανό ον και που οι άνθρωποι το ονομάζουν άλλες φορές Έρωτα, και άλλες Αγάπη, αυτό ακριβώς το συναίσθημα… Δεν έρχεται γδυμένο από κάθε όνομα που του δίνουμε και ντυμένο με &lt;strong&gt;όλη&lt;/strong&gt; του την ουσία, την στιγμή όπου μοναξιά και σιωπή ενώνονται και γίνονται &lt;strong&gt;Ένα;&lt;/strong&gt;...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-7924638851618551393?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/7924638851618551393/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=7924638851618551393' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7924638851618551393'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/7924638851618551393'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2008/12/blog-post_22.html' title='Επάνοδος'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SU_t9jWEniI/AAAAAAAAAak/LK_Qob0opc0/s72-c/l_b41baed05e5769b52da6e5349b06563a.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-371864225365749821</id><published>2008-12-20T08:54:00.005+02:00</published><updated>2008-12-20T09:00:41.134+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Σημειώσεις'/><title type='text'>Σημείωση από τον Εαυτό μου προς το Εγώ μου, # 11</title><content type='html'>&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SUyXG2s7sSI/AAAAAAAAAac/kLuguAXv_UI/s1600-h/l_d7d5fea9634583283a6056c2e8a430e7.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 214px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SUyXG2s7sSI/AAAAAAAAAac/kLuguAXv_UI/s320/l_d7d5fea9634583283a6056c2e8a430e7.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5281762607017734434" /&gt;&lt;/a&gt;Έχεις το προνόμιο να είσαι πολύ καλός ακροατής.&lt;br /&gt;Έχεις αυτιά και &lt;strong&gt;πίσω&lt;/strong&gt; από τα αυτιά σου.&lt;br /&gt;Όμως να θυμάσαι, πως είναι &lt;strong&gt;ανθυγιεινό&lt;/strong&gt;, να ακούς τον οποιονδήποτε να μιλάει και να εκφέρει άποψη.&lt;br /&gt;Και, αν και είναι καλό το να μπαίνεις σε αμφιβολίες και να κάνεις το μυαλό σου να δουλεύει, εν τούτοις πρέπει να θυμάσαι πως δεν έχουν όλοι αναπτύξει ατομική μορφή χαρακτήρα και ατομική προσωπικότητα, άρα πρέπει να αναρωτιέσαι αν εκείνη τη στιγμή ακούς ένα απαύγασμα προσωπικής σοφίας, πράγματα που δεν μπορούσες να σκεφτείς εσύ, ή κοινές, κοινωνικόφιλες γαρνιρισμένες αρλούμπες, από κάποιον διψασμένο για αποδοχή και επιβεβαίωση.&lt;br /&gt;Πάρα πολύ συχνά έχεις πιάσει τον εαυτό σου να νοιώθει πως ακούει ή ακόμα και πως συνομιλεί με IQρουφήχτρες και &lt;strong&gt;το θυμάσαι&lt;/strong&gt;.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-371864225365749821?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/371864225365749821/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=371864225365749821' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/371864225365749821'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/371864225365749821'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2008/12/11.html' title='Σημείωση από τον Εαυτό μου προς το Εγώ μου, # 11'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SUyXG2s7sSI/AAAAAAAAAac/kLuguAXv_UI/s72-c/l_d7d5fea9634583283a6056c2e8a430e7.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-4428083525590209402</id><published>2008-12-06T06:44:00.006+02:00</published><updated>2008-12-06T07:16:26.963+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Διηγήματα'/><title type='text'>Το βήμα</title><content type='html'>&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SToJDAQWHzI/AAAAAAAAAWQ/5jp0IALvhn0/s1600-h/280756493_6c596c4d9e.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 213px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SToJDAQWHzI/AAAAAAAAAWQ/5jp0IALvhn0/s320/280756493_6c596c4d9e.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5276539860630773554" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Το ουίσκι ήταν δευτέρας διαλογής και φτηνό, το είχε αγοράσει χωρίς πολύ σκέψη από ένα μικρό μαγαζί αλκοόλ που είχε βρει στα προάστια, λίγο νωρίτερα και θυμόταν πως του φάνηκε περίεργο που ο μαγαζάτορας του το είχε βάλει μέσα σε μια μικρή, χάρτινη σακούλα του γνωστού ανοιχτού πορτοκαλοκίτρινου χρώματος, για να μην το δει κανείς. «Τι στο διάολο, δεν έχουμε ποτοαπαγόρευση!» πήγε να του πει, αλλά μετά άλλαξε γνώμη, δεν χρειαζόταν να είναι αγενής. Το αγόρασε και έφυγε αμίλητος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ψηλά, σε έναν παλαιό χριστιανικό ναό γοτθικού τύπου, όπως και τόσοι άλλοι της κεντρικής Ευρώπης, καθόταν και έβλεπε το Παρίσι, τον πύργο του Άιφελ μακριά στον ορίζοντα, φωτισμένο, όσο μπορούσε να τον διακρίνει μέσα από τα θολά, δακρυσμένα του μάτια. Δάκρυα γεννημένα από πόνο, φόβο και κάθε άλλο πιθανό συναίσθημα ανάμεσα στα δύο αυτά, ανάκατο με τον κρύο χειμωνιάτικο άνεμο που θέριζε τα πάντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Σουζάν τον είχε παρατήσει δύο ημέρες νωρίτερα, μόλις της ζήτησε να ρίξει το παιδί. Τότε του είχε φανεί μια τόσο καλή ιδέα. Ναι, δεν θα έφερνε αντίρρηση, θα το έριχνε, δεν είχαν τα χρήματα να μεγαλώσουν ένα παιδί αν και είχαν τα χρήματα για να το σβήσουν από τη ζωή, και επιπλέον δεν το είχαν ζητήσει αν και δεν είχαν σκεφτεί ποτέ πως μια ζωή που θα δημιούργησαν και οι δύο &lt;strong&gt;δεν&lt;/strong&gt; θα ήταν χαρά και για τους δύο, αλλά το γεγονός παρέμενε, δεν το είχαν ζητήσει, δεν μπορούσαν να το συντηρήσουν, μα δεν ήταν καν παντρεμένοι, ούτε με τα τυπικά δεν τα πήγαιναν καλά, μια απλή σχέση σαν και όλες τις άλλες, τι να λέμε τώρα, φυσικά και δεν θα μπορούσαν να κρατήσουν ένα παιδί που θα ανέτρεπε τα πάντα. Τόσο ωραία ιδέα, πόσο απλά του φαίνονταν όλα ενώ γυρνούσε το απόγευμα από τη δουλειά. «Θα της το πω, απλά και ήρεμα, δεν την ντρέπομαι, τόσα χρόνια γνωριζόμαστε, και θα το καταλάβει, όπως κατάλαβε τόσα και τόσα, όπως και εγώ κατάλαβα τόσα και τόσα, αμοιβαίες, αμφίπλευρες υποχωρήσεις πάμπολλες όλο αυτό τον καιρό, άλλη μια υποχώρηση και αυτή, μεγαλούτσικη μεν, αλλά πάντα υποχώρηση... Ναι, τόσο απλά. Κάποια άλλη στιγμή, θα φροντίσω να της το υποσχεθώ, απλώς δεν είμαστε έτοιμοι τώρα, και δεν μπορούμε τώρα, όλα θα πάνε καλά, με αγαπά, την αγαπώ, ναι, όλα θα πάνε καλά…» Και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέταξε την γόπα του τσιγάρου μακριά και έβαλε τα κρυωμένα χέρια του στις τσέπες της ξεβαμμένης, σκούρας καφέ καμπαρντίνας του. Μερικές καθαρές ανάσες, η παγωμένη αναπνοή του με τη μορφή ψυχραμένων ατμών, καπνών, πως διάολο ακριβώς τα λέγανε αυτά οι επιστήμονες δεν ήξερε και δεν τον ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή, αλλά τα παρακολουθούσε, συνέβαλλαν στην ηρωοποίησή του, στην μοναξιά της στιγμής, τον έκαναν να φαντάζει ένας θλιμμένος, μόνος και αποτυχημένος θεός. Γύρισε την πλάτη του στον Άιφελ και άρχισε να κάνει μερικές βόλτες εκεί γύρω, μερικές σκέψεις, μέχρις ότου άρχισε να κρυώνει ξανά και είδε το μπουκάλι με το ουίσκι να στέκεται μόνο του πάνω στη στέγη του ναού, εκεί που το είχε αφήσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SToH_UucQZI/AAAAAAAAAWA/GoutvR-wxgQ/s1600-h/Eiffel_Tower_by_night,_from_the_Arc_d%27Triomphe.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 240px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SToH_UucQZI/AAAAAAAAAWA/GoutvR-wxgQ/s320/Eiffel_Tower_by_night,_from_the_Arc_d%27Triomphe.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5276538697894609298" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;«Άντε και γαμήσου ρε παλιομαλάκα» του είχε απαντήσει. Το χαστούκι ήταν πριν ή μετά από αυτή την ατάκα; Δεν θυμόταν καθαρά. Δεν θυμόταν καν τι ακριβώς της είχε πει, ίσως και να μην ζούσε εκείνες τις σκηνές, δηλαδή από το άνοιγμα της πόρτας και μετά, αλλά της το είχε πει, και η αντίδραση της… Εχμ, ας πούμε πως σίγουρα δεν ήταν και αυτό που περίμενε αυτός. Περίμενε να καταλάβει, να του πει «ναι, και εγώ το σκεφτόμουν, δεν μπορούμε να το κρατήσουμε…», και όλα θα ήταν καλά, θα την αγκάλιαζε, θα της έδειχνε πως η αγάπη του για αυτήν δεν έχει μεταβληθεί ούτε εκατοστό, και θα της έλεγε πως το επόμενο πρωινό θα πήγαιναν μαζί στον γιατρό. Σίγουρα, η Σουζάν, η Σουζάν του, με την οποία έκαναν όνειρα για το μέλλον τους, δεν περίμενε, δεν μπορούσε να σκέφτεται πως το μέλλον θα ξεκινούσε &lt;strong&gt;τόσο&lt;/strong&gt; νωρίς, τη στιγμή που δεν θα ήταν προετοιμασμένοι, αυτός τουλάχιστον δεν ήταν, δεν ήξερε πότε θα ήταν, αλλά όχι τώρα, σίγουρα αυτή η Σουζάν δεν θα σταματούσε να τον αγαπάει, σίγουρα δεν θα ήταν ούτε αυτή έτοιμη. Εξάλλου ξέρετε τι λένε συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν ο ένας είναι έτοιμος, είναι και ο άλλος, και αν δεν ένοιωθε αυτός έτοιμος, πως θα μπορούσε να νοιώθει αυτή; Δεν υπήρχε εκείνη η κοινή «γνώση», η κοινή «ιδέα», πώς να το εξέφραζε, δεν μπορούσε αλλιώς, το κοινό «αίσθημα» ας πούμε της ετοιμότητας, τουλάχιστον όχι σε αυτόν. Αλλά σε αυτή πρέπει να υπήρχε. Το να σηκωθεί αμέσως μετά το χαστούκι – τελικά το χαστούκι πρέπει να ήταν μετά το λιτό και ψυχρό βρίσιμο – και να φύγει, λέγοντας απλά και θλιμμένα πως «τελικά ήμουν πολύ ηλίθια που γύρισα να σε κοιτάξω… αν ήξερα πόσο μικρός και άχρηστος είσαι, δεν θα το έκανα ποτέ…», αυτό ακριβώς έδειχνε, και κλείνοντας την πόρτα πίσω της, απλά, απαλά, όπως πάντα ενώ έφευγε για τη δουλειά ή για να πάει στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, του είχε γεννήσει μια ελπίδα πως δεν το εννοούσε πραγματικά όλο αυτό, πως μετά από μια ή δύο ή πέντε ώρες, κάποια στιγμή όταν θα ένοιωθε καλύτερα, θα ξαναγυρνούσε, και θα συζητούσαν ξανά, πολιτισμένα αυτή τη φορά, να πάρουν μια απόφαση. Το μπουκάλι ουίσκι που υπήρχε στην κουζίνα, για κάποιον επισκέπτη, θα τον βοηθούσε να χαλαρώσει, ήταν η στιγμή που το χρειαζόταν ο ίδιος, και έβαλε ένα ποτήρι, για να περάσει η ώρα, μέχρι να ξαναγυρίσει εκείνη…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ουίσκι που ήπιε τον έκανε να ξανανοιώσει λίγο, αλλά μπλεγμένο με την πικρή γεύση του τσιγάρου στο στόμα του, δεν έδιωξε τους δαίμονες και τη θλίψη του μακριά. Έβαλε το μπουκάλι στην τσέπη του και άρχισε να περιφέρεται ξανά, άσκοπα, πάνω στον χριστιανικό ναό. Είχε μπει μέσα σαν κοινός επισκέπτης, έκανε ένα τυπικό σταυρό με τον δείκτη και το μεσαίο του δάχτυλο και άρχισε να κοιτάει παντού, ψάχνοντας να βρει την σκάλα που οδηγούσε στην οροφή. Οι λατινικοί ύμνοι που ακούγονταν ενώ έψαχνε, έκαναν σχεδόν την αναζήτηση εφιαλτική, ένοιωθε πως κάτι τον κυνηγούσε, και η σκέψη πως τα μόνα λατινικά που γνώριζε τι σήμαιναν ήταν η φράση «dies irae», τον έκανε να νοιώθει πάνω από το κεφάλι του μια συνεχή αίσθηση απειλής, όλα αυτά ενώ έψαχνε. Την πόρτα τη βρήκε, κοίταξε γύρω του, κανείς δεν υπήρχε στο διάδρομο, γύρισε το χερούλι – ευτυχώς, ξεκλείδωτη! – και μπήκε μέσα. Λίγα λεπτά μετά, στην οροφή. Έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα από την μέσα τσέπη της καμπαρντίνας του, ξεχωρίζοντας το από την ταυτότητα του, και το άνοιξε. Μέσα στο πακέτο, ο αναπτήρας και ένα τελευταίο τσιγάρο. Έβγαλε και τα δύο και πέταξε το χάρτινο κουτάκι μακριά. Έβαλε το τσιγάρο στο στόμα του και άρχισε ανυπόμονα να γυρνάει τη ροδέλα του αναπτήρα, μέχρι να δει φως. Τρεις προσπάθειες μετά, ο μικρός θεός της φωτιάς στα χέρια του, του έκανε το χατίρι. Άναψε το τσιγάρο και πέταξε και τον αναπτήρα μακριά. Πήγε κοντά στην άκρη του ναού, κοντά στο ένα βήμα από το κενό, και έμεινε να κοιτά τον Άιφελ. Σήκωσε τα χέρια του και τα άνοιξε στον άνεμο, σαν να επικαλείτο κάτι, σταυρωμένος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με αυτή την στάση στο σώμα του, αλλά ξαπλωμένος στο κρεβάτι, άκουσε το προηγούμενο πρωί το κουδούνι της πόρτας. «Γύρισε», σκέφτηκε χαρούμενος. Με άθλια όψη στο πρόσωπο του, λαδωμένα και ανακατεμένα μαλλιά, άπλυτος, βρώμικος, με χτεσινά ρούχα, άνοιξε την πόρτα. Ο Ζιλ μπήκε μέσα, ψυχρός, σοβαρός, ντυμένος στην τρίχα, χωρίς να τον καλημερίσει. Το πρόσωπο του ζάρωσε, αμέσως μετά. «Η ανάσα σου βρωμάει… Βλέποντας σε, καταλαβαίνω γιατί έφυγε.» Δύο φίλοι του που ακολουθούσαν, μπήκαν μέσα επίσης. Αυτός τους κοίταξε, έντρομος. Ο Ζιλ δεν του έδωσε σημασία, προχώρησε στο σαλόνι, εκείνοι τον ακολούθησαν κρατώντας βαλίτσες στα χέρια τους, και άρχισαν να το αδειάζουν απ’ ό,τι φαινόταν γυναικείο ή έστω πρόδιδε μια θηλυκή ύπαρξη στο χώρο. Προχώρησαν και στο υπόλοιπο διαμέρισμα, αργά, μεθοδικά, μη λέγοντας του κουβέντα, μη δίνοντας του σημασία. Στο υπνοδωμάτιο ο Ζιλ έμεινε να κοιτάει για μερικά δευτερόλεπτα το άδειο μπουκάλι από ουίσκι που στεκόταν στο κομοδίνο, έπειτα απέστρεψε το βλέμμα του. Τρία τέταρτα μετά, είχαν αδειάσει το σπίτι από οτιδήποτε θύμιζε την Σουζάν και ο Ζιλ τους έκανε νόημα να φύγουν. «Λοιπόν», του είπε «δεν θα τολμήσεις να την ξαναενοχλήσεις, γιατί δεν θέλει να σε ξαναδεί. Τόσο απλά. Το τι θα κάνει, είναι δικό της θέμα και εμείς θα την στηρίξουμε. Αυτά.» Γύρισε να φύγει, άνοιξε την πόρτα, αλλά το μετάνιωσε. Έπρεπε να πει κάτι περισσότερο. «Είσαι ακριβώς το είδος του άντρα που θα πρέπει να καταλάβει πότε μια γυναίκα τον τιμά και πότε τον λοιδωρεί.» Έτσι. Τώρα όλα είχαν πάρει νόημα. Η πόρτα ξανάκλεισε. Απαλά, ξανά. Του φάνηκε περίεργο και αστείο, συνήθως το τέλος γράφεται με θυμό, με οργή, με πόνο, η πόρτα κλείνει σπάζοντας στα δύο, αποτυπώνοντας κάθε συναίσθημα, αλλά του ήταν δύσκολο να συνειδητοποιήσει πως ένα τέτοιο «τέλος» δεν είναι &lt;strong&gt;ποτέ&lt;/strong&gt; Τέλος, επειδή πρέπει πάντα να δοθούν εξηγήσεις από τη μια πλευρά, εξηγήσεις που μπορούν να λύσουν κάθε παρεξήγηση και όλα να ξαναφτιάξουν. Ένα πραγματικό Τέλος, αντιθέτως, γράφεται απλά, σιγανά, ψιθυριστά, με τον πιο καθαρό και επίπεδο τρόπο, ποτέ δεν σχηματίζει κάποιο ανάγλυφο, ποτέ με κάποιο φλογερό συναίσθημα της στιγμής που θολώνει την κρίση – οι σοβαρότερες μας αποφάσεις, παίρνονται στις σιωπηλότερες μας ώρες. Μη μπορώντας να πιστέψει τι συνέβαινε, ρουφώντας τη μύτη του και με τις παλάμες του να κάνουν τη διαδρομή μάγουλα – μάτια – μέτωπο – κορυφή κεφαλιού – πίσω μέρος κεφαλιού – αυχένας, σε ένα δευτερόλεπτο, στεκόμενα εκεί, κοίταξε το διαμέρισμα. Άδειο. Όπως και η ζωή του. «Μόνο αυτή υπήρχε εδώ…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SToIL2r1p_I/AAAAAAAAAWI/iiw_J9wSJDg/s1600-h/276555021_2f37e88ac7.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 213px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SToIL2r1p_I/AAAAAAAAAWI/iiw_J9wSJDg/s320/276555021_2f37e88ac7.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5276538913168926706" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Άρχιζε να μουδιάζει. Η ψύχρα τρύπωνε μέσα από την καμπαρντίνα του. Το τσιγάρο στεκόταν ακόμα στα χείλη του, νεκρό. Μια μικρή ρουφηξιά καπνού και ξαναζωντάνεψε, με την πορτοκαλί ροδέλα που το μίκραινε ολοένα και πιο πολύ, να τον πλησιάζει. Ψυχραμένος αέρας, ανάκατος με καπνό, συννεφιασμένο πικρό συναίσθημα απελευθερώθηκε από τα ρουθούνια και το στόμα του. Η ταυτότητα του ήταν πάνω του, δεν θα ήταν απλά κάποιος άγνωστος και σίγουρα δεν θα τον ανακάλυπταν από την οσμή του, όπως ανέκαθεν φοβόταν, τον καιρό που ήταν μόνος του. Έβγαλε το τσιγάρο από το στόμα του, έφερε το ουίσκι στα χείλη του και ήπιε τις τελευταίες τζούρες, ξανάφερε το τσιγάρο στην πρότερη του θέση και για τρία δευτερόλεπτα, σκοτώνοντας το μήκος του, ρούφηξε άπληστα τον καπνό που του σκοτείνιαζε το μυαλό. Ένα χαμόγελο ευφορίας και πόνου, για την επερχόμενη λήθη, αποτυπώθηκε στο πρόσωπο του. Έφτυσε το τσιγάρο μακριά, πέταξε το μπουκάλι πίσω του, και με το μυαλό νεκρό από σκέψεις, έκανε το βήμα...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/695763093281268643-4428083525590209402?l=psychorreon.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://psychorreon.blogspot.com/feeds/4428083525590209402/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=695763093281268643&amp;postID=4428083525590209402' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/4428083525590209402'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/695763093281268643/posts/default/4428083525590209402'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://psychorreon.blogspot.com/2008/12/blog-post.html' title='Το βήμα'/><author><name>ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15179786833292759036</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SZUsmQvPNlI/AAAAAAAAAfY/b6oKm7mi5Tk/S220/ehetlaios.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SToJDAQWHzI/AAAAAAAAAWQ/5jp0IALvhn0/s72-c/280756493_6c596c4d9e.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-695763093281268643.post-7940361520687711533</id><published>2008-11-28T09:41:00.010+02:00</published><updated>2008-12-01T18:17:35.843+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ζωή'/><title type='text'>Η δεύτερη χυλόπιτα</title><content type='html'>&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SS-s3WlArSI/AAAAAAAAASA/Vtq0M451QKQ/s1600-h/xylopita.gif"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5273623755627736354" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 150px; CURSOR: hand; HEIGHT: 147px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SS-s3WlArSI/AAAAAAAAASA/Vtq0M451QKQ/s320/xylopita.gif" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;Μια φορά και έναν καιρό&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;, υπήρχε ένας φέρελπις σε πολλά πράγματα και συνολικά καθ’ όλα αξιόλογος νεαρός που για χάρη της ιστορίας, θα ονομάσουμε Καραμουρτζούφλη και ο οποίος το πρωινό κάποιας Τρίτης, πηγαίνοντας στη σχολή του, πρόσεξε αδιάφορα για πρώτη φορά στη ζωή του μια κοπέλα που του άρεσε – θα πείτε, «και που το περίεργο;» και θα συμφωνούσα, αν ο Καραμουρτζούφλης δεν έβλεπε γυναίκες που τον ενδιέφεραν μια φορά τα δύο χρόνια και αν τη στιγμή που τις έβλεπε, δεν μετατρεπόταν σε έναν λευκό λύκο και δεν παρατηρούσε τα πάντα γύρω και πάνω τους, καταγράφοντας κάθε λεπτομέρεια και γνωρίζοντας πως είχε βρει το θήραμα του – γιατί ο λύκος είναι, πάνω απ’ όλα, κυνηγός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατανοεί κανείς πως όταν στον Καραμουρτζούφλη καρφωθεί κάτι στο μυαλό, δεν του το βγάζει κανείς και τίποτα, εκτός και αν κλονιστεί συθέμελα η αντίληψη του των πραγμάτων και σταματήσει κάθε του σκέψη και επιθυμία, τουτέστιν, μεταμορφωθεί σε απλό, αφηρημένο παρατηρητή που έχει χάσει το σημείο εστίασης του ενδιαφέροντος του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Καραμουρτζούφλης λοιπόν, μη έχοντας κάτι να χάσει εκείνο το πρωινό της Τρίτης, έμεινε να παρακολουθεί την κοπελιά, την οποία για χάρη της αφήγησης, θα ονομάσουμε Πρινσέσα. Αυτή, ψηλή, με κατάξανθα μαλλιά εκ του φυσικού της και ανοιχτοκάστανα μάτια, δεν τον πρόσεξε (κάτι μάλλον λογικό, ο Καραμουρτζούφλης αρέσκεται να περνάει απαρατήρητος), αν και μπήκαν μαζί στο λεωφορείο, στο οποίο εκείνη είδε σε κάποια θέση να κάθεται κάποιος γνωστός της (ο ήρωας της ιστορίας μας, απεφάνθη αμέσως «φλώρος» για τον εν λόγω κύριο), τον οποίο και καλημέρισε και έμειναν να συζητούν μάλλον για οτιδήποτε, για τον καιρό, για το πρωινό, για κάποιο μάθημα, παράλληλα ακούγοντας μουσική από το ροζ κινητό της Πρινσέσας, οπότε η κουβέντα σίγουρα δεν θα περιστράφηκε γύρω από θέματα κβαντομηχανικής, αλλά ήταν μάλλον μια τυπική, καθημερινή, άσκοπη όπως και πολλές άλλες κουβέντες, περί τετραγωνισμού του κρουασάν. Ο ήρωας μας συνέχισε να την κοιτάζει πάντως και να αποτυπώνει κάθε της κίνηση όπως και να προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει την αύρα της, την οποία εκείνο το πρωί, αν έπρεπε να της δώσει ένα χρώμα, θα την έβλεπε σαν «γαλάζια». (Την αποφράδα Τετάρτη θα την έβλεπε «καστανή».)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SS-tFTCo4pI/AAAAAAAAASI/EOoMAQ4jIVg/s1600-h/single-red-rose.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5273623995196433042" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; CURSOR: hand; HEIGHT: 212px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SS-tFTCo4pI/AAAAAAAAASI/EOoMAQ4jIVg/s320/single-red-rose.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο η Πρινσέσα, με τον εν λεωφορείο ευρεθέντα συνοδό της, κατευθύνθηκαν προς τον τομέα όπου στεγάζεται μια σχολή που οι φοιτητές της μετράνε πολύ, πολλά νούμερα, πολλά λεφτά, ο Καραμουρτζούφλης δεν καταλάβαινε ποτέ από αυτά επειδή δεν θεοποίησε ποτέ το χρήμα στη ζωή του – άλλες φορές έβγαινε, άλλες φορές όχι, είχε και αυτός τα ζόρια του όπως όλοι, αλλά έκανε το κουμάντο του. «Ποτέ δεν θα ξοδεύεις περισσότερα απ’ όσα βγάζεις.» Απλή, στοιχειώδης λογική, έτσι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Καραμουρτζούφλης λοιπόν πήγε για το μάθημα του και μετά ξεχάστηκε, ώσπου το βράδυ που γύρισε σπίτι του και πριν αποκοιμηθεί, σκεπτόμενος τα της ημέρας, αναρωτήθηκε αν θα την ξανάβλεπε. Για αυτή του την απορία δεν είχε απάντηση εκείνη τη στιγμή, ευχήθηκε όμως νοερά, να κατάφερνε να την ξαναδεί κάποια στιγμή, για να κατασταλάξει και αυτός μέσα του, στο αν θα ήθελε να εκδηλώσει το ενδιαφέρον του ή αν θα ήταν καλύτερα να καταπιεί τις φλόγες του και να προχωρήσει. Δεν ήξερε σε ποιο τμήμα είναι η Πρινσέσα, δεν ήξερε τι ώρες είχε μάθημα, οπότε αφέθηκε στης τύχης τα χέρια…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δηλαδή όχι ακριβώς στης τύχης, από τη μια ήξερε πως η φάση θα έπρεπε να του «κάτσει», από την άλλη γνώριζε πολύ καλά στη ζωή του πως αν δεν κουνήσει λίγο το δαχτυλάκι του για κάτι, δεν πρόκειται ποτέ να πετύχει τίποτα. Οπότε ο Καραμουρτζούφλης είχε μια φοβερή και τρομερή ιδέα, εκείνο το βράδυ!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θαυμάστε επίπεδο διανόησης και βάθος σκέψεως:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να στηθεί την επόμενη Τρίτη, ξανά, στη στάση του λεωφορείου, περίπου σε ένα χρονικό πλαίσιο -15 και +15 λεπτών, από τη στιγμή που είδε την Πρινσέσα να περιμένει το λεωφορείο, ήτοι να πάει στη στάση στις 8:00 και να φύγει, χοντρικά, κατά τις 8:40. Και ο Καραμουρτζούφλης είναι επίμονος: Θα το έκανε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και το έκανε. Όταν ήρθε η επόμενη Τρίτη, πήγε στη στάση του λεωφορείου στην ώρα του, και αν και σιχαίνεται να βολεύεται ενώ περιμένει το λεωφορείο («η πλέμπα, που κουράζεται εύκολα, βολεύεται σε στάσεις» σκέφτεται ο ρατσιστής και μισάνθρωπος Καραμουρτζούφλης), εν τούτοις για να μην κινήσει τις υποψίες των περαστικών για την πνευματική του κατάσταση ενώ θα τον έβλεπαν να περπατά πέρα δώθε μέσα στη βροχή, γιατί ο Καραμουρτζούφλης έχει μια περίεργη ασχολία όταν είναι αγχωμένος ή δεν έχει τι να κάνει (η ασχολία αυτή είναι το περπάτημα, &lt;em&gt;Karamourtzouflis Walker&lt;/em&gt; είναι το καλλιτεχνικό του), έκατσε στο λευκό μαρμαράκι μιας πασίγνωστης τράπεζας και περίμενε την Πρινσέσα, ματαίως, όπως αποδείχτηκε. Αυτή δεν ενεφανίσθη και ο Καραμουρτζούφλης, απογοητευμένος, αλλά και αποδεχόμενος το εικοσαετές θέσπισμα της Τύχης του, που διαλαλά με θράσος και προκλητικότητα πως «όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, τότε θα κάνω ό,τι μπορώ για να μη σου έρθει στο πιάτο, και δεν πα να χτυπάς τον κώλο σου κάτω», μπήκε στο λεωφορείο και πήγε για το μάθημα του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χτύπησε την πόρτα της αιθούσης, μπήκε μέσα και καλημέρισε τον έχοντα ύφος ξεκοιλιαστή ιεροεξεταστού φαλακρό (λόγω διαχύσεως κάποιου επικινδύνου υγρού εις την κεφαλήν του, εν μέσω τινός εργαστηριακού πειράματος) καθηγητή (ο οποίος τον περασμένο Μάρτιο απεκάλεσε τον Καραμουρτζούφλη «χριστιανό», προσβολή που ο Καραμουρτζούφλης κρατούσε καλά φυλαγμένη μέσα του και εδέησε σχεδόν να αντιγυρίσει εκείνη την ημέρα), ο οποίος τον κάρφωσε με ένα επιθετικό βλέμμα και εντός δευτερολέπτων λιγότερων των δαχτύλων της μίας παλάμης, του έκανε – φυσικά – την παρατήρηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να περάσω;», είπε, ερωτών, ο Καραμουρτζούφλης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γιατί αργείτε, συνάδελφε, τόσο πολύ; Τι ώρα είναι;» ρώτησε ο καθηγητής τα υπόλοιπα άτομα μπροστά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Καραμουρτζούφλης που ήτο αρκετά προνοητικός να δει τι ώρα ήταν, προτού μπει στην τάξη, απεκρίθη «Είναι εννιά παρά δέκα (8:52) και έχετε δίκιο πως άργησα, δεν θα ξανασυμβεί.», πήγε σε κάποια θέση, έβγαλε τον φορητό του υπολογιστή από πάνω του και τον απέθεσε στο θρανίο, νοιώθοντας την πίκρα του μπαρουτιού στον αέρα που ανέπνεε (ο Καραμουρτζούφλης δεν έχει όσφρηση, είναι στενό το διάφραγμα του ενός ρουθουνιού του).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άλλη φορά, άμα ξαναργήσεις συνάδελφε, να μην μπαίνεις μέσα. Δεν θα σταματάμε το μάθημα για εσένα!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Καραμουρτζούφλης ένοιωσε το μυαλό του να παίρνει φωτιά. Όχι μόνο περίμενε την Πρινσέσα για σχεδόν 40 λεπτά στη στάση και αυτή δεν είχε εμφανιστεί, αλλά είχε και έναν από τους πολλούς βολεμένους καθηγητές της σχολής, έναν από εκείνους τους καθηγητές που ό,τι ώρα θέλουν ακυρώνουν το μάθημα τους (και οι περισσότεροι, κυριολεκτικά, τελευταία στιγμή) κολλώντας μια ευτελή ανακοίνωση «λευκή» από δικαιολογία, πάνω στην θύρα της αιθούσης, να του κάνουν παρατήρηση για την ώρα προσέλευσης του σε ένα μάθημα (ο Καραμουρτζούφλης είναι και καρατυπικός), που παρέμενε &lt;strong&gt;θεωρία&lt;/strong&gt;, δηλαδή όποιος φοιτητής ήθελε, πάταγε – και αυτοί δεν ήταν πολλοί. Ουσιαστικά, ο Καραμουρτζούφλης έκανε μια χάρη στον καθηγητή εκείνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αν θέλετε, και όντως δημιούργησα πρόβλημα μπορώ να σηκωθώ και να φύγω αυτή τη στιγμή, και να το κάνω αθόρυβα αυτή τη φορά, δεν τίθεται θέμα.» του απάντησε ο ήρωας μας, ψυχρά, αποφασιστικά, με αιχμηρή γλώσσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο καθηγητής απέδειξε την δειλία του, μη δυνάμενος να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων που ένας αληθινός άντρας, σοβαρός και σταθερός στις απόψεις του, μπορεί και επιβάλλεται να στέκεται, μετατρέποντας εαυτόν σε χέστη, κοιτάζοντας τον Καραμουρτζούφλη με μια υποψία δυσπιστίας και ανησυχίας στα μάτια του και λέγοντας καθησυχαστικά «Όχι συνάδελφε, εντάξει, δεν υπάρχει πρόβλημα, κάτσε…». Και ο Καραμουρτζούφλης έκατσε, σκεφτόμενος ότι μερικοί άνθρωποι είναι πραγματικά ηλίθιοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επαληθεύτηκε λίγη ώρα αργότερα, όταν ο καθηγητής, σε μια επίδειξη γνώσεως του, ή για να είμαι ακριβής, επίδειξη κομπασμού του πως γνώριζε τον ορισμό του όρου «τοπίο» ενώ οι φοιτητές του δεν τον γνώριζαν, άρχισε να ρωτάει κάθε φοιτητή την άποψη του για την λέξη «τοπίο», καλύπτοντας ό,τι ηλιθιότητα θα ακουγόταν από φοιτητικά χείλη με την αληθοφανή δικαιολογία πως «είναι ένας τόσο ανοιχτός όρος, ειλικρινά, ο καθένας μας μπορεί να δώσει έναν ορισμό». Φυσικά, οι απαντήσεις που εδέχθη, ήτοι «τα δέντρα», «οι πλαγιές» και διάφορα άλλα παρόμοια κουλά (υπήρξε και κάποια απάντηση «καθετί που συνθέτει μια εικόνα της φύσης», πραγματικά αξιόλογη), δεν εδικαίωσαν ακριβώς τα λεγόμενα του, συνέθεσαν την ανοησία της στιγμής, και τον έκαναν να φαντάζει με χρυσόψαρο που προσπαθεί να αναπνεύσει, μέσα στο ενυδρείο του – παρακαλώ, φαντασθείτε την εικόνα, αγαπητοί αναγνώστες!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποια στιγμή έρχεται η σειρά του Καραμουρτζούφλη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εσύ συνάδελφε, τι λες πως είναι το “τοπίο”;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πονηρός Καραμουρτζούφλης είχε σκαρώσει την απάντηση του από ώρα, αρνούμενος να δώσει σημασία στις διαλεκτικής υφής πομφόλυγες του καθηγητού και στις γεννημένες από μονοψήφια αντίληψη μπουρμπουληθροειδείς απαντήσεις των συμφοιτητών του, και απάντησε σοβαρά, μετρημένα, λακωνικά:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κάθε εικόνα του περιβάλλοντος η οποία είναι ικανή να εγκλωβίσει τη ματιά του παρατηρητή για πάνω από δύο δευτερόλεπτα και η οποία θα τον ερεθίσει αρκετά για να ρίξει μια δεύτερη ματιά, μετά από λίγο.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο καθηγητής έμεινε με το στόμα μισάνοιχτο, φέρνοντας πραγματικά σε χρυσόψαρο και είπε, με θαυμασμό πως «αυτός είναι, πραγματικά, ένας πολύ προχωρημένος ορισμός».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Καραμουρτζούφλης ένοιωθε πως μάλλον τον δούλευαν εκείνη τη στιγμή, αλλά χαλιναγώγησε το αίσθημα εχθρότητος που τον κατέκλυζε, με τη σκέψη «όχι, προχωρημένος δεν είναι, απλά εσύ είσαι ηλίθιος και δεν τον είχες σκεφτεί»,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για την ιστορία, ο ορισμός που έδωσε ο καθηγητής για τον όρο «τοπίο» είναι ο ακόλουθος: &lt;em&gt;Κάθε δυναμικό σύνολο βιοτικών και μη βιοτικών παραγόντων και στοιχείων περιβάλλοντος, που αλληλεπιδρώντας, συνθέτουν μια οπτική εμπειρία.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ήρωας μας σκέφτηκε πως αν είχε το χρόνο να ψειρίσει επιλεκτικώς τις λέξεις και έπειτα να τις χτενίσει χρησιμοποιώντας επιστημονικοφανείς όρους, θα μπορούσε να συνθέσει τον ορισμό και ο ίδιος, αλλά δεν έδωσε περαιτέρω σημασία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μη γνωρίζοντας πότε θα ξανάβλεπε την Πρινσέσα, ο Καραμουρτζούφλης άφησε τις ημέρες να περνούν, σκεπτόμενος (θαυμάστε βάθος σκέψεως…) πως θα ξανάκανε το ίδιο πράγμα την επόμενη Τρίτη – αλλά πριν από την Τρίτη, υπήρχε η Τετάρτη και η Παρασκευή, φυσικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SS-tkokOMEI/AAAAAAAAASg/DXJjMAtVgxY/s1600-h/red_roses.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5273624533550379074" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; CURSOR: hand; HEIGHT: 241px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_wSFkOpmBLuw/SS-tkokOMEI/AAAAAAAAASg/DXJjMAtVgxY/s320/red_roses.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Την επόμενη ημέρα, Τετάρτη, ο Καραμουρτζούφλης σχόλασε στις 15:35 και δεν είχε ξανά μάθημα πριν τις 19:00, οπότε αποφάσισε να πάει στην βιβλιοθήκη της σχολής για να χρησιμοποιήσει το internet, να σκοτώσει λίγο την ώρα του. Αλλά εκείνη την ημέρα δεν πήρε τον συνηθισμένο του δρόμο, γιατί πεινούσε, όντας νηστικός από το μεσημέρι της προηγούμενης ημέρας, οπότε αποφάσισε να πάρει άλλο δρόμο και να περάσει από το κυλικείο, για να πάρει κάτι να φάει. Πέρασε ξανά μπροστά από την αίθουσα 307, όπου χαμογελώντας στραβά θυμήθηκε έναν παλιό εαρινό κεραυνό και ευχήθηκε να είναι καλά, όπου και αν βρίσκεται, και δύο δευτερόλεπτα μετά η σκέψη του κατακλύστηκε με τον υπότιτλο που θα έβαζε σε μια του ιστοσελίδα. «Ναι… &lt;em&gt;Εχθρός του θεού, της ευσπλαχνίας και του ελέους&lt;/em&gt;… Ταιριάζει γάντι…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτά μόνο για άλλα δύο δευτερόλεπτα όμως, γιατί ενώ κατέβαινε τις σκάλες, πετυχαίνει την Πρινσέσα να βγαίνει από ένα διάδρομο που έπεφτε κάθετα στις σκάλες και να λέει «κουράστηκα» (ο ήρωας μας μπορεί να διαβάζει τα χείλη των ανθρώπων) παραπονιάρικα σχεδόν, σε έναν τύπο που ο Καραμουρτζούφλης εχαρακτήρισε αμέσως «φλώρο» (μπορεί να ήταν και ο προαναφερθέντας «φλώρος», ο Καραμουρτζούφλης δεν πρόσεχε ποτέ τους φλώρους αλλά την Πρινσέσα), ενώ εκείνος της έκανε μια αδιάφορη γκριμάτσα όπως «και τι να κάνω εγώ τώρα;». Ο Καραμουρτζούφλης τους άφησε να συζητούν για το πόσο τρομακτικές είναι οι πασχαλιάτικες στρακαστρούκες μέσα σε μια μακαρονάδα με κιμά και μπήκε στον διάδρομο από τον οποίο βγήκε η Πρινσέσα, κοιτάζοντας για μια έστω ανοιχτή πόρτα, που θα υποδείκνυε διάλειμμα – η ώρα ήταν τέτοια και η Πρινσέσα είχε πει εκείνο το «κουράστηκα» έτσι ώστε μόνο το διάλειμμα θα δικαιολογείτο. Είδε αμέσως μόνο μια πόρτα ανοιχτή και πήγε εκεί, στεκόμενος απ’ έξω, σίγουρος πια για το τμήμα στο οποίο ήταν η Πρινσέσα και περιμένοντας την, για να σιγουρευτεί. Δέκα λεπτά μετά, το διάλειμμα τελείωσε και η πόρτα έκλεισε, ενώ η Πρινσέσα, ξεχασμένη να μιλάει με τον φλώρο για το χρώμα και την υφή που θα έπρεπε κανονικά να έχει η μερέντα, άργησε περίπου ένα λεπτό να μπει. Κάποια στιγμή είδε πως η πόρτα είχε κλείσει και βιάστηκε να μπει στην αίθουσα, πετώντας στον διπλανό κάδο απορριμμάτων ένα πορτοκαλί κουτάκι πορτοκαλάδας που έπινε, καθ’ όλη τη διάρκεια του διαλείμματος. Ο Καραμουρτζούφλης περίμενε την Πρινσέσα έξω από την αίθουσα, απλά για να την δει, για να σιγουρευτεί σχετικά με το τι ήθελε, και επέμενε να την κοιτάζει στα μάτια, αλλά εκείνη δεν τον κοίταξε. Μόλις η πόρτα της αίθουσας έκλεισε πίσω της, ο Καραμουρτζούφλης πήγε μια και δυο στους πίνακες ανακοινώσεων της σχολής της για να σιγουρευτεί σχετικά με το τι μάθημα γινόταν εκεί και τι εξαμήνου ήταν. Πρόσεξε πως ήταν ένα εξάμηνο πάνω από το δικό του, δηλαδή ουσιαστικά δικό του, γιατί τον Καραμουρτζούφλη οι εξυπνάκηδες τον μπάσανε στη σχολή όχι Σεπτέμβρη αλλά Φλεβάρη, και πρακτικά δικό του γιατί ο Καραμουρτζούφλης θα τελειώσει με όλα τα μαθήματα ένα εξάμηνο νωρίτερα από το κανονικό, και μετά πήγε μηχανικά στην βιβλιοθήκη, μη έχοντας τι καλύτερο να κάνει. Περιττό να πούμε πως η λέξη «φαγητό» δεν πέρασε ξανά από το μυαλό του, εκείνη την ημέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επίσης, από την επόμενη ημέρα, ο Καραμουρτζούφλης ξεκίνησε βόλτες, δηλαδή ανά στρογγυλό δίωρο (10:00, 12:00 και 14:00) «αναγνωριστικές επιχειρήσεις» (RECON missions, όπως τις ονόμασε) στην περιοχή της σχολής που στεγάζεται το τμήμα της Πρινσέσ
